Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΚΟΡΙΝΙΩΤΗ ΕΛΕΝΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΚΟΡΙΝΙΩΤΗ ΕΛΕΝΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 13 Δεκεμβρίου 2021

Οι μεγαλύτεροι έρωτες (της Έλενας Κορινιωτη)

 


Οι μεγαλύτεροι έρωτες
έζησαν τη νύχτα.
Σε λαμπερά κοιτάγματα 
που ανταλλάχθηκαν 
ξανά και ξανά.
Σε συνωμοτικά χαμόγελα.
Και σ’ εκείνη
την αγαπημένη μου ανάσα, 
λίγο πριν το 
πολυπόθητο φιλί 
που πάντα συγκρατεί 
εντός της θραύσματα
από τόλμη και φόβο.

Οι μεγαλύτεροι έρωτες 
έγιναν ποιήματα.
Κουβέντες που έφτασαν 
στην άκρη της γλώσσας,
μα γλίστρησαν 
ντροπιασμένες στο λαιμό. 
Σχεδόν αναπόφευκτα 
σκορπίστηκαν
σε γαλάζιες γραμμές 
παλιών τετραδίων.
Από τον καημό τους 
στοίχειωσαν 
τις μουτζουρωμένες σελιδες
προσμένοντας 
να βρουν τον αποδέκτη τους.

Οι μεγαλύτεροι έρωτες 
έγιναν «παλιές υποθέσεις» 
στις παρέες.
Ακούστηκαν σαν διηγήσεις.
Νοθεύτηκαν 
με μπόλικο οινόπνευμα
και βλέμματα συμπόνιας.
Κάηκαν σαν 
ισχνά τσιγαρόχαρτα.
Σφραγίστηκαν 
ως «περασμένα, ξεχασμένα» 
κι ας ξέρεις, 
καλύτερα απ’ όλους, 
πως δεν σβήστηκαν ποτέ, 
μένοντας σαν 
κατεστραμμένα αρχεία 
στη μνήμη.

Οι μεγαλύτεροι έρωτες 
κοιμούνται σε 
χωριστά κρεβάτια, 
σφιχταγκαλιάζοντας 
υποκατάστατα.
Δεν υπάρχουν 
σε όραση, όσφρηση, 
γεύση, ακοή, αφή.
Έχουν εγκλωβιστεί 
στο μυαλό μας.
Ζουν στην ακυβέρνητη 
φαντασία μας.
Και καμιά φορά, 
χωρίς να το θέλω
φορούν τ’ όνομα σου.

Οι μεγαλύτεροι έρωτες 
πορεύτηκαν γυμνοί.
Έσβησαν πληγωμένοι.
Κατέληξαν ανολοκλήρωτοι.
Αρκεί ένα λεπτό 
για να αναφλεχθούν 
και μια αιωνιότητα 
για να καταλαγιάσουν.

Όλοι χρωστάμε 
σ' έναν μεγάλο έρωτα 
μια συγγνώμη,
μια ημέρα της ζωής μας, 
ένα φινάλε.

Έλενα Κορινιωτη




Δευτέρα 5 Ιουλίου 2021

Για το καλό σου ( της Έλενας Κορινιωτη)



Όποια πέτρα κι αν σηκώσω

από κάτω ξετρυπώνω έναν 

επίδοξο σωτήρα μου. 

Που έχει σχηματισμένη άποψη 

για το ποια είμαι που πηγαίνω 

και τι επιδιώκω, σε χρόνο μέλλοντα. 

Που γνωρίζει επακριβώς τις 

κινήσεις που πρέπει να εφαρμόσω

προκειμένου να αποκτήσω 

κάτι καλύτερο, από αυτό που ζω. 

Που αν δεν τις ακολουθήσω πίστα 

σαν μετανιωμένος ευσεβής που 

ζητά συγχώρεση από το Θεό του 

θα αφανιστώ, σε χρόνο σύντομο. 


Εγώ να κάνω αυτό που μου προτείνεις

ποια είμαι εγώ άλλωστε που τολμώ 

να έχω προσωπική βούληση σε θέματα 

που αφορούν τη ζωή μου, αλλά 

να σε ρωτήσω κάτι τελευταίο.


Αν το δικό μου καλό, εξελιχθεί 

σε καλύτερο από το δικό σου καλό 

θα το αντέξεις; 

Ή μήπως εκεί κάπου εκεί θα γλιστρήσει

η μάσκα και θα φανερωθούν τα 

πραγματικά σου κίνητρα, φίλε μου; 


Το καλό μου και το κακό μου έχουν 

αποκλειστικό κηδεμόνα, εμένα. 

Δεν χρειάζονται συνεπιμέλεια. 


Έλενα Κορινιωτη

Τετάρτη 21 Απριλίου 2021

Στο σιδηροδρομικό σταθμό (της Έλενας Κορινιωτη)



Θα το ξανάκανα.
Πάλι στα βιαστικά θα επιβιβαζόμουν στο τρένο της γραμμής, χωρίς να το πολυσκεφτώ.
Θα τσαλάκωνα με τα δάχτυλα μου το χαρτάκι που θα αναγραφόταν τ' όνομα της πόλης σου.

Πάλι θα ξεθόλωνα με την παλάμη μου το τζάμι.
Κοιτάζοντας τα δέντρα που σαν αλαφιασμένα θα παρασύρονταν προς τα πίσω.
Ίσως με την ίδια μανία που θα έσπασα κι εγώ το κοντέρ του χρόνου.
Εντελώς αφύσικα θα έτρεχα προς τα πίσω.
Πίσω, πίσω κι άλλο πίσω.
Ίσα για ν' αγγίξω εκείνη τη θαμπή ανάμνηση της πρώτης μας συνάντησης.
Να σου συστηθώ ξανά.
Να μη σ' αφήσω να μου ξεγλιστρίσεις ξανά.

Πάλι, με δύο ακουστικά στ' αυτιά και με μια αγκαλιά μελωδίες θα ταξίδευα.
Πάλι θα σκάρωνα έναν εσωτερικό μονόλογο, προβάροντας τις λέξεις που θ' άφηνα να κυλίσουν απ' τα χείλη μου. 
Μαντεύοντας τις απαντήσεις σου, σίγουρα θα φαντασιονόμουν όσα θέλω να μου ψιθυρίσεις.
Ξανά και ξανά.
Πάλι για εκείνο το ρίγος, το σκαλωμένο στο κορμί.
Μέχρι το βαγόνι να σταματήσει στο τελικό προορισμό του.

Πάλι, τόσα χιλιόμετρα για σένα. 
Πάλι, να νιώθω τα λεπτά να κυλάνε μαρτυρικά αργά.
Πάλι, με την ίδια αθωότητα, να ξαναφάω τα μούτρα μου.
Μυαλό δεν έβαλα, γαμώτο.
Πάλι, αυτή την απερισκεψία θα προσθέσω στη λίστα των αγαπημένων μου.
Που θα τη βάζω σ' αυτόματη αναπαραγωγή, όταν θα ξεμένω από ζωή.
Να μου υπενθυμίζω πως κάποτε είχα τα κότσια να διεκδικήσω όσα μου κατακαίνε τη ψυχή.
Το αν άξιζαν, είναι ένα άλλο ζήτημα.

