Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΚΟΥΚΟΥΣΟΥΡΗΣ ΧΡΗΣΤΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΚΟΥΚΟΥΣΟΥΡΗΣ ΧΡΗΣΤΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 13 Σεπτεμβρίου 2021

ΤΟ ΧΑΟΣ (του Χρήστου Κουκουσούρη)

  


Μ' αρέσει η εικόνα του Χάους που γνωρίζω
μ’ αρέσει το Χάος σε κάθε μορφή
λουλούδια εσύ σπέρνεις, αγκάθια θερίζω
στις ρίζες ποντάρεις κι εγώ στην κορφή. 

Μ’ αρέσει που ο κόσμος τυφλά αποφασίζει
σχεδόν δίχως σκέψη, αυθόρμητα λες
στο λάθος συμβαίνει συχνά να ερίζει
μετράει τα χαμένα σε κάνει να κλαίς.

Μ’ αρέσει που ο κόσμος πιστεύει, όλα Θεία
μ’ αρέσει που η πίστη του είναι τρωτή
που πλάθεται αμφίδρομα χάνεται ευθεία 
μπερδεύει τις λύπες του σαν να ‘ναι γιορτή. 

Μ’ αρέσει η ζωή μας που σαν λοταρία
κληρώνει κι ελπίζεις την άλλη φορά
στην τύχη ποντάρεις να φτιάξεις πορεία
τα χέρια σου σφίγγεις… Αχ να ‘ταν φτερά.

Χρήστος Κουκουσουρης




Τετάρτη 2 Ιουνίου 2021

ΕΙΡΗΝΗ (του Χρήστου Κουκουσουρη)

  

 


Για ποια Ειρήνη μου μιλάς κι εγώ επικροτούσα,

μία γιορτάζει σήμερα, απτή συγκεκριμένη

εγώ την άλλη αναζητώ την λίγο αφηρημένη

εκεί στα χαρακώματα αιμόφυρτη, βοούσα.


Πότε θα την γιορτάσουμε και την χαροκαμένη

να σιγήσουν τα μυδράλια, κανόνια και τουφέκια

σαν από μια νεροποντή μετά τ’ αστροπελέκια

ουράνιο τόξο να φανεί, αυτή πεφωτισμένη.


Ειρήνη θέλουν οι λαοί, πονάνε οι στρατοκράτες

ειρήνη μάνες και παιδιά που οι άνδρες κουρασμένοι

γυμνά είναι τα στρατόπεδα αποδεκατισμένοι

κάλιο να παν στην ξενιτιά φτηνοί του κόσμου εργάτες.


Χρήστος Κουκουσουρης

Πέμπτη 18 Μαρτίου 2021

Μεγάλος θυμός (του Χρήστου Κουκουσουρη)

    



Βουβή ανθρωποθάλασσα ειν’ ό μικρός μας κόσμος

και η σιωπή μαστίγιο που δέρνει τους ανέμους,

τα κύματα των προσμονών και των ελπίδων, σκάνε

σε τοίχους ανυπέρβλητους κι ασύδοτους ηγέτες.


Λουλουδιασμένα κάποτε στενά, τώρα ην λεωφόροι

πεζούς δεν βλέπεις… κτίρια ψηλά γυαλί που καθρεφτίζει

όλοι εποχούμενοι μιλούν μονάχοι στ’ αμαξάκια

σε κρεμαστά μικρόφωνα τιμόνι και τσιγάρο.


Σ’ ένα ποτήρι φελιζόλ ζεστός καφές για δρόμο

μηχανική προέκταση το κινητό και πάνε

τα βήματά τους οδηγεί μια θέση βιοπάλης

για ένα καρβέλι που η ζωή… και τρέμουν μην το χάσουν.


Το βράδυ τηλεόραση, παραγγελιά οι ειδήσεις

και κάτι αρχαία σήριαλ το χρόνο να σκοτώνουν

να κλαίς και να βυθίζεσαι αγάπες να θυμάσαι…

χάθηκαν στις μυλόπετρες που στήσαν λαοπλάνοι.


