Τετάρτη 9 Δεκεμβρίου 2020

Λουλουδένιο Τραύμα (της Βασιλείας Τσάκλη)


Τίτλος:
 Λουλουδένιο Τραύμα

Συγγραφέας: Βασιλεία Τσάκλη

ΕΙδος: Ελληνική ποίηση

Εκδόσεις: Φυλάτος

Έτος Έκδοσης: 2017

Σελίδες: 52

Σχήμα: -

ISBN: 978-618-5318-04-8


Το «Λουλουδένιο τραύμα» ανθολογεί σαράντα ποιήματα και στιχουργήματα. Είναι μια πρώτη προσπάθεια να βγουν απ΄ το συρτάρι και να τα μοιραστώ μαζί σας. Το εγχείρημα της ανθολογίας δημιουργήθηκε από την επιθυμία καταγραφής των σημαντικότερων ποιημάτων από την περίοδο της ενηλικίωσής μου μέχρι σήμερα. Διαβάζοντας την ανθολογία αυτή ο αναγνώστης έχει την ευκαιρία να γνωρίσει μια εκκολαπτόμενη στιχουργό και συγγραφέα και να ταξιδέψει στον εσωτερικό της κόσμο. Έναν κόσμο γεμάτο όνειρα, προβληματισμούς, προσδοκίες, συναισθήματα που εκφράζονται μέσω της ποίηση. Γιατί όπως λέει κι ο μεγάλος Καβάφης «η ποίηση είναι φάρμακο της ψυχής». Αυτό είναι και για μένα.

Άτιτλο (της Μαρίας Μαραγκού)



Ήθελες να μπορείς να κοιτάς τους ανθρώπους στα μάτια. Να σου επιτρέπουν να δεις την Ψυχή τους κι εσύ να τους χαρίζεις απλόχερα τη δική σου.

Δεν έμαθες ποτέ να γυρίζεις την πλάτη σου άλλωστε κι ας είδες πολλές με τη δική σου τη ματιά. Ό,τι σου γκρεμίστηκε, ψάχνεις τώρα απεγνωσμένα να το βρεις. 

Δεν μπορεί έτσι να είναι η ζωή, βουτηγμένη στο ψέμα, την υποκρισία, το βόλεμα και το ξεπούλημα! 
Όλα στον βωμό του ανταλλάγματος;

Δεν θα επιτρέψεις και να σε πείσουν όμως, πως η ζωή που κάποτε ονειρεύτηκες, είναι μονάχα ο δικός σου ο μικρόκοσμος! 


Μαρία Μαραγκού

Ο ΎΠΝΟΣ ΤΩΝ ΣΤΙΓΜΩΝ (της Βασιλείας Τσακλη)

 




Έβαλα τις στιγμές για ύπνο

Κοίταξα το ρολόι της ζωής

Δεν ήταν αργά ούτε νωρίς

Μα θέλησα να τις ξεκουράσω.

Ένα σταυροδρόμι όνειρα κοιτώ

Κι ένα χείμαρρο από επιθυμίες

Σκαλωσιές σκέψεις σε σπίτι απρόσιτο

Αναρριχώμενα γιατί στο μυαλό βουίζουν.

Άραγε να ναι η απογοήτευση

Το κρυμμένο γιατί

Από ανθρώπους και θέλω

Από αιφνίδιες σιωπές.

Βρίσκω το εαυτό μου

Να μη ξέρει να αισθανθεί

Είναι οίκτος , είναι αγάπη

Είναι έρωτας και αστραπή;;

Μεταβατική οδό αγγίζω

Κι έβαλα στιγμές να κοιμηθούν

Ίσως κουράστηκαν να νιώθουν κάτι

Ίσως κουράστηκα να νιώθω εγώ.


"Θυμάμαι…" (της Γεωργίας Κιουλαχογλου)



Θυμάμαι…

Τα όμορφα σου μαλλιά

Τα δάχτυλά σου

Τα τρυφερά σου μάγουλα

καθώς τα άγγιζα, καθώς τα χάιδευα και τα φιλούσα.


