Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΣΤΑΘΑΚΟΠΟΥΛΟΥ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΣΤΑΘΑΚΟΠΟΥΛΟΥ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 24 Οκτωβρίου 2023

Γέννα (της Κωνσταντίνας Σταθακοπούλου)



Τότε πιέστηκε. Τότε θύμωσε το ποίημα
και άρχισε να διαστέλλει τη μήτρα του νου.
Ειπωμένα και ανείπωτα, τινάχτηκαν μέσα από το σώσμα του χρόνου 
και αιχμαλώτισαν με μιαν αλλόφρονη σιωπή τους νευρώνες της στιγμής. 
Αποσύνδεσαν κάθε λειτουργία τους και άρχισαν να συσπώνται ετοιμόκοποι στην τελευταία εξώθηση της κραυγής.
Δε θυμάμαι τίποτα μετά.
Μόνο τη φωνή σου στο μαξιλάρι να μου ψιθυρίζει:
''Πάρε βαθιά ανάσα και σπρώξε να βγεί ο στίχος. 
Ό,τι μένει στον εγκλεισμό του, νεκρό γεννιέται''.
Δεν μου 'πες όμως, 
πως εκεί που είναι η γέννα, εκεί είναι και η ταφή… 
Αυτό δεν μου το ‘πες...



Πέμπτη 9 Δεκεμβρίου 2021

Άτιτλο (της Κωνσταντίνας Σταθακοπούλου)

 

Πότε ήταν να δεις, που κλέβαμε τις νύχτες απ' τους δρόμους, άδειες διαδρομές; 
Σκαλιά τις κάναμε, τη μια πάνω στην άλλη.
Να ανεβούμε στις μακρινότητες των άστρων, θέλαμε.
.
Γέλα μου, έλεγες.
Γέλα μου.
Να μικρύνουν οι αποστάσεις. Να χωνευτούν με τις στροφές της σιωπής, να φεγγίσει η ευθεία του Θεού.
.
Τα χαράματα φυσάνε ενάντια οι όρκοι, σου ‘λεγα.
Μη μιλάς.
Τίποτα μην πεις.
Πέρνα μόνο απαλά τις λέξεις στη θάλασσα των χειλιών σου και μετά βούλιαξε τες στα ανείπωτα.
Υπάρχουν τόσοι φθόγγοι που ονειρεύονται να λιγοστέψουν τα κρίματα τους στο στόμα σου.
Πότε ήταν να δεις που σπάζαμε τους γρίφους της Ζωής πριν γίνουν Αγρύπνιες άλυτες;
Πάει τόσος καιρός. Πού να θυμάμαι, 
Πού να θυμάσαι...

Κωνσταντίνα Σταθακοπούλου




Δευτέρα 12 Ιουλίου 2021

Άτιτλο (της Κωνσταντίνας Σταθακοπούλου)



Βράδυ ξεκίνησαν οι σπασμοί.

Είχε μιαν υπερφόρτωση το σκοτάδι, έπλεε και η ατμόσφαιρα  σε μια διάχυτη διόγκωση…

Τότε ήταν που έσκισε το περίβλημα του το ποίημα

Και άρχισε να διαστέλλει τη μήτρα του νου.

Ειπωμένα και ανείπωτα, τινάχτηκαν από το σώμα του χρόνου και

Αιχμαλώτισαν με μια αλλόφρονη σιωπή τους νευρώνες της στιγμής.

Αποσύνδεσαν κάθε λειτουργία τους κι άρχισαν να συσπώνται ετοιμόκοποι στην τελευταία εξώθηση της κραυγής.

Δε θυμάμαι τίποτα μετά.

Μόνο τη φωνή σου στο μαξιλάρι να μου ψιθυρίζει:

- Πάρε βαθιά ανάσα και σπρώξε να βγει ο στίχος.

- Ό,τι μένει στον εγκλεισμό του, νεκρό γεννιέται.