Πάλι, έτσι ένα βράδυ ανούσιο, σαν το αποψινό.
Τυλιγμένη μέσα στη φόδρα του παλτό σου να σου ψεύδομαι ασύστολα λέγοντας σου πως "Έχουμε τελειώσει".
Η φωτιά του αναπτήρα ν' ανάβει κι εσύ να μου τον τραβάς βίαια απ' το χέρι.
"Κόψ'το, σε καταστρέφει" να μουρμουρίζεις νευριασμένος.
Κι ύστερα να με φιλάς.
Λες και τα χείλη σου δεν έχουν ανάλογα ποσοστά επικινδυνότητας.
Λες και δεν είναι ικανά να με εξοντώσουν. 
Πάλι εσύ, μια τρέλα μεγάλη.
Μια αιώνια πάλη, για ένα διαολεμένο πάλι. 
Θα ερχόμουν ξανά. 
Και δεν θα έκοβα τίποτα στο μοντάζ.

Να με περιμένεις.
Στο σιδηροδρομικό σταθμό.


Έλενα Κορινιωτη

Κυριακή 14 Φεβρουαρίου 2021

Μου λείπεις ακόμα (της Έλενας Κορινιωτη)



Βάζω υπενθύμιση στον εαυτό μου 

-να μη το αμελήσει αυτή τη φορά-.

Τις σωστές λέξεις να σου πω,

τι κι αν δεν τις εννοώ. 

Όλα υπόκεινται πια, 

σε ένα συλλογικό όφελος.

Θα είμαστε καλύτερα 

έτσι χωριστά κι αγαπημένοι, 

(κι ενδόμυχα ερωτευμένοι).


Μου λείπεις, ακόμα.

Κι απ' τις τρεις αυτές λέξεις,

εκείνη κυριολεκτικά που με διαλύει

είναι αυτό το -ακόμα-. 

Σαν ποινή ακούγεται, 

σαν έσχατη τιμωρία 

για κάποιο έγκλημα 

που μάλλον δεν διέπραξα. 


Να θυμηθώ την επόμενη φορά 

που θα σε συναντήσω 

να προσποιηθώ πως μου πέρασες

σαν μη θανατηφόρα ασθένεια

βραχείας διάρκειας. 


Να μη ξεχάσω να σου δείξω 

πόσο εντάξει είμαι μακριά σου. 

Να μη ξεχαστώ επάνω στον 

έκδηλο συναισθηματισμο μου 

και σου ομολογήσω πως σε σκέφτομαι


... ακόμα.


Γιατί σε κάθε ρήμα που έχει εσένα 

ως υποκείμενο, σχεδόν αυτόματα 

προσδίδεται η έννοια του ακόμα.


Σε αγαπώ ακόμα.

Σε ξεπερνάω ακόμα.

Βλέπεις πιο χαλάει την πρόταση;

Ποιο δημιουργεί πρόβλημα;

Αυτό το ακόμα. 


Έλενα Κορινιωτη

Σάββατο 5 Δεκεμβρίου 2020

Άτιτλο (της Έλενας Κορινιωτη)



Και πέφτεις, ξανά και ξανά. 

Με φόρα, άλλοτε γλιστράς, 

καμία φορά σε σπρώχνουν. 

Κι αντί να το αποδεχτείς 

και να βγάλεις φτερά να πετάξεις,

σέρνεσαι και κλαίγεσαι,

Σου φταίει η μοίρα, ο κόσμος,

η ρουφιάνα η κοινωνία. 

Και ποτέ ο εαυτός σου. 


Ζητάς σωτήρες και σούπερ ήρωες

για να σε απεγκλωβίσουν από τη μαυρίλα. 

Απλώνεις το χέρι σου μπας

και σε τραβήξουν στην επιφάνεια

την ώρα που δεν ξεκουνάς τα πόδια σου.

Κανείς δε σου χρωστάει βοήθεια

πέρα από τον εαυτό σου. 

Τι κάνεις για εσένα, εσύ;


Ξέρεις τι κατάλαβα μετά από 

τόσα γκρεμοτσακίσματα αγάπη μου;

Πως με λίγη προσπάθεια, 

μπορεί να εξομαλυνθεί.

Υπάρχει η δυνατότητα

να μην προσκρούσεις

με τα μούτρα επάνω στα βράχια. 

Να πέσεις στα μαλακά 

κι ο χρόνος παραμονής σου στο έδαφος 

να είναι κάθε φορά όλο και μικρότερος.

Να μη χρειάζεσαι ξένα στηρίγματα

για να ορθώσεις το σώμα σου.

Είσαι δυνατός, χωνεψε το.


Η ζωή είναι καρδιογράφημα. 

Και η γραμμή της, οφείλει

να ίπταται και να καταδύεται. 

Αν γίνει ευθεία, τελείωσες. 

Τις ευθείες να φοβάσαι

κι όχι τις πτώσεις.

Είχες πάντα στην πλάτη σου φτερά

μα δεν είχες μάτια να τα δεις.

Τώρα ξέρεις. 


Κάνε τις ελεύθερες πτώσεις

ελεύθερες πτήσεις. 

Μπορείς. 


Έλενα Κορινιωτη

Τετάρτη 23 Σεπτεμβρίου 2020

Ξέρω έναν Οδυσσέα (της Έλενας Κορινιωτη)


Ξέρω έναν Οδυσσέα
που δεν έφτασε ποτέ.
Ξέρω και το γιατί.
Γιατί δε το ήθελε πραγματικά.
Γιατί την έβρισκε με το να γυρεύει,
όχι με το να έχει.
Γιατί ήταν ευθυνόφοβος
κι αν κάτι ήξερε να πράττει καλά,
ήταν να ανάβει φωτιές
και σαν κατατρεγμένος
να το βάζει στα πόδια.
Γιατί δεν ήξερε τι του γινόταν,
σκαλωμένη η ανικανοποίητη
διάθεση επάνω του.
Γιατί ευκολα βολευόταν
και ξεχνιόταν με την Κίρκη
και την Καλυψώ,
για ορισμένο χρονικό διάστημα.
Γιατί μετά απ' όλες αυτές
τις περιγραφές, σου βγαίνει
αβίαστα να πεις πως
κυρ Οδυσσέα μου,
ήσουν κομματάκι μαλ@κας.
Όχι, μη βιαστείς να το ξεστομίσεις,
υπάρχει και χειρότερο.

Μαλ@κας ήταν η Πηνελόπη.
Αυτή η κακομοίρα,
που πρόσμενε καρτερικά
ένα ψίχουλο του, μια μεταμέλεια του,
μια αλλαγή του.
Αυτή που παρίστανε τη χαζή,
τάχα πως δεν έβλεπε,
τάχα πως δεν άκουγε,
τάχα πως δεν καταλάβαινε.
Αυτή που δικαιολογούσε
κάθε αλλοπρόσαλλη συμπεριφορά του.
Αυτή που την ερωτεύονταν,
την ορέγονταν, την ποθούσαν,
την κοιτούσαν, μα δεν την άγγιζαν.
Κρατούσε ανέγγιχτη
την ωραιότερη εκδοχή της,
για τη μεγαλύτερη καψούρα της,
κανείς τους να μη τη μαγαρίσει.
Δεν χαράμιζε ρανίδα συναισθήματος,
για άλλον εραστή.
Το 'θελε πολύ να το ζήσει
μωρέ η δόλια, αλλά ο πρωταγωνιστής
ήταν ελλιπής κι ελαττωματικός
για μεγάλους έρωτες.

