Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΧΑΛΚΙΟΠΟΥΛΟΥ ΖΩΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΧΑΛΚΙΟΠΟΥΛΟΥ ΖΩΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 28 Οκτωβρίου 2021

Άτιτλο (της Ζωής Χαλκιοπούλου)



Δεν με κατάλαβες
σαν ξάπλωσα δίπλα σου.
Κοιμόσουν ήρεμα.
Χάιδεψε η ανάσα μου
τα μαλλιά σου.
Το βλέμμα μου
κύλησε πάνω σου
σαν αεράκι.
Χαμογέλασες στον ύπνο σου.
Έμεινα ακίνητη
να μην ενοχλήσω
το σύννεφο που κοιμάσαι.
Θέλω πολλά να σου πω.
Τόσα χρόνια τα μαζεύω.
Μα φοβάμαι μη σε ξυπνήσω.
Γέμισα το δωμάτιο λουλούδια.
Κάποια μαράθηκαν.
Τίποτα δεν θα πετάξω.
Τίποτα μέχρι να σου πω
αυτά που θέλω.
Μόνο να προλάβω. Να προλάβω
μη μαραθώ μαζί τους.


Ζωή Χαλκιοπουλου

Πέμπτη 17 Ιουνίου 2021

Άτιτλο (της Ζωής Χαλκιοπούλου)



 Χθες το βράδυ ονειρεύτηκε τη Δέσποινα. Του έφερε ένα ζεστό καρβέλι ψωμί. Το ακούμπησε στο τραπέζι, τον κοίταξε τρυφερά κι έκαμε να φύγει.

- Μείνε λίγο ρε γυναίκα, μ έφαγε η μοναξιά.

Εκείνη κοντοστάθηκε, έβγαλε απ την τσέπη της ένα χαρτί, το ακούμπησε δίπλα στο καρβέλι και χάθηκε. Το ψωμί άχνιζε ακόμη, το χαρτί έγραφε τ όνομά του κι από κάτω «χωρίς επιστροφή». Ένα εισιτήριο. Μα για ταξίδια είμαι τώρα; Έχει να βγει απ το χωριό από τότε που την έχασε.

Ξύπνησε ήρεμος. Περίεργο, σήμερα δεν πονούσε η μέση του. Θα το γύρισε σε βοριά, σκέφτηκε. Κι εκείνος ο πονοκέφαλος που τον βασανίζει τους δύο τελευταίους μήνες, δεν τον ενοχλεί. Μα τι έγινε;

- Α ρε Δέσποινα με τα γιατροσόφια σου

Η μέρα κύλησε ήσυχα. Πήγε στα χωράφια νωρίς, έκανε τις δουλειές του σπιτιού, πρόλαβε να πάει και στο καφενείο του κυρ Παντελή για το συνηθισμένο ουζάκι. Ξεροσφύρι πάντα για να μου του κόψει την όρεξη. Σήμερα έφτιαξε φακές, με μπόλικο λάδι. Συνήθεια είχαν να κρατάνε νηστεία Τετάρτη και Παρασκευή και ποτέ δεν την χάλασε. Μπορεί αυτή να έλειπε αλλά αν τον έβλεπε από κάπου, δεν ήθελε να την κακοκαρδίσει.

Μόλις πήρε να νυχτώνει, του ρθε όρεξη να πάει στην ταβέρνα. Απόρησε κι αυτός με τον εαυτό του, μα δεν το ψαξε πολύ. Ξυρίστηκε, έβαλε το καθαρό γκρι πουκάμισο και κοιτάχτηκε στον καθρέφτη. Είχε καιρό να περάσει καλά, μα να, σήμερα ήθελα ν ακούσει το τραγούδι του. Να κουνηθεί λίγο ο καημός που τόσο καιρό έχει θρονιαστεί μέσα του και κόβει την ανάσα.

- Κυρ πονοκέφαλε δε μ επισκέφτηκες σήμερα κι ανησυχώ. Ακόμη και συ με βαρέθηκες;

Σα να χαμογέλασε εκείνη η βαθειά γραμμή ανάμεσα στα φρύδια.

Κοίταξε τη φωτογραφία της γυναίκας του και βγήκε. Τι γλυκιά βραδιά κι ο ουρανός γεμάτος αστέρια. Οι θαμώνες του μαγαζιού ήταν όλοι γνωστοί. Άνθρωποι καθημερινοί που το πρωί πάλευαν με τη γη και το βράδυ πάταγαν την κούρασή τους σε μερακλίδικες στροφές. Είχε καιρό να χορέψει, μα όταν έβαλε το τραγούδι του βρέθηκε στη πίστα. Έπεσε ευλαβική σιωπή.

«Όταν κλαίει ένας άντρας»….και τα βήματα αργά συντονισμένα με το θόρυβο που κάνουν τα δάκρια όταν ανταμώνουν με το χώμα. Το κουρασμένο κορμί του ίσιωσε κι όταν άπλωσε τα χέρια ακούμπησε το φεγγάρι. Εκεί πάνω στις στροφές είδε τη Δέσποινά του να τον καμαρώνει. Όταν γύρισε στο σπίτι ήταν μισοζαλισμένος και κεφάτος. Έκοψε λίγο ψωμί απ το καρβέλι, κι άλλο λίγο, κι άλλο λίγο…

- Γειά στα χέρια σου γυναίκα

Με χαμόγελο τον πήρε ο ύπνος. Με χαμόγελο τον βρήκε ο γείτονας όταν μεσημέριασε και δεν φάνηκε στο χωριό. Είχε μείνει ακόμη λίγο ψωμί στο τραπέζι μα το εισιτήριο έλειπε.

Ζωή Χαλκιοπουλου

Τρίτη 30 Μαρτίου 2021

Άτιτλο (της Ζωής Χαλκιοπούλου)



Εγώ είμαι ποιητής… έλεγε.

Κι όλοι τον περιπαίζανε.

Μ αυτός στις γειτονιές γυρνούσε

κι ένα Τετράστιχο σκάλωνε σε κάθε παραθύρι.

Στον καθένα ήξερε τι του αρμόζει.

Αν είχε κέφια, έφερνε καμιά γυροβολιά

μήπως κι αρπάξει κάποιο χαμόγελο

από εκείνα τα δυσεύρετα.

Μ αν είχε ντέρτι φώναζε σα πληγωμένο ζώο.

Κλάψτε μαζί μου άνθρωποι!

