Σάββατο 11 Απριλίου 2020

Το βλεμμα της φθινοπωρινής μελαγχολίας (της Συλιας Χαδουλη)




Τα ματια της μελαγχολίας  του φθινοπώρου αχνοφεγγιζουν στις παλάμες του νερού
Ρέει μεσα στις φθινοπωρινές σταγονες της βροχής
Χαρίζει την στοργή της στις θάλασσες των χρυσοκκοκινων φύλλων που καλύπτουν
τα μαρμάρινα σκαλοπάτια σφραγισμένα από τις ρυτίδες του χρόνου
Μοιάζουν με δάκρυα που σκαλίζουν αδοτες λέξεις αγαπης στα νοτισμένα τζάμια
από το μοναχικό ξωκλήσι
Στέκει αμίλητο στην άκρη του λειμώνα της απουσίας
Απλωμένα κλαριά σαν χερια που απλώνονται στους μακρινούς ουρανούς σε ικεσια
αγκαλιάζουν τους πάλλευκους τοίχους του
Πεταλούδες μιας λησμονημενης Άνοιξης εναποθέτουν ενα στεφανι από κατάλευκα κοχυλια
αγιασμένα στις αιώνιες χρυσές αμμουδιές,
χρωματα ηλιοβασιλέματος που ευωδιάζουν μέλι και πορφυρα
και στεφανώνουν τα φτερά τους,
άνθη γιασεμιών και ενα τρυφερο φιλι αποχαιρετισμού
στα διψασμένα χειλη των φύλλων
Στις υπέρτατες συντμησεις των πέτρινων βημάτων του χρόνου
κλείνω το γονυ δέομαι και ικετεύω
Ποτε μην λησμονηθούν τα άυλα  ονειρα και τα τοπία των ανθρωπίνων τραυμάτων
που αφέθηκαν στην Ιερότητα και την ευσπλαχνία των δακτύλων της Θεϊκής Αγαπης.

Συλια Χαδουλη



Αν ήμουν...(του Ιωάννη Τούμπα)



Αν ήμουνα ο Έρωτας,

θ’ αγαπούσα τους ανθρώπους.

Όλους.

Ίσως λίγο πιο πολύ εκείνους τους ραγισμένους.

Που ψάχνουν  μια αγκαλιά

για να μη σπάσουν, λίγη αγάπη

ή την αυτοκτονία.

Κι από αυτούς που οι θεοί τους μίσησαν

και που οι γκρεμοί της  ζωής τους διάλεξαν

Θ’ αγαπούσα πιο πολύ εκείνους

που πίστεψαν

στον άνεμο

κι ανοίξανε αναγκαστικά φτερά.

Και πέσανε.

Αν ήμουν Θάνατος,

θ’ αγαπούσα τους ζωντανούς. Όλους.

Όμως εκείνους που ο Θεός τους μίσησε.

Εκείνους

θα είχα για αδέλφια.

Θα κατέβαινα δίπλα τους την κατάλληλη στιγμή

ο Θεός για να μας δει.

Όταν έρχεται το τέλος δικαιώνει τα πάντα…

Ακόμα και τις αποτυχίες των Θεών.

Που ήσουν Θεέ; Δεν έβλεπες;

Είναι κι αυτοί εδώ παιδιά δικά Σου…

Κοίταξε τους…

κοίτα

με πόση αγάπη έρχονται στη

 δική μου αγκαλιά...

                               Θεέ.

Ιωάννης Τούμπας