Δεν μου 'πες όμως, πως εκεί που είναι η γέννα, εκεί είναι και η ταφή… 

Αυτό δεν μου το ‘πες


Κωνσταντίνα Σταθακοπουλου


Katia Chausheva Photography

Δευτέρα 26 Απριλίου 2021

Ποιος είσαι; (της Κωνσταντίνας Σταθακοπούλου)

 


Μπορεί κάπου να σ’ είχα δει.
Ποιος είσαι;
Επιστρατεύω τη μνήμη.
Εν δυο, εν δυο, ακούω τα πέλματα της να οδεύουν 
με το γνωστό πειθαρχημένο βηματισμό προς τα πίσω.
.
Αφουγκράζομαι το παρελθόν.
Δεν σε βρίσκω.
Ένας κίνδυνος ελλοχεύει στην εκστρατεία της λήθης.
Φοβάμαι.
Τα μάτια μου σε θέση μάχης αναμοχλεύουν το παρόν.
Τα βήματα πληθαίνουν, στρατός με βαρύ οπλισμό μου μοιάζουν.
Ποιος είσαι;
.
Τα πόδια μου αδρανούν.
Κουράστηκαν να τρέχουν ξωπίσω μου.
Άοπλη η κραυγή μου τρέχει να φυλαχτεί μες το κλειστό στόμα.
.
Σβήνω τη σκέψη.
Λιποτακτώ στα εντός μου. 
.
Αν υπήρξες ποτέ, φύγε.
Φύγε σιγά.
Δεν θέλω πια να ακούω φιλιά δίχως χείλη να αναμετριούνται 
με τη σιωπή.
Φοβάμαι αυτή την επιθετική αιωνιότητα της προσμονής.


Κωνσταντίνα Σταθακοπούλου

Τετάρτη 17 Φεβρουαρίου 2021

Ο ΑΝΘΡΩΠΑΚΟΣ (της Κωνσταντίνας Σταθακοπούλου)



Βαριέμαι.

Μεταθέτω την αντίδραση μου για αργότερα.

Τότε που θα έχουν και πάλι αποφασίσει άλλοι για μένα.

Ερήμην μου.

Βαριέμαι.

Με κουράζει κι αυτή η οχλοβοή γύρω μου.

Καλά είμαι.

Εγώ θα αναχαιτίσω το παρόν;

Εγώ θα υποδεχτώ το μέλλον;

Μπα… μια σκέτη απάτη όλο αυτό.

Με κοιτάν με αποστροφή οι ώρες...

Τι ζητάνε από μένα;

Τι τις νοιάζει;

Θεατής θέλω να μείνω.

Θεατής του δειλού εαυτού μου.

Ναι, τον είδα και κάποτε που έσπρωχνε ομίχλες…

Χα ! τι κατάλαβε;

Ήρθαν ατέλειωτες εκτάσεις σκιάς από τότε

και κάλυψαν τους ήλιους της γης μου.

Με υποσχέσεις και χαμόγελα ήρθαν.

Σαν φίλοι έμπασαν

τα κίτρινα μάτια τους να με φωτίσουν.

Και βάφτισαν νομοτέλεια κάθε σκοτάδι.

Και σάλπιγγες, σάλπιγγες πολλές φώναζαν το πόσο μ’ αγαπάνε.

Και τα στόματα τους έσταζαν μέλια.

Μείνε εκεί, μου έγνεφαν με στοργή.

Χωρίς μνήμη

Καλά είσαι…

Εκεί, στην ασφαλή επικάλυψη της αδράνειας.

Και τα παιδιά μου τα ‘διωξα…

Μια μέρα ξεγελώντας τον εαυτό μου,

τα ‘διωξα μακριά.

Φύγετε να σωθείτε, είπα αδάκρυτη.

Κι ύστερα άνοιξα μια ρωγμή μέσα μου και σφάλισα τις μορφές τους.

Ε, και;

Σαν είναι η πρώτη;

Αν ξεσκεπάσεις τους φόβους μου

θα δεις αυλάκια τις ρωγμές να με ντύνουν.

Να χαράζουν το άβουλο του κορμιού μου.

Μα καλά είμαι.

Μια ασημαντότητα στην αμηχανία της στιγμής.

Αυτό είμαι.

Μη περιμένεις από μένα διασκελισμούς στην αιωνιότητα.

Βαριέμαι.

Φοβάμαι.

Άσε που έμαθα και στα σταυρώματα απ’ τις σκιές…


Κωνσταντίνα Σταθακοπούλου

Κυριακή 6 Δεκεμβρίου 2020

Άτιτλο (της Κωνσταντίνας Σταθακοπούλου)



Το βράδυ έπεσε άψυχο μες το δωμάτιο.