Και κάποιες πόρτες με θόρυβο αμπαρώνανε

που δεν αντέχουν ξένο πόνο και αλήθεια.

Κι όλοι τον περιπαίζανε

γιατί, πέρα από το βήμα τους

φοβούνται να πατήσουν.

Κάθε που έπεφτε το βράδυ

στη μέση της πλατείας ξάπλωνε

και μια απορία είχε:

- Που πήγαν όλοι αυτοί που έπλασες Θεέ μου;

Τότε ήταν που λύγιζε ο ποιητής.

Τα χέρια τύλιγε γύρω από το σώμα

να νιώσει το άγγιγμα έστω και το δικό του.

Γιατί οι ποιητές λυγάνε πιότερο.

Πονάνε πιότερο

Χαίρονται πιότερο.

Αγαπάνε πιότερο.

Και πάντα μόνοι μένουν.

Γιατί η καρδιά τους έχει αλλόκοτους χτύπους.

Και το μυαλό που μοιάζει σαλεμένο

μόνο του ταξιδεύει, εκεί που οι άλλοι δεν αντέχουν.

Εγώ είμαι ποιητής… έλεγε.

Μέχρι που χάθηκε.

Γιατί η ψυχή η ατίθαση

μόνο αυτή γνωρίζει.

Τότε μόνο τον αποζήτησαν.

Όμως κανείς να ρωτήσει δε τόλμησε.

Που πήγε; Τι απόγινε;

Μα κάθε πρωινό, με λαχτάρα τα παράθυρα ανοίγουν

μήπως από τύχη βρεθεί μπροστά τους

σκαλωμένο, το Τετράστιχο του ποιητή.


Ζωή Χαλκιοπούλου

Σάββατο 23 Ιανουαρίου 2021

Άτιτλο (της Ζωής Χαλκιοπούλου)



Κάποιος χτυπάει την πόρτα!

Ποιος να είναι τέτοια ώρα;

Αφού γράφει απέξω

απαγορεύεται η είσοδος.

Ποιος τολμάει να μου χτυπάει την πόρτα;

Τους είπα να με ξεχάσουν.

Να μη με ενοχλούν.

Δε θέλω να με δουν έτσι.

Πάλι τα ίδια θα εξηγώ.

Αλλιώς ξεκίνησα κι άλλα βρήκα.

Είχα τα όνειρά μου μαζί με κάτι νιάτα

που μα την αλήθεια, με παράτησαν νωρίς.

Είχα και κάτι φίλους

μα άλλο δρόμο διάλεξαν.

Είχα και χαρές, πολλές χαρές

περίεργο να μη θυμάμαι καμία.

Και λύπες είχα

μα έχασα το μέτρημα.

Τι αφελής που είναι ο άνθρωπος!

Τα λευκά σεντόνια

γρήγορα λερώνονται.

Κι όλα τα τακτοποιημένα

μια παραίσθηση είναι.

Περνάει ο καιρός στοχεύοντας.

Ως τη στιγμή που βλέπεις τ αληθινά χρώματα.

Όχι αυτά που ονειρεύτηκες

Τα άλλα, τα πραγματικά.

Μα δεν είναι ζωντανά, αργοπεθαίνουν.

Τελευταίο μένει εκείνο το γκρίζο

εκείνο της στάχτης, του αποχαιρετισμού.

Μη μου χτυπάτε τη πόρτα.

Δε μένω πια εδώ.

Δε μένω πουθενά.

Αφήστε την απουσία μου στην ησυχία της.


Ζωή Χαλκιοπουλου

Σάββατο 7 Νοεμβρίου 2020

Άτιτλο (της Ζωής Χαλκιοπούλου)


Είναι λίγοι οι άνθρωποι που μαζί τους θες να κοιμηθείς.
Μα ακόμη πιο λίγοι αυτοί που θες να μοιραστείς το χάραμα.
Στο ξεπροβόδισμα, ένα φιλί κι ένα χαμόγελο τη μέρα να μερέψουν.
Γλυκιά παρηγοριά και θύμησες της περασμένης νύχτας.
Είναι πολλοί οι άνθρωποι που λες το καλημέρα.
Καφέ θα πιες και θ ανταλλάξεις λόγια.
Μα είναι λίγοι οι άνθρωποι που στο τραπέζι πάνω
θα βάλεις την ψυχή σου να την ξεκουράσεις.
Είναι λίγοι οι άνθρωποι που από ψυχή θα τους μιλήσεις,
κατανόηση αληθινή κι ασφάλεια θα εισπράξεις.
Μα είναι ελάχιστοι αυτοί που θα σε νιώσουν με σιωπή
μ΄ ένα άγγιγμα ή μια ματιά, γαλήνη να σου δώσουν.
Συνταξιδιώτες μιας ζωής κι ας τους γνωρίζεις λίγο.
Αυτό τον άνθρωπο επιθυμώ, μια δύναμη αθόρυβη
και χαίρομαι τα χρόνια μου απλόχερα να δώσω.
Κι αν σε ανάγκη θα βρεθεί ας πάρει τα μισά μου.
Είναι ελάχιστοι οι άνθρωποι που πάντα μένουνε μαζί,
ακόμη κι αν χωρίσανε και πήραν άλλους δρόμους.
Πιο κάτω, στης καρδιάς το ραντεβού πάλι θ ανταμωθούνε.
Μα είναι μετρημένοι αυτοί που στίγμα άφησαν στο μαξιλάρι.
Κάπου την ίδια ανατολή βλέπουν χωρίς εσένα.
με την σιωπή θα σου μιλούν κι η πίκρα θ απαλύνει.

Υ.Γ. Όλα ή τίποτα ή λίγο… γιατί είμαστε άνθρωποι!