Ξέρω έναν Οδυσσέα
που δε γύρισε ποτέ.
Μα καλύτερα γνωρίζω
μια Πηνελόπη
που σκυλοβαρέθηκε να περιμένει.
Που μπούχτησε να του δίνει
οδηγίες χρήσης για το πώς πρέπει
να της συμπεριφερθεί.
Που αγανάκτησε
να του ξεδιπλώνει χάρτες,
για να βρει το δρόμο της επιστροφής.
Που ένιωσε αυτολύπηση
με την πάρτη της.
Που έκοψε μαζί με τις κλωστές
του υφαντού της, όλες τις
προσδοκίες της για εκείνον.
Που χειραφετηθηκε την ώρα
που έριξε μαύρη πέτρα στην Ιθάκη.
Που γύρεψε κι εν τέλει βρήκε
έναν έρωτα που δεν προϋπόθετε
εικοσαετή αναμονή για να τον ζήσεις.

Ξέρω μια Πηνελόπη
που έκανε το ωραιότερο plot twist
στην ιστορία των μυθιστορημάτων.
Σηκώθηκε κι έφυγε.
Γυρίσει δε γυρίσει ο Οδυσσέας,
καρφάκι δεν της καίγεται πια.

Έλενα Κορινιωτη



Σάββατο 18 Ιουλίου 2020

Κοίτα να δεις πως ηρέμησε η ψυχή (της Έλενας Κορινιωτη)



Κοίτα να δεις,
πως ηρέμησε η ψυχή
τώρα που ξέρω
πως θα ξυπνώ
και θα κοιμάμαι στο πλάι σου.
Τώρα που κάθε ένδειξη
στου ρολογιού τον λεπτοδείκτη
θα έχει κρατημένη
 και μια στιγμή σου μαζί σου.
Τώρα που μάζεψα
σε δύο στοίβες από κούτες
ολάκερη τη ζωή μου
για να την τακτοποιήσω
δίπλα στη δική σου.

Μέσα στα χαρτόνια
τόσα μικροπράγματα
συγκρατούν θραύσματα ονείρων.
Στη γαλάζια κούπα σου,
αυτή που θα σου γεμίζω
με την αγαπημένη
γεύση του καφέ σου.
Στο τασάκι που θα σβήνεις
τα αποτσίγαρα
και τις έγνοιες σου.

Κοίτα να δεις
που τόσα χρόνια
έπαιζα κρυφτό με την ευτυχία
γυρεύοντας τη σε λάθος μέρη.
Ψάχνοντας ένα -κάτι-
εντελώς ακαθόριστο.
Σήμερα, αυτό το σούρουπο
καθισμένη στο μπαλκόνι
ενός διαμερίσματος
που βλέπει στη θάλασσα.
Περιστοιχισμένη από χαρτόνια
με κολλημένες κορδέλες
που γράφουν "Προσοχή εύθραυστον".
Μέσα σ' ένα άδειο διαμέρισμα
με φρεσκοβαμμένους τοίχους
και με την έντονη μυρωδιά
της μπογιάς
να μου γαργαλάει το λαιμό.
Πλάι σ' εσένα που σ' ακούω
να υπολογίζεις
που θα στηθεί ο καναπές
και που η βιβλιοθήκη
όσο αστείο κι αν σου ακουστεί
νομίζω πως βρήκα
την ευτυχία που διακαώς λαχταρούσα.

Κοίτα να δεις που χώρεσαν
μέσα σε πενήντα τετραγωνικά
οι ωραιότερες προσδοκίες μου.
Όλα τα μεγάλα "προσεχώς"
της ζωής μου στάλθηκαν
στη νέα διεύθυνση κατοικίας μας.

Κοίτα να δεις
που τελικά τα καταφέραμε.
Ίσως γιατί αγαπηθήκαμε
 απλά, ανεπιτήδευτα, φυσικά,
όπως ακριβώς ανασαίνουμε.

Έλενα Κορινιωτη


Τετάρτη 13 Μαΐου 2020

Μη μ' αγαπάς, σου έφυγα. (της Έλενας Κορινιωτη)



Μη μ’ αγαπάς.
Αν είναι να μου κρατάς
το χέρι με ατονία και δισταγμό.
Αν στον πρώτο κρότο
λιγοψυχήσεις και μου τ’ αφήσεις.

Στην αγάπη τα δάχτυλα
δένονται σφιχτά.
Οι παλάμες
εφάπτονται ιδανικά.
Μη μ’ αγαπάς.
Αν δεν το νιώθεις
να μη το ξεστομίζεις.
Και μη μου το γράφεις
σε άψυχα μηνύματα.
Κανένα αληθινό σ’ αγαπώ
δεν φτιάχτηκε με πλήκτρα.
Με πράξεις να το χτίσεις.
Δεν θέλω λέξη να ηχήσει.

Ζωγράφισε μου
θεόρατα χαμόγελα.
Και μάτια λαμπερά,
σαν φωτάκια αναμμένα.
Με ανάσες θερμές
και παθιασμένες.
Να φλέγομαι από πόθο
κι όχι από πόνο.

Μη μ’ αγαπάς.
Σε κουβάλησα στα χέρια μου.
Μαζί με τις φουρτούνες σου.
Καρπώθηκα ως και
τις μαυρίλες σου.
Κι έγινα ένα φορτίο
που σέρνει έγνοιες.
Δικές σου, δικές μου,
της «αγάπης» μας.
Ούτε άνθρωπος,
ούτε γυναίκα.
Δοχείο με σκόρπιες θλίψεις.
Κι αντί να πετώ,
σερνόμουν κι αγκομαχούσα.
Ώσπου δεν άντεξα
και κατεδαφίστηκα.
Δεν βαστάει μια πλάτη
την αγάπη.

Μη μ’ αγαπάς
Κι αυτή η μακρόσυρτη
μοναξιά σου, μ’ έχει γονατίσει.
Προτιμώ να μας
χωρίζουν χιλιόμετρα,
παρά δύο ανάσες
στο κρεβάτι.
Γιατί ανάμεσα
στις αποστάσεις,
μπορώ να στριμώξω
μια δικαιολογία.
Πως λείπεις, γι’ αυτό
νιώθω ένα θεόρατο κενό.
Όμως τώρα ποια
πρόφαση να χτίσω;
Που στέκουμε αντικριστά.
Κι είναι σαν να μη με βλέπεις.
Πιο αόρατη κι απ’ τα ντουβάρια
αυτού του σπιτιού,
κάνω θόρυβο μήπως
και με προσέξεις.
Μα έχεις καιρό να με κοιτάξεις.
Κι ούτε λόγος
να μ’ αφουγκραστείς.
Όταν είμαι πλάι σου,
γίνομαι πιο μόνη από ποτέ.

Μη μ' αγαπάς.
Πλέον δεν το έχω ανάγκη
Αρνούμαι να σου δώσω
τις οδηγίες χρήσεως
για να το πράξεις κατάλληλα.
Άλλωστε αυτή η συνθήκη
έρχεται αβίαστα.
Δεν παράγεται με το στανιό.
Τα αποφάγια της αγάπης σου
δεν πρόκειται να με χορτάσουν ξανά.