Ανάμεσά μας φράγματα κι ο φόβος της ανέχειας,

δεν χτίζεται οικογένεια, παιδιά να γεννηθούνε

σαν τιτιβίσματα πουλιών ν’ ακούς γλυκές φωνούλες,

το λένε κι οι στατιστικές η Ελλάδα πως μικραίνει…


Δεμένοι με αόρατα δεσμά και μιαν ανάσα,

με ‘στη δική μας ανεξάρτητη αγάπης φυλακή,

λυτρώνουμε τον πλούτο της καρδιάς που ‘ναι δικός μας

νωπός να μείνει χώμα υγρό πως ίσως να καρπίσει.


Οργή που κρύβει και θυμό η σκέψη που ακουμπάμε

και μόλυνε ως το αίμα μας η  γλίτσα καιροσκόπων

η λεηλασία του σήμερα δεν σβήνει σε καζάνια

κρεμάλες δεν στηθήκανε… άτεγκτοι που είναι οι νόμοι.


Αθάνατοι !!! Αθάνατοι !!!  προδότες της πατρίδας

στα υπόγεια της κόλασης κλεισμένες για σας θέσεις

με τα κλεμμένα οι φωτιές που αιώνια θα σας ψήνουν

κι η μήτρα που σας γέννησε στόχος για ντουφεκάδες.


Το μέλλον που ονειρεύτηκα για μας, έγινε δρόμος,

σε μια νταλίκα μ’ οτοστόπ στα σύνορα να πάμε

τα ιδανικά τρομοκρατούν ταγούς, καθώς ό ήλιος,

εδώ που είναι βαλκάνια απ’ την δύση θ’ ανατείλει.


Χρήστος Κουκουσουρης

Από το πρώτο βιβλίο μου ‘’ΣΚΙΡΤΗΜΑΤΑ ΤΟΥ ΝΟΥ’’

Σελίδα 112.

Παρασκευή 8 Ιανουαρίου 2021

ΔΕΝ ΕΧΩ ΦΙΛΟΥΣ (του Χρήστου Κουκουσουρη)

 



Δεν έχω φίλους πάει καιρός

που χάθηκαν στα σκότη

που χάθηκε κι η νιότη

και τότε ήμουν φτωχός.


Γυμνές και τότε οι ενοχές

θεόγυμνες και τώρα

που σέρνει αυτή η χώρα,

Ιωβικές πληγές.


Δεν έχω φίλους μόν’ φωνές

που με ξυπνούν τις νύχτες

προσκοπικές σφυρίχτρες

μοιράζοντας ποινές.


Για υψηλά ιδανικά

παλεύαμε και ισότη

λες κι ήμασταν οι πρώτοι

στα στείρα χρονικά.


Χρήστος Κουκουσουρης

Δευτέρα 19 Οκτωβρίου 2020

Η γλώσσα (του Χρήστου Κουκουσουρη)



Σαν μι’ άλλη μια μέρα στο κενό πέρασε η μέρα ετούτη

σαν χθες που δεν κερδήθηκε καμιά καινούργια λέξη

κι είχε μια άπνοια πληκτική και έννοιες χιλιάδες

στο δρόμο της απώλειας που αφύλακτος κοιμάται,


Κι η νύχτα, που φαντάσματα γεννάει και αναμνήσεις

κρύβει ολοφυρόμενες ψυχές και τον λυγμό τους

σ’ ένα μπλοκάκι με σπιράλ κρατώντας απουσίες

διάθεση αφαιρετική που έχουν οι επιζώντες.


Με νότες πένθιμες η αυγή γυρνάει τη νέα σελίδα

κάνε μεγαλοδύναμε σήμερα να μην χάσει

μη στάξει η πένα ούτε λεκέ, ούτε καν μια τελεία

που οι νέοι με λίγα εφόδια ταξίδια ετοιμάζουν.