Ζωή Χαλκιοπούλου

Δευτέρα 31 Αυγούστου 2020

Ο σημαδεμένος (της Ζωής Χαλκιοπούλου)


Όταν γεννήθηκα έκλαιγα, μα πολύ έκλαιγα. Και για πολλά χρόνια μετά. Με σέρνανε στους γιατρούς αλλά ήμουν υγιέστατος. Απλά έκλαιγα. Και μέχρι τώρα ακόμη κλαίω. Μου μεινε συνήθεια. Εγώ πιστεύω ότι και στην κοιλιά της μάνας μου το ίδιο έκανα. Για να μη βγω. Γιατί και που βγήκα τι κατάλαβα; Με βαρέθηκε και με παράτησε σ ένα ορφανοτροφείο. Ο Θεός να το πει. Ξύλο να δεις. Και απ τους δασκάλους και απ τα παιδιά. Ήμουν βλέπεις ήσυχος, φοβισμένος και πάντα εγώ έφταιγα για όλα. Με βάζανε συχνά στην απομόνωση. Πετάγανε και ένα ξεροκόμματο ούτε σκυλί να ήμουν. Κουλουριασμένος σε μια γωνία προσπαθούσα να κοιμηθώ, να μη σκέφτομαι. Μόνο έτσι ησύχαζα. Τότε έβλεπα όνειρο ότι ερχόταν μια γυναίκα και με τράβαγε στην αγκαλιά της. Έστρωνα το κεφάλι μου στο λαιμό της κι αυτή με νανούριζε. Μύριζε γιασεμί το θυμάμαι καλά. Και τα χέρια της ήταν τόσο τρυφερά. Χάιδευε τις μελανιές μου κι ανακουφιζόμουν. Μα όταν ξύπναγα και καταλάβαινα που είμαι, έτρεμα. Κράτησε χρόνια αυτή η τυραννία. Εκεί γύρω στα 14 γύρισε το μάτι μου. Φέραν ένα παιδί λίγο μικρότερο από μένα και πήγαν να του κάνουν τα ίδια. Ε δεν άντεξα. Σα να έγινε έκρηξη στο κεφάλι μου. Μπήκα μπροστά και έγινε χαμός. Τι να σου λέω... από τότε αλλάξανε τα πράματα. Άρχισαν να με φοβούνται. Μα κι εγώ είχα πάρει φόρα. Είχε γίνει πέτρα η καρδιά μου. Θα ζήσω, είπα. Κι εγώ και τ άλλα παιδιά σα κι εμένα. Τα παιδιά τα σημαδεμένα.
Όταν βγήκα απ το ορφανοτροφείο δεν ήξερα που να πάω. Δεν είχα κανέναν. Για μέρες έμενα έξω. Ήταν και Δεκέμβρης μήνας, κόντευαν Χριστούγεννα. Έβλεπα ανθρώπους να γελάνε κι εγώ έκλαιγα. Ένα παλικαράκι μέχρι εκεί πάνω, μη κοιτάς τώρα που γέρασα και μάζεψα, να τριγυρνάει και να βρέχει τους δρόμους απ τα δάκρια. Κι αναρωτιόμουν γιατί μ έστειλε ο Θεός στη γη. Τι του καμα; Γιατί κάτι θα του καμα για να με βασανίζει έτσι. Εκείνα τα Χριστούγεννα τα πέρασα έξω από ένα ακριβό εστιατόριο. Ήταν πολλά τ αποφάγια. Οι πλούσιοι παραγγέλνουν πολλά φαγητά, τρώνε λίγο και τα πετάνε. Καλά να ναι οι άνθρωποι, αν δεν ήταν κι αυτοί δεν θα κατάφερνα να επιβιώσω εκείνη την εποχή.
Με τα πολλά έπιασα δουλειά σε οικοδομή. Ένα μεροκαματάκι μου δίνανε μη φανταστείς. Την πρώτη μέρα που πληρώθηκα δε μπορώ να σου πω πως ένιωσα. Εγώ τότε γεννήθηκα. Γιατί εγώ το τίποτα, κέρδισα κάτι με τον κόπο μου. Δούλεψα σκληρά τα επόμενα χρόνια. Από πόσες δουλειές πέρασα δε λέγεται. Μ έπιασε το πείσμα όμως. Κατάλαβα ότι δε μπορώ ν αλλάξω το κόσμο. Άμα γεννιέσαι σημαδεμένος δεν αλλάζει. Όμως είχα κότσια να παλέψω. Και τα κατάφερα. Είδες που καθόμαστε τώρα εδώ και τα λέμε; Πλούσιοι δεν είμαστε, μια τρύπα μαγαζί έχουμε. Μα τα πελατάκια μας είναι τακτικά. Κι ένα φράγκο για να έχουμε τα απαραίτητα δε μας λείπει. Μωρέ γιατί κλαις; Κολλητικό είναι; Τι σε νοιάζει, έχεις εμένα τώρα. Εγώ είπαμε, τα μάτια μου έχουν συνηθίσει τα δάκρια. Άμα στεγνώνουν δε βλέπω καλά. Άντε σκουπίσου και πάρε τα ταπεράκια να τα μοιράσεις. Στον κυρ Αντρέα να χτυπήσεις πολλές φορές γιατί δεν ακούει καλά. Και στην Μαγδαληνή να μπεις στο σπίτι γιατί έχει χαλάσει το αναπηρικό καροτσάκι και δεν μπορεί να σου ανοίξει. Πάρε κι αυτά τα χρήματα γιατί είδα τον Παυλάκη με τρύπια παπούτσια σήμερα. Άντε στο καλό κι άμα γυρίσεις θα δούμε τι καλό θα μαγειρέψουμε για αύριο. Πιάσε και το τραγούδι να έχεις ανοιχτή στράτα... «θα σου δώσω μια να σπάσεις, αχ βρε κόσμε γυάλινεεεεεε.....».

Ζωή Χαλκιοπούλου


Σάββατο 20 Ιουνίου 2020

Μεγάλωσα μάνα (της Ζωής Χαλκιοπούλου)