Ελενα Κορινιωτη



Παρασκευή 13 Μαρτίου 2020

Ο εγωισμός μου (της Έλενας Κορινιωτη)

Δεν μπορούσα να σας ζυγίσω,
ούτε καν να λογαριάσω
ποιος απ τους δύο σας μετράει διπλά για μένα.

Ένιωθα, ένιωθα, ένιωθα.
Σε πόσα τετραγωνικά της ψυχής
να στοιβάξω τόσο συναίσθημα;
Αναπόφευκτο το ξεχείλισμα δε νομίζεις;

Να πέφτω για σένα, να με σηκώνει στα βιαστικά εκείνος.
Να καίγομαι για σένα, να με σβήνει εκείνος.
Να γυρνάω σε εσένα, να μου κόβει τη φόρα εκείνος.

Έπρεπε, έπρεπε, έπρεπε.
Σε πόσα κιταπια αντοχών νομίζεις
χωράνε οι συμβιβασμοί μου;
Αναπόφευκτο το χάος του μυαλού, δε νομίζεις;

Να ησυχάζω με εσένα, να μου ροκανίζει τη ζωή εκείνος.
Να ξέρω πως μόνο μαζί σου θα είμαι ευτυχισμένη,
να μου σπερνει τις αμφιβολίες εκείνος.
Να γράφω για σένα, να μου σκίζει τις σελίδες εκείνος.
Μη τυχόν και πέσουν στα χέρια σου.
Μη τυχόν και καταλάβεις.

Ένιωθα. Έπρεπε.
Για σένα έπρεπε να νιώθω, αλλά ας όψεται εκεινος.

Να γυρεύεις εμένα, να σε επισκέπτεται εκείνος.
Να παλεύεις για μένα, να στα κλωτσαει όλα εκείνος.
Να γυρίζεις σε μένα, να σου τρίβει κατάμουτρα
τη δήθεν ευτυχία μου εκείνος.

Έτσι είναι εκείνος.
Ατιμος. Χωρίς μπέσα.
Το πιο κτητικό αρσενικό,
αυτό που κοιμάται μέσα μου.
Εκείνος λοιπόν ή αλλιώς ο απροσπέλαστος εγωισμός μου.
Αυτός που δε θα άντεχε ποτέ να σου χαριστώ
για λίγα ψίχουλα αγαπης.
Αυτός που δε μου επιτρέπει να μιλήσω παραπάνω για σένα.
Κι ήδη είπα πολλά.


Έλενα Κορινιωτη


Δευτέρα 13 Ιανουαρίου 2020

Όμως έχω εσένα (της Έλενας Κορινιώτη)

Όμως έχω εσένα.
Κι ίσως στη ζωή μου να μην είχα κανέναν περισσότερο δικό μου από εσένα.
Και δεν θυμάμαι πότε ξεκίνησα να σ' έχω ανάγκη.
Και δεν κατάλαβα πως δέθηκα.
Και δεν πρόσεξα πως σου αφέθηκα.
Πως σου ανοιχτηκα.
Πως κατάφερες να τραβήξεις τις βαριές κουρτίνες μου βλέποντας την αμοντάριστη πλευρά μου.

Όμως έχω εσένα.
Και φοβάμαι μη σε χάσω σαν τους άλλους.
Και δεν έχω ιδέα πως θα σε κρατήσω κοντά μου.
Και δεν σκαμπάζω από αυτά, από πολύπλοκα σχέδια και τερτίπια.
Δεν βρήκα καμιά καλή δικαιολογία για να σε ζητώ κι απόψε.
Μάλλον για μια ακόμη φορά θα χρειαστεί να σου εκδηλωθώ.
Πάντα μου προκαλούσε αμηχανία αυτό.

Όμως έχω εσένα.
Ακόμη κι όταν λείπεις.
Στα τραγούδια που σου σιγοτραγουδώ.
Στα ασυγχρόνιστα γέλια κάθε φορά που θυμάμαι τα αστεία μας.
Στις αυτοκαταστροφές μου, να με τραβάς από τους πυθμένες.
Στις αδικαιολόγητες αιθεροβασίες μου, να με τσακίζεις άγαρμπα στο έδαφος, βάζοντας μου ιώδιο στις πληγές.
Στις στιγμές που απλώς αφήνομαι σ' έναν γλυκό ύπνο κι εσύ μένεις να με κοιτάς πως ανασαίνω.

Όμως έχω εσένα.
Να μ' αγαπάς για δυό.
Κυρίως όταν δεν μ' αγαπώ εγώ.
Κυρίως όταν δεν με βρίσκω.
Κυρίως όταν δεν έχω κανέναν, ούτε καν εμένα
Έχω εσένα.

Σ' αγαπώ.

Έλενα Κορινιώτη





Παρασκευή 15 Νοεμβρίου 2019

Ει σε σένανε μιλάω (της Έλενας Κορινιώτη)

Έϊ, σ’ εσένα μιλάω.
Δεν βαρέθηκες να καταπιέζεις τον εαυτό σου;
Ολόκληρος άνθρωπος να στριμώχνεσαι σε κάτι καλουπάκια «τόσο δα».
Ποια μανία σε πιάνει και πασχίζεις να τους μοιάσεις;
Ίδιοι άνθρωποι, με μια φάτσα κοινή κι ανέκφραστη ίσως το μόνο που τους ξεχωρίζει είναι ένα ονοματεπώνυμο στο δελτίο μιας ξεχασμένης ταυτότητας στο πορτοφόλι.

Παρ’ το χαμπάρι πριν να είναι αργά.
Μια φορά ζεις. Σήμερα. Τώρα.
Αυτό το πάτωμα είναι η σκηνή σου.
Κι αυτή η παράσταση δεν είναι η τζενεράλε σου, αλλά η πρεμιέρα σου.
Αποφάσισε για ποιον θα παίξεις.
Για την πάρτη σου ή για το χειροκρότημα;
Μια υπενθύμιση μόνο.
Ο όχλος διαθέτει μιμητικές τάσεις.
Αν κάποιος ξεκινήσει τα χειροκροτηματα θα ακούσεις μυριάδες παλαμάκια να ακολουθουν.
Στα γιουχαρίσματα τι θα κάνεις;
Στις αμφισβητήσεις;
Στις αποδοκιμασίες;
Στις μεγάλες αποτυχίες;
Στο αντίκρισμα των αδειών θέσεων;
Ή μήπως έχεις την ψευδαίσθηση πως όλοι σου χρωστάνε απο μια αποθέωση;
Μη γελιέσαι.

Από όλες τις φωνές που παίζουν σαν σε φρενίτιδα τριγύρω σου, σε μια να ανοίγεις στο τέρμα την ένταση.
Σ’ εκείνη της καρδιάς σου.
Κι άσε να σιγοπαίζουν χαμηλωμένες εκείνες που σε κολακεύουν κι οι ψίθυροι που σε κατακρίνουν.
Τα χυδαία στόματα δεν γυρεύουν αφορμές για να ξεράσουν τη λάσπη τους. Αρκεί να αναπνέεις, θα τους φταίει η ανάσα σου.