Γερασμένη εσύ

Ένα μικρό μπαουλάκι με δύο πόδια στραβά.

Ένα μικρό μπαουλάκι

γεμάτο με χίλια καλά

θησαυρούς ακριβούς

χίλια της ψυχής κεράσματα που μας τα φίλευες

κάθε που σαν τα πουλιά, μάς περίμενες να ‘ρθουμε …


Ένα μικρό μπαουλάκι εσύ

Γεμάτο από Αγάπη…


Με δύο πόδια στραβά

που κλυδωνίζονταν, βαρκούλα της στεριάς

και δυο χέρια πιο στραβά ακόμη

καθώς ζύμωνες, έπλενες και ύφαινες

της ψυχής μας και του κόσμου μας τα χαρίσματα.


Δυο πλεξούδες ασημένιες αγκάλιαζαν το πρόσωπο σου

κι άλλοτε κάτω από το μαύρο σου μαντήλι

στεφάνωναν, κορώνα αργυρή, το κεφάλι σου.

Κι άλλοτε πάλι, ξεφεύγοντας από την μπόλια σου 

ξεπρόβαλαν όλο ντροπή

και ρίχνονταν στους ώμους σου

φιλντισένια σχοινιά δεμένα στο αγκυροβόλι της ζωής σου.


Ένα μικρό μπαουλάκι εσύ 

γεμάτο από Αγάπη.


Κι έσταζε αυτή απ’ τα μάτια σου 

γλιστρούσε αθρόα από τις απολήξεις των χεριών σου

από τις κατσαρόλες με τις σούπες γιατρικό 

από τα ταψιά με το τυρί και τα μεταξένια φύλλα

από τα ζυμάρια τα κολλημένα στα άσπρα σου δάχτυλα

όπως ζύμωναν ανάργητα το ψωμί της στοργής…


Όμορφη μου εσύ

με το γαλατένιο σου δέρμα

το βελούδινο άγγιγμα

τα φιλντισένια σου μαλλιά…


Τα μάτια σου όμως…

Αχ τα μάτια σου…

(Λυπήσου με μνήμη, λυπήσου με!)

Αχ τα μάτια σου αγαπημένη μου...

Αχ... δεν τα θυμάμαι τα μάτια σου…


Τι χρώμα να ‘χαν άραγε τα μάτια σου…;


Μα δεν ρωτώ κανέναν πια.

Κανέναν πια δεν θα ρωτήσω…

Μονάχα να,

μια μέρα, καθώς θα ειδωθούμε ξανά

βαθιά μέσα στα δυο σου τα όμορφα τα μάτια θα κοιτάξω

να ξαναβρώ στο ξεχασμένο τους χρώμα 

όλη την νιότη μου που έφυγε, καθώς έφυγες εσύ…


Καλή μου εσύ με τις ασημιές σου κοτσίδες

Τα βελούδινα μάγουλα

Και τα Άγια χέρια…


Τώρα μονάχα μού απέμειναν

οι κατακόκκινες φλοκάτες του αργαλειού

το νυφικό σου σακάκι με τα σιρίτια και τα κοντά μανικάκια 

κι ένα πολύχρωμο υφαντό χαλί.


Ο αργαλειός 

και οι μαντήλες σου

αναπαύονται πολυκαιρισμένες στα χρόνια τα παλιά

εκεί που μια φορά κι έναν καιρό

υπήρχανε γιαγιάδες που λέγανε τα πιο ωραία παραμύθια…


Καλή μου εσύ με τις ασημιές σου κοτσίδες

και τα βελούδινα σου μάγουλα...

Ένα μικρό μπαουλάκι ήσουνα

Και μέσα του εμείς 

του κρυφού θησαυρού σου όλο το χρυσάφι του κόσμου…


Κιουλαχογλου Γεωργία

(Αφιερωμένο)