Mεγάλωσα Μάνα, Μεγάλωσα
Ήπια το κόκκινο κρασί και μ έκαψε η φωτιά του
Έζησα τόσα πράματα, μα μοιάζουν τόσο λίγα
Μια πεταλούδα είν η ζωή, χρώματα χίλια αλλάζει
Ένας καθρέφτης Μάνα μου, πάντα αλήθεια λέει
Τα μάτια μου θολώσανε απ τα πολλά που είδα
Και τα μαλλιά μου έπαψαν να στάζουνε κρινάκια
Μια αυλακιά μου χώρισε το πρόσωπο στα δύο
Η μια πλευρά μαράζωσε κι ένα λυγμό ξεχύνει
Μα η άλλη ακόμη προσπαθεί πιο ζωντανή να μείνει
Και με ρωτάει η ψυχή διάλεξε πως θα ζήσεις
Τα χρόνια που απόμειναν μέχρι να ξεψυχήσεις
Ζωγραφισμένες οι πληγές, εικόνες κι εφιάλτες
Μάνα μου αλήθεια δε τολμώ καθόλου ν αντικρύσω
Αυτό το γκρίζο που ξερνά η κάθε μου ρυτίδα
Μα κοίτα τούτη τη πλευρά, κοίτα ένα φως καθάριο
Αυτή ούτε την άγγιξε ο χρόνος, το ναυάγιο
Κι εσύ μου λες Μανούλα μου, εκείνη να διαλέξω
Και το χαμόγελο μισό έχει τη δύναμή του
Με μια τεράστια απόφαση έσπασα τον καθρέφτη
Κι έμεινε μόνο η μεριά που διάλεξα να ζήσω.
Δε θα νερώσω το κρασί, κι ας τρέμουνε τα πόδια
Κόκκινο πάλι απ την αρχή, με πάθος θα το πίνω
Ναι Μάνα μου μεγάλωσα, μα όχι κι η ψυχή μου
Κι ας τύλιξαν τις ρίζες τους οι στεναγμοί τριγύρω
Όσες φωτιές κι αν καταπιώ αυτή θα μείνει ατόφια
Κι όσο γερνάει το κορμί αυτή θα δυναμώνει
Ναι Μάνα μου μεγάλωσα μα δε παραπονιέμαι
Γιατί σε κάθε στεναγμό πάλι ξαναγεννιέμαι

Ζωή Χαλκιοπούλου
Από το βιβλίο μου 12 Ιστορίες Κάτω Από Τον Πλάτανο

Τρίτη 14 Απριλίου 2020

Τελευταίος καφές (της Ζωής Χαλκιοπούλου)



Τελευταίος καφές
Μείνε για λίγο να σου πω δυο κουβέντες. Δε θα σε κουράσω πολύ. Άσε τις βαλίτσες στην εξώπορτα, το μόνο σίγουρο είναι ότι δε θα σ εμποδίσω να φύγεις. Η γυναίκα σου είμαι. Μπερδεύτηκες με τις αλλαγές μου μάλλον. Έφτιαξα τα μαλλιά μου και άλλαξα την γκαρνταρόμπα μου. Έλα πλησίασε, θα φτιάξω να πιούμε μαζί τον τελευταίο καφέ. Αλήθεια, πως τον πίνεις; Όλα αυτά τα χρόνια πάντα άλλαζες γνώμη. Μια γλυκό, μια σκέτο. Άλλοτε μέτριο και άλλοτε βαρύ. Ποτέ δεν έμαθα. Εδώ θα μου πεις, ούτε εσύ ξέρεις τι θες. Λέω λοιπόν να το πιάσουμε απ την αρχή. Να γνωριστούμε. Να μάθεις κι εσύ τι μέρος του λόγου είμαι. Γιατί είμαι σίγουρη ότι ούτε αυτό το ξέρεις. Δε θέλησες να το ψάξεις. Εντάξει, δε φταις μόνο εσύ. Έτσι τα βρήκες, έτσι έμαθες. Ότι θέλει ο αρχηγός του σπιτιού. Στην αρχή είναι τόσο τρυφερό, τόσο δελεαστικό. Μα είπαμε, όλα έχουν και όρια. Τα ξεπεράσαμε κι οι δύο. Εγώ βυθίστηκα στην υποταγή σου κι εσύ κάθισες στο σβέρκο μου. Μη με κοιτάς έκπληκτος. Δε είσαι εσύ μόνο που βαρέθηκες. Εγώ ακόμα περισσότερο. Γιατί μια ζωή κοιτούσες την πάρτη σου. Τα ίδια και τα ίδια κάθε μέρα. Γερό πρωινό για να αντέχει τη σκληρή δουλειά ο σύζυγος, ρούχα σα να έχουν φορεθεί πρώτη φορά διότι πρέπει να ξεχωρίζει ο σύζυγος, μεσημεριανό γιατί έρχεται κατάκοπος ο σύζυγος, ησυχία να ξεκουραστεί ο σύζυγος, ξανά ησυχία για να δει ποδόσφαιρο ο σύζυγος, και οπωσδήποτε έτοιμη κάθε στιγμή όταν έχει ορεξούλες ο σύζυγος. Βρε τον σύζυγο!
Ποτέ δεν πήρες είδηση, όταν μούσκευα το μαξιλάρι δάκρια, ενώ εσύ ροχάλιζες του καλού καιρού. Ούτε τα ξενύχτια στην κουζίνα, με κλειστό το φως, να κοκαλώνω το βλέμμα στη φρουτιέρα. Ξέρεις τι κουβέντες έχω κάνει εγώ με τα μήλα, τα πορτοκάλια και τις μπανάνες; ‘Η μήπως να σου πω για την ώρα που μου άφηνες χρήματα στο τραπέζι για τα ψώνια της ημέρας; Διότι εσύ έκανες το κουμάντο, εγώ απλά ήμουν το υπηρετικό προσωπικό. Αναλυτικοί λογαριασμοί, αναφορές, αν και γιατί. Επιχείρηση Σπίτι.
Σε καταλαβαίνω, βαρέθηκες. Γι αυτό και αποφάσισες να φύγεις. Μας έσωσες στ αλήθεια. Πριν γεράσουμε και δεν προλάβουμε να ζήσουμε.
Σε βλέπω έκπληκτο όμως; Γιατί; Σου κάνει εντύπωση που ακούς τη φωνή μου; Πονούσε ο λαιμός μου τόσο καιρό και φοβόμουν να μιλήσω. Ξέρω και να τραγουδάω. Και να χορεύω. Αγόρασα καινούργια ρούχα με τον πρώτο μου μισθό. Μη με κοιτάς, εγώ είμαι, η πρώην, ανανεωμένη σύζυγός σου. Η αληθινή. Μ αυτήν δε μπορείς να τα βγάλεις πέρα.
Και τώρα αγαπημένε μου πρώην σύζυγε, αν τέλειωσες το καφεδάκι σου, μπορείς να φύγεις. Οι βαλίτσες είναι εκεί που τις άφησες, στην πόρτα. Αναποφάσιστο σε βλέπω. Το κατακάθι δεν πίνεται βρε κουτό, θα σου κάτσει στο λαιμό και θα σε πνίξει. Με συγχωρείς τώρα, γιατί έχω πολλά πράγματα να κάνω. Κάπως πρέπει να αναπληρώσω τον χαμένο χρόνο. Ίσως θα έπρεπε να σου πω λυπάμαι. Έτσι για το τυπικό της υπόθεσης. Μα δεν το νιώθω. Γιατί δεν λυπάμαι αγαπημένε μου πρώην σύζυγε!