Έϊ σ’ εσένα μιλάω.
Πάψε να σε αντιμετωπίζεις σαν προϊόν ευρείας κατανάλωσης.
Δεν είσαι μονάχα ο καθρέφτης σου.
Είσαι οι σκέψεις σου.
Είσαι οι επιθυμίες σου.
Είσαι οι τρελες σου.
Είσαι τα λάθη σου.
Είσαι το παρελθόν σου.
Είσαι ενα μοναδικό συνοθήλευμα γενετικού υλικού ανάμεσα σε επτά δισεκατομμύρια διαφορετικά μείγματα.
Ακόμα καίγεσαι να σε αποδεχτούν;
Ακόμα να καταλάβεις πώς στον μόνο που χρωστάς είναι στον εαυτό σου;
Μη του στερήσεις τίποτα.
Δεν είσαι για πάντα.

Έλενα Κορινιώτη

Κυριακή 13 Οκτωβρίου 2019

Ο ΜΟΝΟΛΟΓΟΣ ΤΗΣ ΜΑΝΑΣ (της Έλενας Κορινιώτη)


Έτος 1908

"Μάνα, μάνα, μάνα" Με λένε μάνα. Δεν έχω όνομα κι αν κάποτε είχα, το ξέχασα κι αυτό, ξεθώριασε.
"Μάνα έλα εδώ, μάνα κάνε αυτό, μάνα κάνε κουράγιο". Σ' αυτή τη ζωή γεννήθηκα για να ξεπλέκω άλλες ζωές. Να τις καλοχτενίζω, να τις σενιάρω, να τις στολίζω κι αν με ρωτάς δεν είμαι σίγουρη πως αυτό ήθελα, αλλά και τι να έκανα. Δεκαπέντε χρονών παντρεύτηκα τον Γιάννο, δεκαέξι απέκτησα τη Λεμονιά. Ήμουν ενα παιδί που μεγάλωνε ένα μικρότερο παιδί κι υπέμενε τις ιδιοτροπίες του συζύγου της. Άντρας ήταν να μου πείτε, είχα την υποχρέωση να τον υπηρετώ και να τον συγχωρώ. Τουλάχιστον μας φρόντιζε να μη μας λείψει κάτι, πέρα από το χάδι. Άλλωστε η αγάπη που δεν τρώγεται, ούτε αγοράζεται ήταν περιττή για εκείνον. Σκληρός άνθρωπος, ψυχρός, απρόσιτος ως το τέλος της ζωής του.

Η ξανθομαλλούσα μου όμως, ήταν φτιαγμένη από άλλη στόφα. Ευαίσθητη, συμπονετική, γεμάτη καλοσύνη. Αχ και πόσο με αγάπαγε! Σφιχτά δεμένη μαζί μου, ρούπι δεν έκανε χωρίς εμένα. Στο σπίτι, στο κουβάλημα του νερού, στο στάβλο, σαν κορδελάκι κρεμασμένο επάνω στη φορεσιά μου. "Θα σε βοηθήσω εγώ μαμά" έλεγε με τη ψιλή φωνούλα της προσπαθώντας να σηκώσει τη στάμνα κι εγώ γελούσα με τα καμώματα της. Τα ωραιότερα χρόνια μας ήταν αυτά, προτού μας βρει το κακό.

Ανάθεμα! Ανάθεμα την ώρα και τη στιγμή! Ανάθεμα και σ' εκείνο το διαβολόσπερμα τη Μαρουσώ που βρέθηκε στο διάβα μου! "Ξαδέρφες είστε, θα αγαπιέστε" της έλεγα η τρελή, δε γνώριζα τι φίδι έτρεφα στον κόρφο μου. Το ζήλευε το παιδάκι μου. Και δεν τρώω εγώ κουτόχορτο, ούτε είμαι καμιά χθεσινή για να πιστέψω τις δικαιολογίες του νιάνιαρου. Τάχα δεν το ήθελε, τάχα έγινε τυχαία, καταλάθος επάνω στο κυνηγητό. Μωρ' τι μας λες; Καταλάθος έσπρωξε τη Λεμονίτσα μου στον αναμμένο φούρνο; Σαν χθες θυμάμαι το κλάμα της, πως να το ξεχάσω; "Μάνααααα" έσκουξε σαν να μην είχε φωνή ανθρώπου, σαν να κραύγαζε ένα αγρίμι που το έγδαραν ξεχειλώνοντας την πέτσα του. Έτρεξα όσο πιο γρήγορα μπορούσα κι αυτό που αντίκρισα να μη το αντικρίσει ούτε ο χειρότερος εχθρός μου. Ένα τόσο δα πλασματάκι να παλεύει με τις φλόγες κι εγώ να στέκομαι ανήμπορη μπροστά της. Τι να έκανα; Τι; Οι τσιρίδες της Λεμονιάς να τρυπάνε το μυαλό μου, οι γειτόνισσες να προσπαθούν να τη συνεφέρουν ρίχνοντας της κρύο νερό κι εκείνο το βρωμοκόριτσο να έχει λουφάξει στη γωνιά και να παρακολουθεί ατάραχη το θέαμα. Μα δεν είναι ο πόνος που τρύπησε το κορμάκι της, είναι τα σημάδια που τρύπησαν τη ψυχή της.

Τι να θυμηθεί το παιδί μου και τι να πρωτοξεχάσει; Τέρας την αποκαλούσαν τα σκατόπαιδα της γειτονιάς κάνοντας χάζι κάθε φορά που κρυβόταν πίσω από τη φούστα μου. Τα 'παιρνα κι εγώ στο κυνήγι με μια χούφτα πέτρες. "Στο διάολο να πάτε παλιόπαιδα" και πριν προλάβω καλά καλά να τα ξεπροβοδίσω, να τρέχω πίσω από τη μικρή μη κάνει καμιά τρέλα.
Μαντήλια εδώ, μαντήλια εκεί, μια κασέλα γεμάτη μαντήλια, δεύτερη σάρκα της τα είχε κάνει. Τα κρέμαγε στο πρόσωπο της, σαν να έκρυβε το μεγαλύτερο μυστικό του κόσμου που ήρθε και φώλιασε επάνω στη σάρκα της.
"Τουρκάλα είσαι εσύ για Γκρέκα;" της έλεγαν περιπαικτικά οι αχρείοι συγχωριανοί μας. Με κόπο μάκρυνε τα μαλλιά της για να πετάξει τα υφάσματα. Άντε και να τα ρίχνει σαν κουρτίνα επάνω στα εγκαύματα. Να τα σβουρίζει από εδώ, να τα γυρνάει από εκεί και να ψάχνει τρόπους να καλύψει το μισό πρόσωπο της που είχε γίνει σαν τσαλακωμένο χαρτί απ' τις φωτιές. Δεν το άντεχε. Και δεν άντεχε και τον περίγυρο που έμπηγε τα αδιάκριτα βλέμματα του επάνω της, σαν να 'τανε βελόνες. Στο φως της μέρας δεν έβγαινε, έμενε ξαπλωμένη σ' ένα σκληρό ντιβάνι να διαβάζει σελίδες και σελίδες, ολόκληρα βιβλία και τόμους, ποιος ξέρει σε ποιους μαγικούς κόσμους ταξίδευε ώσπου να δύσει ο ήλιος. Τη λάτρευε τη νύχτα. Ίσως γιατί το σκοτάδι ήταν ο καλύτερος φίλος της.