Στο τζόγο που έστησαν με αργκό, μαγκιές και αυταπάτες

τον πλούτο της αποδομούν οι πάτρωνες του λόγου

βλέπεις στην τηλεόραση πώς ρίχνουν στον καιάδα

οι απαίδευτοι, κάθε έννοια που δεν καταλαβαίνουν


Χρήστος Κουκουσουρης




Τρίτη 18 Αυγούστου 2020

ΔΕΙΛΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ (του Χρήστου Κουκουσουρη)



Κάτι δειλά ποιήματα γράφεις συχνά τα βράδια
που λεν σχεδόν ψιθυριστά του κόσμου τις ντροπές
ακούς μυστήρια πλάσματα που ζουν μες στα σκοτάδια
και κάποια υπόλοιπα ψυχής απ’ τις ανατροπές.

Κάτι δειλά ποιήματα τις νύχτες εξυφαίνεις
που λεν με κραυγαλέα σιωπή, μηνύματα φωτιά
σ’ ακούν της νύχτας τα στοιχειά πόσο βαριά ανασαίνεις
σταμάτα να σκοτίζεσαι σου λεν,  αποκοτιά…

Κάτι δειλά ποιήματα γράφεις συχνά τις νύχτες
γι’ αλήθειες που όμως δεν τολμούν να δουν του ηλίου το φως
τις συζητούν μεσάνυχτα φαντάσματα και μύστες
θεμέλιοι λίθοι, συντηρούν έν’ άθλιο καθεστώς.

Δεν φταίνε τα ποιήματα κι η πένα που τα γράφει
δεν φταίει το χέρι που ακλουθεί τις προσταγές του νου
φταίει το χώμα που έριξες τον σπόρο, το χωράφι,
που χρόνια ακαλλιέργητο πήρε όψη του βουνου.

Χρήστος Κουκουσουρης

Δευτέρα 1 Ιουνίου 2020

Η ΕΛΕΝΗ (του Χρήστου Κουκουσουρη)



Δεν της άρεσε το Λένα
προτιμούσε το Ελένη όταν ήταν θυμωμένη
γιατί βρέθηκε στα ξένα
που την έδιωξε η πατρίδα, η Ωραία Κοιμωμένη.

Μετανάστης δίχως κάρτα
ψάχνει για δουλειά σε ωδείο στην Ευρώπη κι έχει κρύο
άνοιξη έφυγε απ’ την Άρτα
έκλαψε πα στο γιοφύρι κι είπε σ’ όλους ένα αντίο.

Τώρα ψάχνει να γυρίσει
πια, στα πατρογονικά της και να μπει σε καραντίνα
δεν νοσεί θέλει να ζήσει
σκέφτεται μη των μεγάλων είν’ παιχνίδι μια κομπίνα.
Χειραγώγηση του πλήθους;
άθλημα γνωστό των φαύλων τέχνη υψηλή εξουσίας
του φιλότιμου και ήθους
την χορδή καθώς αγγίζει, σαν το χάδι συνουσίας.

Ίδια πάντα συγχορδία
και ο φόβος σου μπαγκέτα το ρυθμό στην τέχνη δίνει
αχ Ελένη τραγωδία !
Ως να λήξει η καραντίνα τίποτα δεν θα ‘χει μείνει.

Χρήστος Κουκουσουρης




Κυριακή 29 Μαρτίου 2020

ΠΡΟ ΤΩΝ ΠΥΛΩΝ (του Χρήστου Κουκουσουρη)




Βαριά μου πέσαν στο φτερό τούτα τα νέα μέτρα

σαν ποντικός που βρέθηκα στη φάκα με τυρί,

κι όπως μπουκώνει το μυαλό γίνεται στείρα πέτρα

κι η γλώσσα μετατρέπεται σε σιδερά σφυρί.