Ζωή Χαλκιοπούλου



Παρασκευή 14 Φεβρουαρίου 2020

Κοίτα μάτια μου (της Ζωής Χαλκιοπούλου)

Κοίτα μάτια μου,
κοίτα πως φεύγει η τρικυμία.
Ηττημένη, με σκυμένο κεφάλι.
Μα εσύ είσαι ασφαλής.
Βράχηκες λιγάκι, τι πειράζει!
Μυρίζεις δροσιά.
Κι αν λίγο βάρυναν τα βλέφαρα
άλλο μη προσπαθείς.
Γαλήνιος ύπνος έρχεται να σ ανταμώσει.
Γείρε το κεφάλι στον ώμο μου
να σε νανουρίσω.
Μέσα μου όμως θα εύχομαι
ν αντέξει αυτός που θα βρεθεί στο διάβα της.
Κοίτα μάτια μου να κρατηθείς.
Μου δωσε υπόσχεση η ανατολή
πως θαρθει πιο νωρίς.
Ξεκουράσου καπετάνιε μου.
Η τρικυμία θα ξανάρθει
γιατί είναι αχόρταγη
κι έχει βάλει στόχο το σκαρί σου.

Ζωή Χαλκιοπούλου



Κυριακή 15 Δεκεμβρίου 2019

Άνθρωποι μονάχοι (της Ζωής Χαλκιοπούλου)

Άνθρωποι μονάχοι.
Ξεχασμένοι απ' τη ζωή.
Πίσω από μισάνοιχτα παράθυρα.
Ο ήλιος δε φτάνει να τους ζεστάνει.
Τους ξέβρασε το κύμα σε ερημονήσι.
Άνθρωποι μονάχοι.
Έχασαν την φωνή τους.
Απόλυτη ησυχία που τρελαίνει το μυαλό.
Τα χέρια τυλιγμένα γύρω απ το σώμα.
Μη τολμήσει η ψυχή και δραπετεύσει.
Το δωμάτιο υγρό.
Τα δάκρυα γράφουν στο τοίχο ιστορία.
Προσπαθούν το παρελθόν να θυμηθούν.
Μα δε το βρίσκουν πουθενά.
Μάλλον τους προσπέρασε.
Ξερά δέντρα στη μέση του πουθενά.
Όνειρα χαμένα, ιστορίες τελειωμένες.
Σώματα σε μισοσκότεινα δωμάτια.
Κι ο χτύπος της καρδιάς ξεκούρδιστο ρολόι.
Κάποιος προσπάθησε να τραγουδήσει.
Φωνή δεν είχε, το βογκητό τρόμαξε τον αέρα.
Μα όχι τους ανθρώπους.
Στην τελική όμως όλοι είμαστε.
Άνθρωποι Μονάχοι.


Ζωή Χαλκιοπούλου



Πέμπτη 8 Μαρτίου 2018

Μάνα (της Ζωής Χαλκιοπούλου)



Ρε Μάνα που χάθηκες, καιρό έχεις να φανείς
Τον καημό μου δεν τον ακούς
Το ταβάνι στάζει δάκρια, εσύ πως αντέχεις?
Ξέρεις τι πεθύμησα Μάνα?
Εκείνους τους ατέλειωτους τσακωμούς μας
Με πείσμα να μου βάζεις το σκουπόξυλο στο χέρι
Κι εγώ να το κάνω μικρόφωνο
Ήθελες να γίνω σαν κι εσένα, μα ποτέ δεν τα κατάφερα
Εσύ ήσουν μία και μοναδική
Θυμάσαι Μάνα?
Σαν τα βρίσκαμε έψηνες εκείνο το μερακλίδικο καφέ
(δεν έχω ματαπιεί παρόμοιο)
Και μου λεγες
«Αντε κάνε κι ένα τσιγαράκι τώρα»
Κουβέντα στη κουβέντα γέμιζε το τασάκι
Κι αυτές οι θεϊκές τηγανίτες σου
Έλαμπες όταν σε παίνευα για την νοστιμιά τους
Ρε Μάνα, δεν έχω που ν ακουμπήσω
Κοντεύω να ξεχάσω τη μυρωδιά σου και πονάω
Θέλω να βάλω το κεφάλι μου στα πόδια σου
Να με χαιδέψεις όπως τότε
Μετρούσα τις γραμμές στα χέρια σου
Την δική μου ιστορία σιγοψιθύριζαν
Ρε Μάνα, σε ποιον κόρφο τώρα να κουρνιάσω?
Ανάσες μου χάριζες, όταν μ έπνιγε ο φόβος
Κι αυτός ντρεπόταν κι έτρεχε για να κρυφτεί
Ρε Μάνα, πονούσες όταν έφυγα
Πήρα καράβι να κυλάω πάνω στα δάκριά σου
Δεν στο έδειξα αλλά γίνηκα κομμάτια
Τα περισσότερα πίσω έμειναν, μαζί σου
Κι εσύ τα κρατούσες φυλαχτό μέχρι να γυρίσω
Να τα κολλήσεις πάλι όλα, να γίνουν ευχή
Ρε Μάνα, γύρισα πάλι
Κι έκαμες χαρά μεγάλη σαν με είδες
Προσπάθησες να ισιώσεις το κυρτωμένο κορμί
Μα δεν υπάκουσε
«Άργησα», συλλογίστηκα
Ομως κοινωνία ήταν ο καφές σου
Κι αντίδωρο οι τηγανίτες σου
Ρε Μάνα, να σου πω κάτι?
Κάτι μισό από μένα κι από σένα είναι δεμένα
Κι αυτά πάντα μαζί ταξιδεύουνε
μα να, το ξεχνάω κάποιες φορές
Κάτι τέτοιες στιγμές όμως σε ψάχνω απεγνωσμένα
Μόνο ν ακούσω τη φωνή σου
«Παιδί μου, ζωή μου»
Αχ Ρε Μάνα!