Όσο ζούσε ο Γιάννος είχαμε μια κάποια ηρεμία μα από την ώρα που έκλεισε τα μάτια του κατάλαβα για τα καλά πως η Λεμονιά θα δυστυχήσει. Τα χρήματα λιγόστεψαν κι οι συγγενείς γύρισαν τις πλάτες τους. Κακά τα ψέματα, το ξέρετε κι εσείς όταν φεύγει η κεφαλή της οικογένειας, το σπιτικό ερημώνει, σαν να σαπίζει σιγά-σιγά απ' τα θεμέλια του. Η μόνη σωτηρία μας ήταν να βρει ένα καλό παλικάρι να την αποκαταστήσει, να τη ζήσει. Εγώ γριά γυναίκα ως πότε θα την φροντίζω;  Αν τύχαινε και μ' έπαιρνε ο Θεός, τι θα απέγινε; Αχ και τι δεν έκανα για να τη στεφανώσω. Παρακάλεσα προξενητάδες από όλους τους μαχαλάδες να μου την κανονίσουν, μα κανένας δεν αναλάμβανε τέτοιο φορτίο. "Είσαι καλή γυναίκα Μόρφω, μα ποιος θα την πάρει νομίζεις;". Κάθε φορά που ξεστόμιζαν τούτα τα λόγια, ένιωθα μια χαντζάρα να μπήγεται και να στριφογυρνάει μέσα στην καρδιά μου. "Είναι γλυκιά, καλοσυνάτη, νοικοκυρά και δεν φαντάζεστε πόσα κατεβάζει ο νους της. Ξέρει από φερσίματα σας λέω, τα ξεπατίκωσε όλα από τα βιβλία που διαβάζει" τους έλεγα μα εκείνη ανένδοτοι. Μονάχα η Κατινιώ φιλοτιμήθηκε να με βοηθήσει, να την έχει ο Παντοδύναμος καλά και να μη την κρίνει αυστηρά γι' αυτό που κάναμε. Ας πάρω το βάρος της αμαρτίας όλο επάνω μου, εμένα ας τιμωρήσει.

Και σε ποιον να το πω και να μη με κατακρίνει πως παρουσιάσαμε τη Μαρουσώ στον Κωσταντή, ως κόρη μου. "Τι βλέπεις εκείνη τη λυγερή Κωσταντή; Θα σε ενδιέφερε;" του ψιθύρισε η Κατινιώ στο προαύλιο της εκκλησίας στοχεύοντας με το δάχτυλο της την ανιψιά μου. Εκείνου όχι μόνο του άρεσε, ξετρελάθηκε, του τρέξανε τα σάλια. Κι αν με ρωτάς γιατί διάλεξα αυτή θα σου πω πως πρώτον έμοιαζαν σαν αδερφές και δεύτερον είχα την εντύπωση πως ήταν δίκαιο τούτο το χέρι που παράχωσε το παιδάκι μου στη δυστυχία, να τη βγάλει από δαύτη.
Κι αυτό το βρομοθήλυκο που δεν έχει ίχνος τσίπας επάνω της, δύο μέρες πριν το στεφάνωμα πήγε στο σπίτι των Μαυρογιαννέων και τα ξέρασε όλα! Τ' ακούτε; Όλα τα μαρτύρησε η προδότρα. Πως θα βάζαμε τη Λεμονιά κάτω από το κεντημένο πέπλο. Ναι, θα το καταλάβαινε, χαζός δεν είναι μα θα είχε ήδη προλάβει να ψάλλει το "Δι ευχών" ο Παπά-Γιώργης. Κι αν έμπαινε η κουλούρα στο κεφαλάκι της Λεμονιάς θα έμπαινε και το νερό στο αυλάκι, αλλά ανάθεμα σε καταραμένη Μαρουσώ, να υποφέρεις κάθε μέρα.
Οι Μαυρογιαννέοι σαν σκυλιά λυσσασμένα όρμησαν στο σπιτικό μου, πετώντας πέτρες και μαδέρια. Και τι ξεστόμισαν τα στόματα τους, δε λέγεται. Περίγελος γίναμε, σε όλους τους μαχαλάδες.
Τούτη ήταν κι η τελευταία μέρα που είδα το παιδάκι μου.

Αχ δόλια Λεμονιά! Σε τούτη τη ζωή ήρθες για να υποφέρεις.

Με λέγαν μάνα.
Όχι πια.
Τώρα δεν είμαι τίποτα.
-----------------------------------------------------
Η Μόρφω ήταν πεσμένη επάνω στο άψυχο σώμα της Λεμονιάς θρηνώντας για ώρες ολόκληρες.
Η νεαρή έβαλε τέλος στη ζωή της, φοβούμενη πως θα καταλήξει μόνη της.
Δεν άντεξε το στίγμα.

Έλενα Κορινιώτη



Πέμπτη 29 Αυγούστου 2019

Ο πα-τέρας (της Έλενας Κορινιώτη)


Ήθελα πολύ να χάσω την πτήση. Να βρεθώ κολλημένος στο μποτιλιάρισμα της Εγνατίας, πλάι στα παλιοσίδερα που έβραζαν από τη ζέστη. Οι λεπτοδείκτες να έτρεχαν αλαφιασμένοι σαν να τους κυνηγούσαν οι Ερινύες, δείχνοντας έξι. Να τηλεφωνούσα στη Τζένη δήθεν απογοητευμένος που δεν τα κατάφερα να παραστώ στο κάλεσμα της. Ύστερα να απενεργοποιούσα το τηλέφωνο. Και να έπαιρνα μια βαθιά αναζωογονητή ανάσα, γεμίζοντας το μέσα μου με λύτρωση. Μα ήμουν τόσο δειλός για να το πράξω.

Επιβιβάστηκα στο αεροπλάνο. Κοίταζα επίμονα έξω από το παράθυρο, πως μίκραιναν τα λαμπερά φώτα της πόλης κατά την απογείωση. Από πύρινες γλώσσες, κατέληγαν σε μικροσκοπικές κουκίδες. Σαν τα τραύματα που ανοίγονται στα σώματα. Στην αρχή πελώρια θαρρείς και δεν θα σβήσουν ποτέ, μα πάντα καταλήγουν τόσο δα σημάδια που με δυσκολία κανείς διακρίνει. Ίσως μονάχα εσύ, κάθε φορά που κοιτάζεσαι στον καθρέφτη. Τα μισούσα τα σημάδια μου. Όχι επειδή μου τσαλάκωναν την εμφάνιση. Μονάχα γιατί αυτές οι απολιθωμένες εκδορές συγκρατούσαν όλο το μίσος του πατέρα μου για εμένα.

Ούτε που κατάλαβα πότε προσγειωθήκαμε στο νησί. Πέρασα το κατώφλι του σπιτιού κι ένιωσα μια αγχόνη να αγκαλιάζει το λαιμό μου. Είχα υποσχεθεί στον εαυτό μου πως δεν θα επέστρεφα ποτέ στο κολαστήριο μου. Άλλη μια φορά που αθέτησα την υπόσχεση μου. Η αδερφή μου, έτρεξε στην αγκαλιά μου ενώ με τα πληγωμένα μάτια της έβρεξε το μανίκι της μπλούζας μου.

-Έλα να τον δεις, μουρμούρησε.

-Τζένη..

-Κάνε του το χατίρι Αντώνη μου!

