Τρίτη 15 Σεπτεμβρίου 2020

Συγγνώμη μάνα (της Βικης Μπαλλου)


Μάνα,

Όλα έγιναν τόσο γρήγορα εκείνο το βράδυ.  Έφυγα από το σπίτι, αφήνοντάς σε στην κουζίνα να βάζεις όλη σου τη μαεστρία στο αγαπημένο μου φαγητό. Με καληνύχτισες, ψιθυρίζοντας μου «να προσέχω». Έκλεισα ξέγνοιαστος την πόρτα πίσω μου.

Μπήκα στο αυτοκίνητο. Ένας ήταν ο προορισμός μου. Εκείνη. Δεν ήξερε ότι είχα επιστρέψει. Δεν της είχα πει τίποτα. Ήθελα να δω τα μάτια της να λάμπουν, όταν θα εμφανιζόμοουν μπροστά της μετά από τόσους μήνες.

Ασυναίσθητα έσφιξα το χέρι μου πάνω στην τσέπη του παντελονιού μου. Το χρυσαφένιο μονόπετρο καρτερούσε υπομονετικά τη στιγμή που θα αγκάλιαζε τα κρινοδάχτυλά της. Το είχα πάρει απόφαση, μάνα. Μάλλον η αγωνία σου για το «πότε θα νοικοκυρευτώ επιτέλους» είχε πείσει την καρδιά μου να κάνει το μεγάλο βήμα. Μα δεν σου το ‘χα πει. Ήθελα πρώτα να ακούσω τα χείλη της να αρθρώνουν το ξαφνιασμένο «ναι»· κι ύστερα, θα ‘σουν εσύ η πρώτη που θα μοιραζόμουν τη χαρά μου.

Μα δεν πρόλαβα, μάνα.

Έφτασα κάτω από το σπίτι της και είδα το φως του δωματίου αναμμένο. Τη φαντάστηκα να βλέπει την αγαπημένη της σειρά ξαπλωμένη στο κρεβάτι της και σκίρτησε η ψυχή μου. Ξεκλείδωσα, αθόρυβα και έσυρα τα βήματά μου στο ξύλινο παρκέ. Κατευθύνθηκα σιωπηλά προς την κρεβατοκάμαρά της.

Και άξαφνα, τα πάντα γύρω μου σκοτείνιασαν, μάνα.

Ήταν εκεί. Ξαπλωμένη στο κρεβάτι της. Κοιμόταν γαλήνια με τα μαύρα της μαλλιά λιτά να περικλείουν τον χιονισμένο λαιμό της. Το σεντόνι κάλυπτε τη γυμνή της σάρκα. Και το χέρι της ακουμπούσε ηδονικά πάνω στο στέρνο του. Πάνω στο στέρνο του παιδικού μου φίλου.

Εκείνος παιχνίδιζε με τον καπνό του τσιγάρου του κι έτσι, δεν με είδε να γυρνάω προς την πόρτα. Ρομποτικά. Σαν ναρκωμένος.

Είχε νυχτώσει πια. Σύρθηκα μέχρι το κάθισμα του αυτοκινήτου. Δεν ξέρω πόσα λεπτά ή πόσες ώρες πέρασαν, μάνα. Κάποια στιγμή άκουσα το γέλιο της. Έβαλα μπρος. Χωρίς να ξέρω πού πηγαίνω.

Οι ρόδες κυλούσαν μονάχες τους. Σε ένα κόκκινο φανάρι, έβγαλα από την τσέπη μου το δαχτυλίδι. Το δαχτυλίδι της. Το έσφιξα τόσο  δυνατά στα σπλάχνα του χεριού μου κι δεν σταμάτησα μέχρι να το νιώσω να μου σκίζει τη σάρκα. Λίγο κόκκινο υγρό λέκιασε το λευκό μου παντελόνι.

Ο δρόμος με ξέβρασε στην Παραλιακή. Μπήκα στο πρώτο μπαρ που βρήκα μπροστά μου κι πρόσταξα να μου φέρουν ένα διπλό ουίσκι. Από εκείνο που έπινα μαζί του, όταν την πρωτογνώρισα. Ένιωσα τα σωθικά μου να καίγονται.

Ζήτησα κι άλλο ένα. Κι άλλο ένα. Κι άλλο ένα.

Άφησα όσα λεφτά είχα στο τραπέζι και βγήκα στο δρόμο. Έφτασα στην αμμουδιά. Τα πόδια μου δεν με κρατούσαν, μάνα. Γονάτισα. Ένιωσα το μικρό βελούδινο κουτάκι να εγκαταλείπει την τσέπη μου. Τα πρώτα κύματα, το παρέσυραν στο ταξίδι τους.

Τρεκλίζοντας πλησίασα στο αυτοκίνητο. Το κεφάλι μου σφυροκοπούσε.

Στο ραδιόφωνο έπαιζε το αγαπημένο της τραγούδι. Θόλωσα. Σε κάθε μελωδία πατούσα κι άλλο λίγο το γκάζι. Άκουγα τις ρόδες να στριγκλίζουν πάνω στη –φλογισμένη θαρρείς- άσφαλτο.