Πέμπτη 1 Μαρτίου 2018

Χαριτωμένες Γνωριμίες στο Facebook (της Ζωής Χαλκιοπούλου)




Αίτημα φιλίας. Κοιτάζω προφίλ. Ευγενική φυσιογνωμία. Ρίχνω μια ματιά στις αναρτήσεις. Δε βρήκα και την αδερφή ψυχή αλλά ένα επίπεδο το έχει. Αποδοχή. Κι ακολουθεί ο συνταρακτικός διάλογος στο inbox:

-          Γεια σου τι κάνεις? Μιλτιάδης από Σπάρτη, ευχαριστώ για την αποδοχή.
-          Κι εγώ ευχαριστώ για το αίτημα, καλώς βρεθήκαμε.
-          Που μένεις? Εργάζεσαι? Πόσο χρονών είσαι? Παντρεμένη? Ζωή είναι το πραγματικό σου όνομα?
Δεν αρχίσαμε καλά, σκέφτομαι. Μα που έβαλα το ΑΜΦ μου? Είχα κάνει και ιατρικές εξετάσεις πρόσφατα.  Αντε να δούμε…
-          Με βαφτίσανε Υπάτιο αλλά χαϊδευτικά με φωνάζουν Ζωή.
-          Χα χα χα χα
Κοίτα που του άρεσε, ξανασκέφτομαι.
-          Έχεις πλάκα, μου λέει
-          Ότι μπορώ κάνω, απαντώ. Λοιπόν θα τα ξαναπούμε, χάρηκα πολύ.
-          Δε μου είπες, παντρεμένη?
-          Θα μου κάνεις πρόταση αν δεν είμαι?
-          Χα χα χα
Αναρωτήθηκα αν αυτά που αμολάω είναι όντως άξια για χα χα χα.
-          Έλεγα μήπως ήθελες να βγούμε για ένα καφέ.
-          Εσύ έλεγες, εγώ όμως δε πίνω καφέδες γιατί είμαι νευρική.
-          Εσύ πιες σοκολάτα.
-          Με συγχωρείς, έχω επείγουσα δουλειά.
-          Με την ησυχία σου, περιμένω.
Εμ θα περιμένεις  πολύ, λέω μέσα μου. Κάθε μέρα μήνυμα να μου υπενθυμίζει την παρουσία του. Κάθε μέρα να τον αγνοώ. Και καπάκι η ερώτηση:
-          Τελικά δε μου είπες, είσαι παντρεμένη?
Ευτυχώς που υπάρχει εκείνο το ευλογημένο μπλοκάρισμα, και ησύχασα δια παντός. Διότι πόση υπομονή να κάνει ο άνθρωπος με τους στόκους, με το συμπάθιο κιόλας.
Δε λέω, το φατσοβιβλίο μ αρέσει. Και τις χαζομάρες μας λέμε, και τα έσωθέν μας βγάζουμε με μέτρο, και αξιόλογους ανθρώπους γνωρίζουμε. Μα για να σπάσει η μονοτονία, πετάγονται κάποιοι σαν τον εν λόγω φίλο μας καλή ώρα. Και για να πω την αλήθεια, την επόμενη έρμη λυπάμαι που θα είναι πιο ευγενική από μένα. Θα μου πεις ο καθένας βρίσκει ότι του ταιριάζει. Βοήθειά μας….







Παρασκευή 16 Φεβρουαρίου 2018

Το υστερόγραφο (της Ζωής Χαλκιοπούλου)

Πάντα στο τραπέζι έβαζε ένα πιάτο παραπάνω. Ετσι χάιδευε την μοναξιά της. Την παρηγορούσε η ελπίδα ότι κάποτε θα φανεί. Έτσι της είχε πει. -Λίγα χρόνια θα δουλέψω για να στήσουμε το σπιτικό μας κάνε υπομονή. Κι αυτή έκανε. 30 χρόνια. Στην αρχή της έγραφε πολύ συχνά. Με τον καιρό αραίωσε ώσπου σταμάτησε τελείως. Ο ταχυδρόμος, πέρναγε έξω από την πόρτα της χωρίς να χτυπήσει. 30 χρόνια. Τα μαλλιά της είχαν ασπρίσει, το κορμί της έγερνε λίγο, μα πάντα το πιάτο ήταν στη θέση του. Πολλές φορές έπιανε κουβέντα με την άδεια καρέκλα. Ξέθαβε το παρελθόν, άρπαζε ένα κομμάτι και την έκανε ταινία. Στο τέλος, έσκυβε το κεφάλι, το ξανάβαζε στη θέση του και το πότιζε με δάκρυα. Οχι, δεν ταχει χαμένα. Ετσι άντεξε τόσα χρόνια. Αναπολώντας και ανασκαλεύοντας τα νιάτα της. Τη ζωντάνια και τη φρεσκάδα που του χάρισε. Τρέμει στη σκέψη μήπως δεν την αναγνωρίσει, όταν γυρίσει. Θα την κοιτάξει μ αυτό το βλέμμα που κάποτε άναβε φωτιές στο κορμί της? Θα την πάρει στα χέρια του, να χορέψουν όπως τότε, που τους θαύμαζαν όλοι? -Μα στην ηλικία μου τι σκέφτομαι! Κι αυτό το πρόβλημα της καρδιάς χειροτερεύει. Για χορούς είμαι? Ας τον έβλεπα μια φορά κι ας πέθαινα.
Σήμερα είναι τα γενέθλιά της. -Ισως αυτή τη φορά το θυμηθεί και μου κάνει έκπληξη. Εστρωσε το καλό τραπεζομάντηλο, σέρβιρε και στα δύο πιάτα και περίμενε. Το καλό κρασί, που το φύλαγε για ειδικές περιπτώσεις, το έβαλε στη μέση. Είχε φτιάξει το αγαπημένο του φαγητό. Μετά από τόσα χρόνια, ακόμη το θυμόταν. Το μεσημέρι πέρασε, το φαγητό κρύωσε κι ακόμη να φανεί. -Κάτι θα του έτυχε, δε μπορεί. Συμμάζεψε το τραπέζι κι άφησε μόνο το βάζο με τα γαρύφαλα. Μήπως έρθει και της βάλει ένα στα μαλλιά, όπως τότε. Δεν κατάλαβε πότε πέρασαν οι ώρες. Οταν κοίταξε στο παράθυρο, είχε νυχτώσει. -Ας πάω να ξαπλώσω κι όταν ακούσω το κλειδί θα τρέξω να σερβίρω. Η κλειδαριά ήταν πάντα η ίδια, αρνήθηκε να χαλάσει μη την κακοκαρδίσει. Δε πρόλαβε να σηκωθεί απ την καρέκλα. Η καρδιά της την πρόδωσε και το κεφάλι έγειρε πάνω στο τραπέζι. Το ρολόι της εκκλησίας χτύπησε 12 φορές. Κι άλλα 3 χτυπήματα στη πόρτα έγραψαν το υστερόγραφο.
-  Μαρία, Μαρία γύρισα.