Υπάκουσα. Με δύο δειλά βήματα βρέθηκα στη κρεβατοκάμαρα του η οποία θύμιζε περισσότερο παράρτημα εντατικής. Μια φιάλη οξυγόνου του παρείχε μια μικρή παράταση ζωής. Η όψη του ήταν αποστεωμένη. Σε τίποτα δε θύμιζε εκείνο τον πελώριο δράκο των παιδικών μου χρόνων που με μίσος με τσαλάκωνε σαν πλαστελίνη στα χέρια του. Η μάνα μου στεκόταν στο προσκεφάλι του, κρατώντας του το χέρι.

-Δεν καταλαβαίνει τίποτα είναι αλλού, ψέλλισε η αδερφή μου με ραγισμένη φωνή.

Πλησίασα και κάθισα στην άδεια καρέκλα δίπλα του.

-Άφησε μας μόνους, μουρμούρισα κλείνοντας τη πόρτα.

Στο κομοδίνο του υπήρχε μια στοίβα εκκλησιαστικών βιβλίων, λάδι από τους άγιους τόπους, ένα κομποσκοίνι, αντικείμενα ασυνήθιστα για τον πατέρα που ήξερα τριάντα χρόνια.

-Έγινες καλός χριστιανός, μουρμούρησα ειρωνικά ανοίγοντας τις πρώτες σελίδες ενός θρησκευτικής φύσεως βιβλίου. Στην πρώτη σελίδα έγραφε με φαρδιά πλατιά γράμματα «ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1: ΜΕΤΑΝΟΙΑ».

-Λοιπόν πατέρα, ας μιλήσουμε για μετάνοια, χωρίς να διαβάσουμε αυτές τις χριστιανικές σελίδες. Υποθέτω πως αυτή η λέξη φαντάζει άγνωστη στ’ αφτιά σου. Εμένα ωστόσο με ταλαιπωρεί σταθερά κοντά στα τριάντα χρόνια. Γύρω στα τρία μου, άκουσα για πρώτη φορά τη βροντερή φωνή σου να μου ουρλιάζει να ζητήσω συγγνώμη που τόλμησα το παλιόπαιδο να κλαψουρίσω. Όταν βέβαια, κατατρομαγμένος αρνήθηκα να υποκύψω στην απαίτηση σου, ένιωσα το κάψιμο τις μετάνοιας να απλώνεται πάνω στη βρεφική σάρκα μου. Για την ακρίβεια μου έβαλες τα χέρια επάνω στην αναμμένη σόμπα, προκειμένου να ζητήσω συγγνώμη. Τα κατάφερες, ζήτησα. Τι κι αν σφάδαζα από τα φρικτά εγκαύματα. Ζήτησα μετάνοια κι αυτό ήταν αρκετό να σε κάνει να νιώσεις ηδονή. Έπειτα είχα πάντα στα χείλη κρεμασμένη μια τρομαγμένη συγγνώμη που υπήρχα. Ακόμη κι αν τη ξεστόμιζα, πάντα έπρεπε να δεχτώ το ξυλοφόρτωμα σου προκειμένου να την εμπεδώσω. Με κοίταζες με τέτοια απέχθεια, σαν να μην έβλεπες το σπλάχνο σου, αλλά το δυστυχισμένο γάμο σου με σάρκα και οστά. Κι αυτή τη σάρκα τη τσάκιζες, τη τσαλάκωνες, της έσπαγες τα πλευρά τόσο δυνατά που μια φορά κατέληξα αιμόφυρτος στο νοσοκομείο με διάσειση.

Τα χρόνια περνούσαν κι εγώ προσπαθούσα ν’ αλλάξω τη ρώτα μας. Πίστευα πως κάποια στιγμή θα μαλακώσω τη σιδερένια καρδιά σου, ειδικά αν με δεις να προοδεύω. Στα μαθήματα αρίστευσα, το ίδιο και στο ωδείο, μα στα μάτια σου ακόμη φάνταζα ένα τεράστιο εμπόδιο. Για σένα ήμουν απλώς ο άχρηστος. Ανάθεμα κι αν πρόφερες ποτέ το «Αντώνης». «Που γυρίζει ο άχρηστος;» «Έλα εδώ άχρηστε», «Ζήτα συγγνώμη άχρηστο πράγμα». Σου θυμίζουν κάτι όλα αυτά;

Ξέρεις πότε ήταν η τελευταία φορά που βρεθήκαμε; Όταν σου ανακοίνωσα πως αποφάσισα να σπουδάσω Νομική, αντί για Ιατρική. «Άχρηστε, ζήτα συγγνώμη!» ούρλιαξες. Ήταν η πρώτη φορά που δεν ψέλλισα την πολυπόθητη συγγνώμη σου. Άρπαξες την άδεια καρέκλα που υπήρχε δίπλα σου και την διέλυσες με λύσσα επάνω στη ραχοκοκαλιά μου.

Αν νομίζεις πως βγήκα αλώβητος απ’ όλα αυτά, γελιέσαι. Λένε πως τα παιδιά είναι οι καλύτεροι μιμητές των γονιών τους. Υιοθέτησα τη συμπεριφορά σου, μισώντας τον εαυτό μου. Τέσσερα χρόνια πέρασα ριγμένος στα πεζοδρόμια της Ναυαρίνου να φτύνω αίμα για τη δόση μου. Αλλά αυτό είναι μια άλλη ιστορία, που κλείδωσα για πάντα στο χρονοντούλαπο του χθες. Είδαν τα μάτια μου πολλά εκείνες τις νύχτες. Είδα πολλά αποκρουστικά πρεζάκια να με θυμίζουν τόσο. Οι περισσότεροι διαθέταμε το ίδιο βλέμμα. Βαθύ, μελαγχολικό, άφθονης εγκατάλειψης. Όλοι κουβαλούσαμε μια δακρύβρεχτη ιστορία-αληθοφανή δικαιολογία της σαπίλας μας. Κάποιοι από εμάς σταθήκαμε τυχεροί και ξεμπλέξαμε, ας είναι καλά η αδερφούλα μου. Ώρες ώρες απορώ πως από έναν άνθρωπο σαν εσένα, βγήκαμε εγώ κι η Τζένη. Από το αγκάθι βγαίνει ρόδο, έτσι μου είχε πει κάποτε μια φίλη μου, που έμελλε να γίνει γυναίκα της ζωής μου.

Θα ήθελες πολύ η ιστορία να έχει σταματήσει εδώ, νιώθοντας δικαίωση που εν τέλει κατάντησα ένας άχρηστος σωστά; Λυπάμαι, μα δεν σου έκανα το χατίρι. Άρπαξα τη ζωή απ’ τα μαλλιά. Απέκτησα, πτυχία, τίτλους, διακρίσεις ως πιανίστας. Απέκτησα φήμη και κάτι που εσύ δεν ένιωσες ποτέ. Τη ζεστή, ατόφια αγκαλιά του γιου μου. Που δε αφήνει περιθώρια σε τρόμους και φοβίες. Με κοιτάζει στα μάτια, λες και βλέπει υπερήρωα. Ξέρεις γιατί; Καθώς τα πληγωμένα χέρια μου, εκείνα που τσουρούφλισες στο αναμμένο μαγκάλι υπάρχουν για να του κρατούν σφιχτά το χέρι σε κάθε αποτυχία του και να τον χειροκροτούν σε κάθε επιτυχία του. Ποτέ για να το τιμωρούν, ποτέ για να το γεμίζουν τραύματα.