Στη νοητή μου φυλακή δεσμώτης δίχως μπάλα

δεκάξι βήματα κι εκεί ο τοίχος μου γελά

περιδιαβαίνω ανήσυχος, δωμάτιο με σάλα

κι ούτε στο μπαλκονάκι μου μη βρω κα να μπελά.

Στενό κολάρο ο φόβος που, σαν τον οδοστρωτήρα

σαρώνει τις ελπίδες μου μαύρο πυκνό χαλί

σ’ αυτή τη ζήση πρόλαβα να δώσω μα δεν πήρα

αργά που το κατάλαβα ειμ’ εύθραυστο γυαλί.

Μικρά τα περιθώρια σε τούτη τη σκακιέρα

λίγες κινήσεις μου ‘μειναν π’ έχω κυκλωτικές

να περιζώσω τον εχθρό να ‘ρθει της νίκης μέρα

να γράψω στίχους μ’ έπαρση και νότες επικές.

Ν’ ακούσω εμβατήρια και σήμαντρα στους δρόμους

να ξεχυθούν οι άνθρωποι ποτάμι χαρωπό

να ξεχαστούνε τα δεινά που κουβαλάει στους ώμους

σαν να ‘ταν ένα διάλειμμα, ένα αναγκαίο ρεπό.

Ετούτη εδώ την άνοιξη η φύση μας χλευάζει

τόση ομορφιά ανέγγιχτη, χρώματα, μυρωδιές

τα στήθια γίναν φυλακή που η ψυχή στενάζει

και τα τραγούδια που άκουγα λυπητερές ωδές.

Χρήστος Κουκουσουρης




Τετάρτη 29 Ιανουαρίου 2020

Νέμεσις (του Χρήστου Κουκουσουρη)



Μια αιωρούμενη λέξη είμαι,
ένα όνομα,
ένας κόκκος σκόνης στο χάος,
στα μακρινά περιθώρια της ποίησης,
ένα τρυφερό ανάσασμα της ψυχής,
που αδυσώπητα προβάλει σαν δόρατος αιχμή,
σαν στεγνό σύννεφο που δεν θα φέρει βροχή,
μια στείρα λέξη, σχεδόν Παρνασιστική,
που δεν θ’ αγγίξει ποτέ την καρδιά σου.
Μια υπόσχεση είμαι,
πως θα φωτίσω την σκοτεινή πλευρά των πραγμάτων
που για αιώνες δεν αγγίζουν,
οι γλαφυρές πένες των αδυσώπητων ποιητών,
που πλάνα νομίζουν ότι εκφέρουν φως.
Μια Νέμεσις θα ήθελα να είμαι,
για τους αμετανόητους αδιάφθορους διαφθορείς,
του μικρού μας κόσμου.

Χρήστος Κουκουσουρης

Από την συλλογή: Η ΣΚΟΤΕΙΝΗ ΤΩΝ ΠΡΑΓΜΑΤΩΝ ΟΨΗ.


Παρασκευή 6 Δεκεμβρίου 2019

Πάθη (του Χρήστου Κουκουσούρη)



Κόπιασε φίλε, κάθισε, μοίρασε εσύ τα φύλλα

να πάρε αυτήν την τράπουλα χρόνια σημαδεμένη

γυαλιστερή χρυσόμυγα κι εμείς συνεπαρμένοι

τους κόπους καταθέταμε στην πεινασμένη σκύλα.

Τ’ άγριο πάθος σαν φωτιά και μια ζωή χαμένη

σπαθιά και κούπες μια σειρά μπαστούνια και καρό

μονάχα θάνατο έδειχνε κι η τράπουλα ταρό

σωσίβιο λες και βλέπαμε οι από καιρό πνιγμένοι.

Σ’ αυτή τη λέσχη του ντουνιά κανένας δεν κερδίζει

μονάχα αυτοί που το ‘στησαν του δόλου κοινωνοί

κι ελπίδα σιγοντάριζε, η τύχη πως γυρίζει,

τσιράκι τους! στ’ αντίθετα που δείχνουν οι οιωνοί.