Πέμπτη 15 Φεβρουαρίου 2018

Το τελευταίο ζεμπέκικο (της Ζωής Χαλκιοπούλου)

Μόλις ξεκίνησε να παίζει το αγαπημένο της ζεϊμπέκικο.  Τράβηξε μια γερή ρουφηξιά κρασί και γύρισε το κεφάλι στην ορχήστρα. Της κόπηκε η ανάσα μόλις τον είδε. Ένα κυπαρίσσι με απλωμένα κλαριά γέμισε τη πίστα. Χτυπούσε τα πόδια του στη γη και σπαρταρούσε η ψυχή της. Τα χέρια του αναρχικά φώναζαν το όνομά της. Αργά σηκώθηκε και γονάτισε κοντά του. Κάθε στροφή του μύριζε λεβεντιά. Μια σταγόνα ιδρώτα ξέφυγε απ το μέτωπό του και καρφώθηκε στη καρδιά της. Σκληρός αντίπαλος ο πόνος του, και να τον λιώσει προσπαθούσε. Μ αυτή η ξένη έγινε σύμμαχος  στ' αντρίκειο σώμα. Θα αποτελείωνε τα κομμάτια που βάραιναν την ανάσα του. Τα μάτια του καρφώθηκαν πάνω της. Τώρα χόρευε μόνο για κείνη. Ήταν δικός της. Ξεχνιούνται όλα σ αυτό το μοίρασμα. - Θέλω τη ζωή μου μαζί σου, φώναζε το κορμί της.- Δεν μου έμεινε τίποτα, μόνο να βουτάω στη πίστα να θυμηθώ τη χαρά μου, φώναζε το δικό του. Στη τελευταία στροφή δεν άντεξε. Έσκυψε το κεφάλι της και περίμενε. Αν την αρνιόταν θα έσκαβε με τα χέρια το χώμα να κρυφτεί. Τελείωσε το τραγούδι και έπεσε ησυχία. Αυτός πήρε το ποτήρι του και της πρόσφερε να πιει. 

- Χίλια λάθη έκανε η καρδιά, χίλια κομμάτια ας γίνει, φώναξε και το έσπασε.
Παίξτε...
-    Θέλω τη ζωή μου  μαζί σου.

Μ αυτός δεν ακούει. Συνεχίζει να χορεύει και να την κοιτάει στα μάτια, μέχρι η ζωή να του δώσει πίσω αυτά που του χρωστάει.






Παρασκευή 9 Φεβρουαρίου 2018

To μπουμπούκι που δεν άνθισε (της Ζωής Χαλκιοπούλου)



Γυρίζω πίσω και κοιτάζω σε μια απόμερη γωνιά του κήπου, ένα μπουμπούκι που άφησα όταν ήμουν παιδί. Μετά από τόσα χρόνια ακόμη έτσι έμεινε. Δεν άνοιξε, δεν άνθισε, δε μεγάλωσε. Κι αναρωτήθηκα αν ποτέ θα κλείσει ο κύκλος της ζωής του. Έβλεπα δρόμους ανοιχτούς, τη θάλασσα να ενώνεται πέρα μακριά με τον ουρανό, και ονειρευόμουν εκεί να φτάσω. Κι απ την ανατολή περίμενα τον ιππότη με το άσπρο άλογο, να με πάρει μαζί του στο ταξίδι της αγάπης. Ξάπλωνα κάτω από το δέντρο που είχαμεστην αυλή κι άκουγα ψιθυριστά τις ιστορίες του, γεμάτες ελπίδα και ευτυχία. Και πάντα μου έλεγε: - μη βιάζεσαι να μεγαλώσεις. Άνοιξα το παράθυρο σε ένα παραμύθι που δεν έζησα. Μπορώ να το κοιτάω από μακριά, άλλοι ούτε αυτό κατάφεραν. Θέλω να βουτήξω μέσα του αλλά ο χρόνος είναι αδυσώπητος. Να μπορούσα με τρόπο μαγικό, να γυρίσω πίσω, να γίνω ένα με το μπουμπούκι που δεν άνθισε, να ζήσω ξανά την ανεμελιά της καρδιάς μου. Μα πάνω απ όλα να νιώσω τη βιασύνη της νιότης, τη λαχτάρα να τα φυλακίσω όλα μέσα μου. Η θάλασσα έχει αγριέψει και τα κύματα με τραβάνε μακριά. Κι όταν θεριεύει η θάλασσα δε λυπάται κανέναν. – Φύγε από κει, κοίταξε μόνο να σωθείς. Μα εγώ τα βάζω μαζί της – Αρνούμαι να μετράω τα όνειρά μου, θέλω μπροστά μου να απλώνονται και όσα φτάσω. Κι αυτή υψώνει τ ανάστημά της να με φοβερίσει. – Δε θα ναυαγήσω, της φωνάζω. Άπλωσα απότομα το χέρι και έκοψα το παιδικό μου μπουμπούκι. Άνοιξα πανιά και της φώναξα – Και τώρα πάμε, δεν είμαι μόνη. Κι αν εμένα πασχίζεις να καταπιείς στο βυθό σου, θα αγαπήσεις το παιδί που κρύβω μέσα μου.






Τετάρτη 7 Φεβρουαρίου 2018

Θέλει κότσια να κρατήσεις την ευτυχία (της Ζωής Χαλκιοπούλου)