Τι λέγαμε στην αρχή; Α, ναι για το πόσο καλός χριστιανός είσαι και για τη μετάνοια.

Εγώ δεν κρατώ τίποτα από εσένα. Ούτε μίση, ούτε ετεροχρονισμένες συγγνώμες.

Εγώ μια συγγνώμη χρώσταγα πατέρα, στον εαυτό μου.

Κι αυτή μου την έδωσα, μαζί με τη δεύτερη ευκαιρία στη ζωή.

Εσένα, ας σε κρίνει ο Θεός.


Έλενα Κορινιώτη






Πέμπτη 18 Ιουλίου 2019

Το θηρίο (της Έλενας Κορινιώτη)


Το θηρίο δεν άλλαζε ποτέ μορφή. Κι αν το φαντάζεσαι πανάσχημο με γλοιώδες δέρμα, σουβλερά δόντια και γαμψά νύχια γελιέσαι. Είχε λαιμό, χέρια, πόδια, χαμόγελο. Ήταν ακριβώς όπως εσύ. Ίσως το μόνο που πρόδιδε την θηριώδη υπόσταση του, ήταν το βλέμμα του. Άρρωστο κοίταγμα που διψούσε για αιματοχυσία και τρόμο. Το θηρίο πέρα από τη πληθώρα των κεκτημένων του, κατείχε και το ρόλο του πατέρα.

Το θηρίο δρούσε στα μουλωχτά, έχοντας συνένοχο τη σιωπή. Εκείνη που δημιουργούσε με τις πατρικές παλάμες του. Τις τοποθετούσε σαν φράγμα στα ματωμένα χείλη του γιου του, βουβαίνοντας το κλάμα του. Το θηρίο μπορούσε να τσαλακώσει τη σιγή με λεκτικές απειλές. «Αν το πεις πουθενά θα σε σκοτώσω!» ψέλλιζε. Ύστερα ξερίζωνε ηδονικά, ολάκερη την αθωότητα από τη σάρκα του θύματος. Με τις ευλογίες της σιωπής.


Όταν ξημέρωνε κι οι φωνές πλήθαιναν, χανόταν μέσα στο στρόβιλο τους. Γινόταν ο γνώριμος θαμώνας του καφενείου, ο ταχυδρόμος του χωριού, ο κύριος στη στάση του λεωφορείου, ο συμπαθητικός παππούς στην ουρά της τράπεζας. Στο πέρασμα του, επάνω στα γέλια και στα καλαμπούρια στριμωχνόταν ένας ένοχος ψίθυρος «Ακούγεται πως κακοποιεί τα παιδιά του». Το θηρίο μετατρεπόταν σε θρύλος για λάτρεις ιστοριών τρόμου. Οι γνώστες αναπαρήγαγαν τα ειδεχθή γεγονότα με περίσσιο στόμφο καθώς οι ακροατές μασούλαγαν λαίμαργα τα νύχια τους από την αγωνία. Στο επίλογο, εκτόξευαν κάνα δύο μουχλιασμένα αποφθέγματα, του τύπου  ¨κάθε σπιτικό έχει τα βάσανα του¨. Οι θόρυβοι σκέπαζαν τις φήμες κι οι τρίτοι κοιμόταν μ’ αστραφτερές συνειδήσεις. Μάλιστα ένιωθαν λυτρωμένοι που δεν άρπαξε φωτιά η γούνα τους. Όσο για το θύμα όποτε το συναντούσαν απέφευγαν να το κοιτάξουν στα μάτια. Του έτριβαν στη μούρη την απάνθρωπη αδιαφορία τους, με τι άλλο βέβαια; Με περίσσια σιγή.


Αυτή η εκκωφαντική ησυχία του τρυπούσε το μυαλό. Δεν την άντεχε άλλο. Τόσα χρόνια βαστούσε με νύχια και με δόντια το στόμα του κλειστό, μα ήρθε η στιγμή ν’ αντιδράσει. Να τη διαλύσει στη σκέψη πως τα μικρότερα αδέρφια του θα βιώσουν τον ίδιο εφιάλτη. Έψαξε μια δυνατή κραυγή. Να κάνει κρότο. Να ουρλιάξει. Να ξεσκίσει αυτή τη γαμημένη σιγαλιά. Και τα κατάφερε. Αρκούσε η κάννη ενός όπλου κι ένα τρεμάμενο δάχτυλο μπροστά απ’ τη σκανδάλη. Κι ύστερα.. ¨ΜΠΑΜ¨.  Αυτή η βροντή ήχησε τόσο δυνατά στο μυαλό του, κόντεψε να τον γκρεμίσει. Ήταν βροντή λύτρωσης.


Το θηρίο κείτονταν στην άσφαλτο νεκρό. Πλάι στα νεκρά όνειρα των παιδιών του. Πλάι στις ξεχαρβαλωμένες αρωγές της πολιτείας που ποτέ δε βρήκαν τη διεύθυνση του σπιτιού τους. Πλάι στη πληθώρα των γιατί. Πλάι στο μουδιασμένο σώμα του πατροκτόνου.


Άξιζε στ’ αλήθεια να φορτωθεί αυτό το έγκλημα παίρνοντας τη δικαιοσύνη στα χέρια του; Ξεκάθαρα όχι. Επήλθε η γαλήνη; Ξεκάθαρα όχι. Λέρωσε τα χέρια του μ’ αίμα, κουβαλώντας το κρίμα μιας δολοφονίας. Κι αυτό δεν του άξιζε, ξεκάθαρα όχι.


Κατά τη μεταφορά του πατροκτόνου στον ανακριτή συγκεντρώθηκε πλήθος κόσμου στο προαύλιο. Άνθρωποι γνωστοί και άγνωστοι. Παρ’ ότι ζαλισμένος κατάφερε και διέκρινε κι εκείνους με τα αδιάφορα βλέμματα που γνώριζαν εξ αρχής τα πάντα. Αναρωτήθηκε γιατί βρισκόταν εκεί. Μήπως για να τον χλευάσουν; Να τον αποδοκιμάσουν; Να τον ξυλοφορτώσουν; Μήπως για να τον κοιτάξουν ξανά με τη γνώριμη απάθεια τους; Η απάντηση δόθηκε σχεδόν αμέσως. Βρισκόταν εκεί από τύψεις. Ήθελαν μονάχα να του θρυμματίσουν  τη συμφωνία της σιωπής. Εκείνη που δεν τόλμησαν να χαρακώσουν πριν χρόνια. Έστω κι ετεροχρονισμένα. Για πρώτη φορά. Με χειροκροτήματα.


Το θηρίο πέθανε μια φορά. Με τη σφαίρα να του τρυπάει το στέρνο. Ο φονιάς κουβαλάει εκατομμύρια θανάτους στη μνήμη του. Πέθαινε ξανά και ξανά για χρόνια. Κι ίσως πεθάνει ξανά, από τύψεις. Μιας και δεν ήταν εγκληματίας. Ήταν μονάχα ένα παιδί. Ένα παιδί που μπλέχτηκε στον ιστό της ένοχης σιγής.


Έλενα Κορινιώτη