Κανείς δεν του ‘δωσε σημασία.

Όλοι ήταν απασχολημένοι με την τελετή ενός προαναγγελθέντος θανάτου.

Τα χέρια της γυναίκας γέμιζαν αθόρυβα τα ρηχά πιάτα.

Θαρρείς και θα γρατζούνιζε ο ήχος απ’ το ξαναζεσταμένο φαγητό, το εύθραυστο της αντοχής τους.

Τα πόδια του άντρα ταξίδευαν με οχλαγωγία σε άχραντους τόπους, σε μυρωδιές αλαργινές, με τα κουπιά καρφωμένα στο πάτωμα.

Η λάμπα σαν ποινή έκαιγε πάνω απ’ τα πρόσωπα τους.

Τα βλέμματα έσμιξαν πάνω απ’ το μεγάλο καρό τετράγωνο του τραπεζομάντιλου, και χαμήλωσαν τρομαγμένα, τόσο όσο, να μπουν  οι σκέψεις ανάμεσα τους.

Τόσο όσο, να είναι ασφαλή.

Η τηλεόραση απλά συμμετείχε σ' αυτή την επώδυνη ασέλγεια ψυχών.

«Θα κρυώσει το φαγητό», ακούστηκε να λέει η ηθοποιός στο καθημερινό σήριαλ, με μια φωνή, που σαν ανήλεος αντίλαλος τους φάνηκε.

Τα  στόματα μηχανικά, άρχισαν να μασάνε τη σιωπή,  άρχισαν να μπουκώνουν με τη στιφάδα του κενού..

Πότε ήταν να δεις που χώθηκε έντρομη στην ασφάλεια της αγκαλιάς του;

Πότε ήταν να δεις που γέλαγε γλυκά η απαντοχή της;

«Δε θυμάμαι πότε έφαγα με όρεξη τελευταία φορά», απάντησε μια ξένη φωνή, κάπου στο ενδιάμεσο της οδυνηρής κατάποσης.

«Τη θλιβερή συνουσία των απόντων γεύσεων μόνο θυμάμαι».

«Το άρωμα της απουσίας».

Ναι, αυτό το κυρίαρχο άρωμα που εγκλωβίστηκε στον ουρανίσκο.

.

Μια ακόμη ξοδεμένη νύχτα  έγειρε να αναπαυτεί.

Μια ακόμη χαμένη αθωότητα ξέρασε πιο δίπλα τα δύσπεπτα της, πριν κηδευτεί στο τέλος της.

Έκανε κρότο ο επιθανάτιος ρόγχος της...

Σαν τις πέτρινες μπουκιές που έσταζαν απ’ τα σφραγιστά χείλη.

Σαν τα λάθη που λέκιαζαν τα μέτωπα με σκούρες σταγόνες απόγνωσης.

.


Κάπου όχι πολύ μακριά, το αύριο άνοιγε τα μάτια δύσθυμο.

''Γιατί με ξυπνάν''; μουρμούρισε.

''Τι θα αλλάξει απ' τα χθες; ''


Κωνσταντίνα Σταθακοπουλου

Πέμπτη 24 Σεπτεμβρίου 2020

ΥΣΤΑΤΟ ΘΕΛΩ (της Κωνσταντίνας Σταθακοπούλου)



Κάθε βράδυ βγάζω ένα ένα τα δέρματα που με τυλίγουν.
Τα κρεμάω πάνω στο ικρίωμα της λάμπας και καλωσορίζω τις μνήμες.
Καλοζωισμένες, νηστικές, νοσηρές, γερές, άπληστες, έρχονται μια μια οι απουσίες
χωρίς φρένο στα πόδια.
Στο διάβα τους παρασέρνουν ανενεργές παρουσίες
σαν λοίσθιο επίλογο.
Απάτριδες όλες είναι.
Χωρίς πρόσωπο, δίχως μορφή, αρπάζουν κομμάτια
απ’ τους στίχους που καίνε στο πάτωμα
και τους ντύνονται.
Η φλόγα απ’ τη λάμπα τρεμοσβήνει χορτάτη.
Τα δέρματα ξεψυχούν αγκαλιάζοντας γελαστά τις θηλιές τους.

