Κυριακή 18 Φεβρουαρίου 2018

Άμμος τού ορίζοντα (του Απόστολου Φεκάτη)


Μία προδοσία ντυμένη ολόλευκα.
Μία ευαισθησία γινομενη κιτρινησε.
Ενα όραμα κύλισε άτσαλα. 
Απόμεινα μόνος.
Μ ένα παλμό ταραχής
για να βυθιστω μοιρολατρικά στην άμμο.
Μπερδεύτηκα στις ώρες.
Χάθηκα στον ίλιγγο της βροχής.
Πέρασαν μέρες.
Βούτηξα στ απύθμενο του ήλιου.
Κύλησαν τα χρόνια.
Επεκτάθηκα στην άμμο του ορίζοντα.
Απεταξαμην απ εμού οι αιώνες.
Ταξίδεψα στο πλοίο του άστρου.
Μετενσαρκωθηκα
στο παραμύθι του χιονιού
Όπως κοιμήθηκα
στο νου
γύρισα
ιστορια μελό.
Μια ηλικία γεμάτη φως
φτωχή μου αυγή.
Στους κόκκους της άμμου
σκόρπισα
και κει σε ξαναβρήκα
ορίζοντα μου
σε ονόμασα
Σελήνη μου
και με σενα
πορεύτηκα.. .





Λύκος μοναχικός, γεράκι ατάραχο (της Ιωάννας Καράμπελα)


Ντύθηκε τής Εύας ένδυμα
χορεύοντας
σέ πέτρες κι όνειρα
Έχει κρυμμένη
μια λέξη μπαλαμου και μια εικόνα
Φτύνει ελιά
ώς ιδιόρρυθμη εκφορά
στίς δάφνες τίς προπερσινες
Τσιγάρο ανάβει..
Ο καπνός έχει γραμμένο τού
πισθάγκωνα,
ένα καπρίτσιο,
μία συνήθεια,
και ένα αμπέλι,
με ρογες μελωμενες ροζακιες.
Και το κουκούτσι εκεί
δηλώνει επανάσταση
στου αγριοσταφυλλου την ζευξη
Ρίου - Αντιρρίου
βαμμένο στό μενεξεδί
με χρυσαφί ανταύγεια.
Τhe End ,
στου αποχωρισμού τό διαολοσπερμα
γιά μιαν Ιθάκη.
Αντίο που καθυστερεί σε χρόνια,
ποιήματα
αναστροφές παράταιρες
Της σήψης πισωγυρισμα.
Κι όταν ξημέρωμα ο ήλιος σεργιανίζει
βάζω στη σκάφη προσανάμματα,
ενός Θεού στρατιώτη
κι απλώνω χελιδόνια
στο 90 νά ναι χασικα
στου καύσωνα τά στήθη
Βάφω τό νύχι κόκκινο κρασί
ενός τρελού Κιχώτη
και στο λοφίο για ξεκαρφωμα ,
ένα CD
τών AC DC
που σκάει μύτη
στου φεγγαριού το παλκοσενικο
γιά το ανάθεμα.
Μα όταν βραδιάζει
φλερτάρω με τ'ολογιομο,
λύκος μοναχικός
και κράζω τούς περαστικούς,
τούς σκοπευτές,
τούς θωπευτες,
γεράκι ατάραχο..





Έρωτας και οργή (της Πηνελόπης Τσούνη)


Στα χείλη του έκαιγε η φλόγα
Είχε ξεχυθεί από τα δικά της χείλη
Άπλωσε δειλά τα χέρια του
Αναζητώντας την λεπτή της σιλουέτα
Είχε σηκωθεί αναστατωμένη
Από έρωτα συγκλονισμένη
Αλλά και οργισμένη
Μόλις μπόρεσε
Να της αγγίξει το φόρεμα
Δεν τόλμησε να την κρατήσει
Γονατισμένος στο πάτωμα
Το κεφάλι του ακουμπισμένο
Στην άκρη του ανάκλιντρου
Έτσι πεσμένος έμεινε ώρα πολλή
Ένα τρίξιμο της πόρτας τον τάραξε
Ήταν η βάγια για την ετοιμασία του βραδινού
Σηκώθηκε
Έκανε μερικά ανήσυχα βήματα μέσα στο δωμάτιο
Πλησίασε την πόρτα της διπλανής κάμαρας
Και φώναξε
Μυρτώ…
Μόνο ένα σου βλέμμα
Ένα αντίο…
Καμία απόκριση
Σιωπή απόλυτη
Άφησε μια μικρή οδυνηρή αναμονή
Το χτυποκάρδι δεν τον άφηνε να ανασάνει
Μετά έκανε προς την σκάλα μια βίαιη στροφή
Φεύγοντας της φώναξε
Μυρτώ…
Αντίο για πάντα…
Μια πυκνή ομίχλη τον υποδέχτηκε στο δρόμο…




Καταφύγιο (της φωτεινής Ψιρολιόλιου)

Εκεί που ορίζεις ραντεβού με τον εαυτό σου
χωρίς ενδιάμεσους και αντανακλάσεις οδυνηρές,
καταφύγιο το λες. Να ναι λευκό σαν το χιόνι,
ανώνυμο σαν το έμβρυο
που έσπρωξε να μπει στη ζωή,
γυμνό από πολυσχιδή γνώση. Οι φυγές θέλει να ναι αέναες
στο κυνήγι του εαυτού,
όταν δεν είσαι έτοιμος
να τινάξεις την αιθάλη Τα άβατα δεν είναι η ασφαλέστερη λύση. Πάντα χαρούμενοι καταπατητές,
καραδοκούν να χαρούν με τον τρόμο
της ξεχασμένης πόρτας του κήπου σου.



Φωτεινή Ψιρολιόλιου