Θύματα, με τα πάθη μας φορτίο βαρύ στην πλάτη

στοιχείο εκμεταλλεύσιμο που οι λίγοι είχαν δει

σαν βέλος στη φαρέτρα τους με τέντα την χορδή

το κέρδος σημαδεύοντας στου κύκλωπα το μάτι.


Χρήστος Κουκουσούρης





Κυριακή 18 Νοεμβρίου 2018

Προσωπικές μάχες (του Χρήστου Κουκουσούρη)


Μην παραλείψεις σαν θα φύγω να μου γράφεις,
παλιά συνήθεια ξεχασμένη από καιρό,
τα κρύα βράδια να προσέχεις, ο Καβάφης
στα τείχη, δεν κατάλαβε πως κλείστηκε θαρρώ,
Να ‘χεις τα μάτια σου ανοιχτά και να θυμάσαι
προσωρινό είναι τούτο και τα σπίτια είναι φτηνά,
κλείνε τις γρίλιες τα βραδάκια όταν κοιμάσαι
το απρόσμενο δεν θα μας πάει πουθενά.
Βρήκα διαμέρισμα μικρό εκεί στου Βάθη
ένα δωμάτιο άνετο κουζίνα και λουτρό
κλείνω την πόρτα και το φως σκιάσεις πλάθει
απ’ τον φεγγίτη που ν’ φτιαγμένος με βιτρό.
Σφίγγω τα δόντια σαν σε σκέφτομαι μακριά μου
δεν θα κρατήσει, νοιώθω πως θα πάει πολύ καλά
έχασα βάρος κι έχω γίνει η σκιά μου
είναι αισιόδοξοι οι γιατροί και έχουν δει πολλά.
Μετά το χειρουργείο λίγες μέρες μέσα
κι ύστερα σπίτι ν’ ανακάμψω πριν γυρίσω
να μεγαλώσει το μαλλί πριν μπω στην πρέσα
δεν θέλω άσχημη εντύπωση ν’ αφήσω.
Να φτερουγίσει η καρδιά σαν νιο πουλάκι,
έχει κι ο κόσμος τα δικά του, δεν αντέχει
καθημερινότητα ειν’ αυτή, δεν θέλει ράκη…
Ένα χαμόγελο μπορεί, το μόνο που έχει.




Παρασκευή 11 Μαΐου 2018

Το κύμα (του Χρήστου Κουκουσούρη)


Της θαλάσσης εγώ μαύρο κύμα
έχω κάνει εχθρούς, πώς να ζήσω ;
Μεγαλώνω γοργά κι είναι κρίμα,
δεν προφταίνω συγνώμη ν’ αφήσω
ως να φτάσω σ’ ακτή και να σβήσω,
των κανόνων κι εγώ είμαι θύμα…

Της θαλάσσης που ο Αίολος  αγγίζει
με πνοές, που στο βάθος θεριεύουν
και τη δόλια ψυχή συγκλονίζει
για τα πλοία που μ’ άγρια παλεύουν
στοιχειά, την χαρά που του κλέβουν,
να σαρώσει καθώς στροβιλίζει.

Της θαλάσσης που μέσα αναδεύει
το αρχέγονο σπέρμα κι ευθύνη
που ‘ν’ ευθύνη δοτή και παιδεύει
κι εγώ κύμα καρπός απ’ τη δύνη
και του έρωτα πάθους για κείνη
που  αν κορέσει, για λίγο μερεύει.

Η σελήνη και τ’ άστρα του νότου
μαρτυρούν, τέτοιο πάθος δεν σβήνει
ένα σμίξιμο αιώνιο αφ’ ότου
ο Αίολος την θάλασσα πίνει
και μεθάει και το σπέρμα του αφήνει
σαν φτηνός εραστής λάμψης κρότου.