Άλλη μια νύχτα λαιμητόμος του ανούσιου.
--------------------------------------------------------------
Σαν μια μέρα θα γίνω αόρατη,
να χωθώ κι εγώ σαν άλγος στη νύχτα κάποιου.
Αυτό θέλω.
…. σαν ύστατο Θέλω …

Κωνσταντίνα Σταθακοπουλου


Brooke Shaden Photography

Σάββατο 29 Αυγούστου 2020

Η ΔΙΑΘΗΚΗ (της Κωνσταντίνας Σταθακοπούλου)



Έναν αιώνα και 3΄ ετοίμαζα την αναχώρηση.
Τόσο μου πήρε.
Ένα χρονόμετρο μέσα στην κόρη του ματιού, κατέγραφε το φεύγα της ψυχής.

Ήθελα να πάρω όλα τα συμπράγκαλα μου. Μη μείνει κάτι άκλαυτο.
Δεν ήταν πολλά, μη φανταστείς.

Μια εφηβεία, πότε οργίλα, πότε καταθλιπτική, που απλά μετοικούσε σε σώμα μεγαλύτερο - δε χωρούσε βλέπεις η διαστολή της στο αύριο - κι ένας κήπος με μαδημένα χρυσάνθεμα. Αλήθεια τι πράμα κι αυτό! Αφού πλήρωνα νοίκι υπέρογκο, γιατί μου κατέστρεφαν τον κήπο κάθε βραδιά;

Α, μη ξεχάσω και τις σπασμένες, τις αποδεκατισμένες ανατολές.
Θα τις συναρμολογήσω πάλι εκεί που θα πάω.

Τα προσωπικά μου είδη, όπως τη ματιά πίσω απ’ το χτιστό παράθυρο, όπως την άτολμη περπατησιά και τα ξέφτια απ’ τα χάδια, τ’ αφήνω στο ίδρυμα κακοποιημένων ονείρων. Μπορεί κάποιο γυμνό βράδυ, ένα από αυτά να ντυθεί πραγματικότητα.

Το καπέλο που φορούσα κάτι μεσάνυχτα – ναι, μη γελάς - τότε που καίγαν οι μνήμες το νου, τότε που τα ανέφικτα στάχτες σκορπούσαν, κάντο ίσκιο των άστρων, δεν θα το πάρω.
Βαρύ παιδί μου, πώς να το μεταφέρω;

Τα ψιλόβροχα του κορμιού στα επιστρέφω. Όπως μου τα άφησες, έτσι είναι, αμεταχείριστα.

Τώρα δεν ξέρω αν μου ανήκει αυτή η κραυγή που ούρλιαζε στα μέσα μου.
Αυτή που ξεσήκωνε τα μάτια σε ανταρσία -
τα μάτια μόνο - γιατί τα υπόλοιπα ήταν φοβισμένα.
Ντρέπονταν κιόλας τους γείτονες, πώς να τους ξυπνούν κάθε τόσο…
Αυτή, μάλλον θα στην αφήσω.
Να ‘χεις ένα ενθύμιο από μένα.

Κι επειδή έστω κι αργά μ’ αγάπησα, θα σου αφήσω και τη συναίνεση μαζί με το ατελέσφορο.
Τι να τα κάνω;
Δε μου χρειάζονται πια υποταγές.

Είμαι ελεύθερη

Σε χαιρετώ
Και μην έρθεις εκεί που θα ‘μαι. Είναι ο τελευταίος όρος της διαθήκης.

Αλλιώς τα κληρονομεί η ουτοπία

Υ.Γ.
Έχω σκουπίσει, έχω καθαρίσει, δεν υπάρχουν ίχνη του εγκλήματος.
Μα δεν έμεινα και πολύ, ώστε να τρέξουν τα σημάδια μου.
Μόνον έναν αιώνα και 3'

Κωνσταντίνα Σταθακοπουλου


Παρασκευή 17 Ιουλίου 2020

ΣΤΗΝ ΑΝΑΜΟΝΉ ΤΟΥ ΝΟΤΙΑ (της Κωνσταντίνας Σταθακοπούλου)



Μη μιλάς του λέγαν οι σοφοί.
Μη μασάς τις μεταχειρισμένες λέξεις.
Άσε τες να ριγούν μες την πολύ ασφάλεια των τετριμμένων σιωπών τους.