Λίγο πριν εκείνη την απότομη στροφή, τα ξαναέζησα όλα, μάνα. Τον είδα να μου δανείζει το παιχνίδι του – παιδιά ακόμα. Ξαναπήγα μαζί του σχολικές εκδρομές και φοιτητικά ταξίδια. Ξανασυνάντησα εκείνη. Με άκουσα να του ψιθυρίζω στο αυτί: «Αυτό το πλάσμα είναι για μένα, φίλε». Ξαναφίλησα τα χείλη της για πρώτη φορά.  Και λίγα δευτερόλεπτα προτού γίνω ένα με το απέραντο γαλάζιο, αντίκρισα τα κορμιά τους πλάι πλάι.

Και τώρα, μάνα, καίγεται η ψυχή μου, σε κάθε δάκρυ σου που καταλήγει πάνω στο μάρμαρο που με σκεπάζει. Σε κάθε σου κραυγή σχίζονται στα δυο οι ουρανοί μου.

Μαζί με μένα, σκότωσα κι εσένα. Πήρα τη ζωή από το πλάσμα που μου τη χάρισε απλόχερα. Ντρέπομαι που σε προσφωνώ με αυτά τα τέσσερα γράμματα. Σε θανατώνω κι ύστερα σε φωνάζω χρησιμοποιώντας την πιο ευλογημένη λέξη που συναντάται στα πέρατα του κόσμου.

Μα δεν βρίσκω άλλο τρόπο να σε καλέσω να μ’ ακούσεις, μάνα. Και τώρα που βρίσκομαι λίγα μέτρα κάτω από τα λουλούδια που μου αφήνεις, να σου πω μόνο αυτό. Συγγνώμη.
Συγγνώμη, Μάνα.

Βικη Μπαλλου




Η ΑΝΕΜΟΣΚΑΛΑ (της Φιλαρέτης Βυζαντίου)



Κατέβηκε προσεκτικά τη μικρή ξύλινη σκάλα
Αυτή που οδηγούσε στο υπόγειο
Αυτή που, σαν ήταν μικρούλα,
νόμιζε πως οδηγούσε στα έγκατα της γης
Τώρα ήξερε ότι τίποτε δεν ήταν πιο βαθύ από την ψυχή της
Και εκεί δεν είχε καμία σκάλα να κατέβει
Εκτός από τον πόνο
Εκείνος γινόταν ενίοτε μια τραχιά ανεμόσκαλα
και ορμητικά, μέσα σε αγέρηδες και κοσμοχαλασιά,
μπορούσε να την κατεβάσει στα φοβερά της έγκατα
Και πάντα τρόμαζε
από το αγέρωχο σκότος και το οξύτατο φως
Πάντα της κοβόταν η ανάσα
στη θέα της αιμορροούσης αλήθειας της

Πλησίασε το κουτί με την σκόνη που άπληστα
ήταν σκορπισμένη πάνω του
Αναγνώρισε τα αρχικά
Φ.Ι. Πόσο τα αγαπούσε!
Κράτησε για λίγο τα μάτια της κλειστά
''Φιλαρετάκι , φοβάσαι;''
''Γιατί να φοβηθώ; Έχει κατσαρίδες εδώ κάτω;''
Μετά άκουγε το γέλιο του
και την καθησυχαστική αρνητική του απάντηση
Τί είναι ο φόβος; σκεφτόταν
Τίποτε!
Δε θυμάται να φοβήθηκε ποτέ το σκοτάδι
Μάλλον της άρεσε
Την έκρυβε στις σκανταλιές της
Την νανούριζε στις λύπες της
Την ημέρευε στους θυμούς της
Τα είχε βρει μαζί του
Φίλος της αγαπημένος

Ανέβασε το κουτί στο φως της μεγάλης σάλας
Το άνοιξε με τρυφερότητα
Ξαφνικά ο χρόνος ,αυτό το θρασύτατο αλητόπαιδο, άρχισε να τρέχει πίσω
Όλο και πιο πίσω
Σαν κυνηγημένος κλέφτης
Σαν;
Μα κλέφτης ήταν ούτως ή άλλως
Της είχε κλέψει τα πολύτιμα όλα
Και κυρίως  τα παιδικάτα της

Οι ψεύτικες πέρλες της μητέρας, τα πολυκαιρισμένα πούρα του πατέρα, το χρυσό βαφτιστικό σταυρουδάκι του αδελφού, το χρυσοκίτρινο ψαθάκι των καλοκαιριών της,
τα βαθυκόκκινα βελούδινα γάντια της των δέκα ετών, της χαμογελούσαν  γλυκά
Χαμογέλασε κι αυτή
Πόνεσε
Νοστάλγησε
Ο νόστος πάντα πάει χέρι-χέρι με το άλγος
Θέλησε να επιστρέψει εκεί
Εκεί που τίποτε δεν μπορούσε να την πληγώσει
Τίποτε δεν μπορούσε να την προδώσει

Εκεί
Στα ιερά και πολύτιμα έγκατα της μνήμης
Αν δεν υπήρχαν αυτά, αναρωτήθηκε
πώς θα κρεμόταν ατρόμητη
όπως τώρα
όπως αύριο
όπως κάθε στιγμή της ζωής της
από την φοβερή ανεμόσκαλα των καταιγίδων και των αστραπών
του βίου της;
Πώς ;

Φιλαρέτη Βυζαντίου


(Φ.Β. 018011019  ''ΑΞΟΔΕΥΤΟ ΦΩΣ'' 2018-19)