Θέλει κότσια να κρατήσεις την ευτυχία. Την ποτίζεις, την κανακεύεις, της λες γλυκόλογα για να την πείσεις να μείνει. Αλλιώς θα πάει αλλού. Δεν είναι δεδομένη. Για να σου δώσει, πρέπει να προσφέρεις την καρδιά σου. Οχι με άγχος, και εμμονές. Αυθόρμητα, με αγάπη. Επειδή το αξίζεις και το δικαιούσαι. Η ευτυχία βρίσκεται παντού, στη μοναξιά, στη συντροφικότητα, απλωμένη στον αέρα. Στον καθένα ανήκει ένα κομμάτι, έχει χαραγμένο επάνω το όνομά του. Κι όχι σύμφωνα με τις απαιτήσεις σου, αλλά όπως το ορίζει ο σύμπαν, ο Θεός. Την νιώθεις στα σωθικά σου να σπαρταράει, αυτή την πληρότητα που τίποτα δε μπορεί να πάρει τη θέση της. Φουσκώνεις μέσα σου σαν μπαλόνι έτοιμο να σκάσει και δε ξέρεις πως να το διαχειριστείς. Κι όσο το αγαπάς και το ευγνωμονείς, τόσο αυτό γλυκαίνει. Ευτυχία δεν είναι ο έρωτας, δεν είναι το χρήμα. Αυτά ανακυκλώνονται. Η αγκαλιά που γίνεται φωλιά, τα μάτια που γεμίζουν απ την ομορφιά της φύσης, η μυρωδιά απ το βρεγμένο χώμα, τα χέρια που σε κρατάνε σφιχτά για να μοιραστούν τον πόνο σου, αυτό είναι ευτυχία. Είναι το πρώτο πετάρισμα των βλεφάρων το πρωί. Η καλημέρα στον εαυτό σου και στο Θεό. Τι όμορφο να είσαι ευτυχισμένος όταν τίποτα δεν σου ανήκει, μα τα έχεις όλα!



Ζωή χαλκιοπούλου



Παρασκευή 2 Φεβρουαρίου 2018

Κοίτα μάτια μου (της Ζωής Χαλκιοπούλου)



Κοίτα μάτια μου,
κοίτα πως φεύγει η τρικυμία
Ηττημένη, με σκυμμένο κεφάλι
Μα εσύ είσαι ασφαλής
Βράχηκες λιγάκι, τι πειράζει!
Μυρίζεις δροσιά
Κι αν λίγο βάρυναν τα βλέφαρα
άλλο μη προσπαθείς
Γαλήνιος ύπνος έρχεται να σ ανταμώσει
Γείρε το κεφάλι στον ώμο μου
να σε νανουρίσω
Μέσα μου όμως θα εύχομαι
ν αντέξει αυτός που θα βρεθεί στο διάβα της
Κοίτα μάτια μου να κρατηθείς
Μου δώσε υπόσχεση η ανατολή
πως θα ρθει πιο νωρίς
Ξεκουράσου καπετάνιε μου
Η τρικυμία θα ξανάρθει
γιατί είναι αχόρταγη
κι έχει βάλει στόχο το σκαρί σου.


Πέμπτη 1 Φεβρουαρίου 2018

Σε μία στιγμή είναι που γίνονται όλα (της Ζωής Χαλκιοπούλου)


Σε μια Στιγμή είναι που γίνονται όλα
Μια μικρή Στιγμή.
Θα σαι τυχερός αν την πάρεις είδηση
Σε μια μικρή Στιγμή
γίνεται η αλλαγή
Ερωτεύεσαι
Αιφνιδιάζεσαι
Θυμώνεις
Μεταμορφώνεις
Μεταμορφώνεσαι
Αναστενάζεις
Καρδιοχτυπάς
Δακρύζεις
Αφήνεσαι
Και μετά?
Ξεχνάς τη Στιγμή
Την στολίζεις με ότι βάλει ο νους σου
Γίνεται πλουμιστό θεριό να σε καταπιεί
Μπερδεύεις τον έρωτα με τον θάνατο
Αναστενάζεις από συνήθεια
Καρδιοχτυπάς για τ ασήμαντα
Δακρύζεις από πείσμα
Αφήνεσαι να σε τραβήξουν τα κύματα
και ξεχνάς το ταξίδι.
Δεν είναι αργά να γυρίσεις πίσω
στη δική σου μοναδική Στιγμή
που περιπλανιέται μονάχη της
Θα δεις πόσο όμορφα είναι όλα
κι ασήμαντα συνάμα.
Ερωτικό πετάρισμα βλεφάρων

είναι η ζωή, για μια Στιγμή.






Τετάρτη 31 Ιανουαρίου 2018

Μέχρι πόσο να αντέξει η ψυχή μία τόση ομορφιά (της Ζωής Χαλκιοπούλου)


Μέχρι πόσο να αντέξει η ψυχή την τόση ομορφιά!
Τυφλώνομαι απ΄ την λάμψη
όταν με κοιτάζουν δύο μάτια
που καθρεφτίζουν τα καλοκαίρια της ζωής μου.
Ο ουρανός σκύβει ν αφουγκραστεί την ανάσα σου
κι η θάλασσα ανταριάζει στην αντρική φιγούρα.
Σμίγουν μαζί κι αναθαρρεύει η καρδιά μου.
Μη κλείνεις τα μάτια όταν θέλεις να ονειρευτείς.
Είσαι το ίδιο το όνειρο της μοναξιάς μου.
Το φως που κυλάει στις φλέβες μου.
Τα βλέφαρά σου δίνουν πνοή,
ένα απαλό αεράκι, θρόισμα των φύλλων.
Σαν τις ρίζες που βρίσκουν δρόμο στην ψυχή μου
για να  υμνήσουν τον έρωτα..
Δεν έχει λόγια το τραγούδι
παρά μόνο τους χτύπους της καρδιάς.
Κι όταν χαθούν οι νότες
θα σταματήσει να χτυπάει.
Την Αγάπη όμως αιώνια προσκυνάει,
εκεί που συνάντησε η θάλασσα τον ουρανό.





Τρίτη 30 Ιανουαρίου 2018

Η χαμένη Κυριακή (της Ζωής Χαλκιοπούλου)



Μ έμαθαν ότι μεταξύ Σαββάτου και Δευτέρας
Είναι η Κυριακή
Από τότε ψάχνω να την βρω
Μετράω τις μέρες με τα δάχτυλα, πάντα έξι μου βγαίνουν
συν ένα κενό
Κι έτσι γέμισα θυμό
Γιατί ήθελα κάτι παραπάνω
Γιατί δεν αντέχω το κλάμα του μόνου
Για τα θλιμμένα μάτια που χάνονται
Για την Άνοιξη που μας ξέχασε
Για το γκρίζο που τύλιξε το ερειπωμένο σπίτι
Για την μοναξιά που ρημάζει
Για το δέντρο που σφαγιάστηκε
Γιατί έπαψαν να με αναγνωρίζουν
Γιατί εγώ αρνούμαι να με γνωρίσουν
Για ένα γιατί που απελπισμένα ψάχνουμε.
Η ξέχασα να μετράω
Ή δεν υπάρχει Κυριακή.