Κι εκείνος κούμπωνε το στόμα και ξεκούμπωνε τους καιρούς.
Έλεγε, άμποτε να ‘ρθεί κείνος ο αγύρτης ο νοτιάς να τον φορέσω στην άκρη των χειλιών σαν κόκκινη απόδραση.
Να ξεδέσει τους κόμπους απ’ τις θάλασσες, να λευτερώσει τα μάτια απ’ τις βουβές διαμαρτυρίες,
Να στάξει στίχους ζωντανούς στις απώλειες.

Και πέρασαν τα χρόνια σ’ ένα εξακολουθητικό παρόν.
Κι ακόμη είναι στα ίχνη ενός καταζητούμενου αέρα, ενός αποστάτη μέλλοντα, σκαλίζοντας μονολόγους.

Νοτιάς… τι περιμένεις… Στροβιλισμός απάτης.
Τυλίγεται σαν θηλιά στις εκδοχές των προσμονών και τις σφίγγει, ψιθυρίζοντας λόγια αγάπης.
Μα πώς να του θυμώσεις;
Πώς να θυμώσεις σ' αυτό το κίτρινο καπέλο που γελάει στα μαλλιά του;

Άλλωστε, είδες ποτέ σου θάμα να 'ρθει στην ώρα του;

Κωνσταντίνα Σταθακοπουλου




Πέμπτη 14 Μαΐου 2020

ΑΝ ΕΙΝΑΙ ΝΑ 'ΡΘΕΙΣ (της Κωνσταντίνας Σταθακοπούλου)



Αν είναι να ‘ρθεις,
διάλεξε ένα σούρουπο γυμνό.
Απ’ αυτά που μετοικούν άστεγα μέσα στο βλέμμα.
Απ’ αυτά που δεν περιμένουν πια νύχτα
με ανθρωπιστική βοήθεια.
Που πάνω τους έχει φυλλώσει ένα κορμί χωρίς ψυχή,
ισχνό, σακατεμένο.
Σαν γερασμένη πόρνη
που καραδοκεί πίσω από του έρωτα σπασμό
να φυγαδεύσει τα αγοραία της σκοτάδια.

Αν είναι να ‘ρθεις,
μη φέρεις δώρα.
Το φθινόπωρο ήρθε φορτωμένο με τις ζωές που δεν έζησα.
Γέμισε το δωμάτιο με θανάσιμα παιχνίδια της μνήμης
που μπήγονται σε κάθε κύτταρο μου.
Δώρα είναι κι αυτά. Δώρα με μυτερές απολήξεις
που διαπερνούν τα εύθραυστα στεγανά μου
και τα σκίζουν, μαζί με το χαρτί περιτυλίγματος.

Αν είναι να ‘ρθεις,
μην πεις κουβέντες των ζωντανών.
Μην ρωτήσεις,
αν η σιωπή που κάθεται αντίκρυ μου είναι ο
συνωμότης εραστής.
Αν οι ανάσες που σφυροκοπούν τα χείλια μου είναι οι
ενάντιες ηδονές, μην ρωτήσεις.

Έμαθα πια στην αδράνεια της απόγνωσης.
Έμαθα στο αποτρόπαιο της αγρύπνιας
με τις αιφνίδιες καρατομήσεις των στιγμών.
Να ζω χωρίς εμένα έμαθα πια.
Με μιαν αλλόφρονη πολυκοσμία από νοτισμένες μνήμες, συμβιώνουν τώρα οι υγρασίες μου στα μεσάνυχτα της σιγής.
Μην με δραπετεύεις πάλι στις ξερές υποσχέσεις του χαμού.

Αν είναι να ‘ρθεις,
έλα σαν γδούπος μιας συναλλαγής
που απόμεινε σ’ ένα κλειστό γκισέ,
εξόφληση αφερέγγυα να τυραννάει.
Μην αλλάξεις.
Έτσι, σαν ιδρωμένο χρεόγραφο στην τσέπη να ‘ρθεις.
Σαν το πλαστό χρεόγραφο που ικετεύει απ’ την αλήθεια
το συχώριο.
Έτσι να μπεις.
Αν είναι να ‘ρθεις,
έλα σαν υπογραφή από τα λάθη της αλλοιωμένη.

Κωνσταντίνα Σταθακοπούλου


Σάββατο 14 Μαρτίου 2020

Το τελευταίο φυλάκιο (της Κωνσταντίνας Σταθακοπούλου)


Άνοιξα τις πόρτες.
Να μπουν νερά.
Να βεβαιώσουν την απόλυτη προσαρμογή μου στις παραδόσεις.
Η γη βάρυνε πολύ.
Ηττήθηκε απ' τις νίκες της.
Κι εγώ, μια κουκκίδα με διεσταλμένους αδένες που σπαταλιέται στις ελλείψεις της,
πώς να με χαρτογραφήσω;

Αφήνομαι.
Γλιστράω.
Σκορπάω στην καταλυτική τρέλα του νερού.
Κατρακυλώ στη μνήμη του βυθού.
Είναι ανόνειρα εδώ.
Είμαι ασφαλής.

Χάρισα επιτέλους το τελευταίο φυλάκιο σε μένα.
Επιεικά να με κρίνεις

Κωνσταντίνα Σταθακοπούλου

Katia Chausheva Photography




Τρίτη 14 Ιανουαρίου 2020

Στα Δυτικά του Έρωτα (της Κωνσταντίνας Σταθακοπούλου)



Η αγάπη έφυγε.
Φόρτωσε σ’ ένα μεγάλο καράβι τις ανάγκες της
και ταξίδεψε στο πουθενά.
Εκεί που η πένα και τα ακροδάχτυλα του ποιητή υγροποιούν τα φωνήεντα
και παρασύρουν τα μάτια έξω απ’ τα πρόσωπα,
στα ενδόμυχα της απουσίας,
λυγμούς ορμητικούς γεννώντας.

Εκεί που η σκέψη τήκεται μέσα στο πύρωμα της μνήμης
και που τα όνειρα στα βάθη τους κατολισθαίνουν.

---- κάπου εκεί, στα δυτικά του έρωτα ----


Κωνσταντίνα Σταθακοπούλου


πίνακας, Σοφία Ζιάβρα


Κυριακή 1 Δεκεμβρίου 2019

Μια θάλασσα λόγια ανείπωτα



Τιτλος: ΜΙΑ ΘΑΛΑΣΣΑ ΛΟΓΙΑ ΑΝΕΙΠΩΤΑ
Συγγραφέας:  Κωνσταντίνα Σταθακοπούλου
ΕίδοςΠοιητική Συλλογή
Εκδόσεις: Αλλωστε
Έτος Έκδοσης: 2015
Σελίδες: 120
Σχήμα: 15 Χ 21
ISBN: 
ISBN: 978-618-81753-9-6






60 ποιήματα για τον Έρωτα










Τετάρτη 27 Νοεμβρίου 2019

Απόπλους (της Κωνσταντίνας Σταθακοπούλου)



Παρακαταθήκη μου οι λέξεις
και ένα κλωνάρι γαλάζιο γιασεμί
ανάμεσα στους φθόγγους.
.
Να με θυμάσαι πού και πού
σαν ταξιδεύεις στη θάλασσα τους…
.
Κι αν σε ρωτήσουν για τη στερνή του απόπλου τη στιγμή,
μην απαντήσεις.
Όποιος ναυάγησε στη σκέψη μιας Ιθάκης,
θα νιώσει,
Πώς είναι να αφήνεις να ξεστρατίζει το κουπί...

Κωνσταντίνα Σταθακοπούλου




Πέμπτη 19 Σεπτεμβρίου 2019

Μια μέρα (της Κωνσταντίνας Σταθακοπούλου)


Μια μέρα θα σηκωθώ πρωί.
Θα σκάψω βαθιά μέσα μου όλες τις έγκλειστες ζωές.
Να ανακαλύψω θα πασχίσω,
το αίτιο φωτός που λησμονήθηκε.
Αυτό που δεν διεκδικήθηκε ποτέ.
Κι ύστερα, λίγο πριν το σούρουπο, 
θα ψηλαφίσω αργά αργά τα πλευρά του.
Πριν αποσυντεθούν…
Πριν να μπηχτούν ακίδες αιχμηρές στον ύπνο μου.

Μια μέρα θα σηκωθώ πρωί
να δραπετεύσω από Σένα και να με επισκεφτώ.

...ιδρωμένο φύλλο στην πρωινή ομίχλη να φυγαδεύεται αόρατα...