Ταξίδι στο χώρο της ποίησης και του λόγου. Ένας χώρος έκφρασης ανοιχτός σε όλους.
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΤΣΟΥΧΛΗ ΚΑΛΛΙΟΠΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΤΣΟΥΧΛΗ ΚΑΛΛΙΟΠΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Τετάρτη 24 Οκτωβρίου 2018
Τεσσαροχάλι (της Καλλιόπης Τσουχλη)
Αμπαριτζής στα πέλαγα, κρατά την ανιζέτα,
ως αποσπόρι τ’ ουρανού μιλεί στην οπερέτα,
βερίνα που την δίπλωσε μια νύχτα με φεγγάρι,
καβίλια που την πέρασε στου Μπέη το λυχνάρι.
.
Στην κουπαστή μαγκάρισε το λυκαυγές να δει,
στην μπόμπα που τον κράτησε σαν ήτανε παιδί.
Σινιάλο παίζει στο φανό ν’ αμοληθούν τ’ αστέρια,
θολό το φως στη θάλασσα μήτε κι ελπίδα πλέρια.
.
Τα σήμαντρα χτυπήσανε κι η Θάλασσα αφρίζει,
στα βάθη και στα πέλαγα ο φόβος πλημυρίζει,
μάνα δεν έχει για να δει, κραυγή για να ξεσπάσει,
τον πόνο του να μοιραστεί, μουράγιο ν’ απαγκιάσει.
Καλλιόπη Τσουχλη
Τετάρτη 3 Οκτωβρίου 2018
Κυκλώνας (της Καλλιόπης Τσούχλη)
Βράζεις απόψε Θάλασσα κι ο ναύτης σου ματώνει,
θεριεύεις με τα κύματα σε βλέπει- πελαγώνει.
Μήτε το φόβο του νογάς μήτε και το σκαρί του,
τραντάζεις απ' τα βάθη σου την δόλια την ψυχή του.
.
Μαστίγωσες τον άνεμο σαν κοπανάς την πλώρη,
μόνη πυξίδα πια θορώ και τις στροφές με ζόρι.
Σακάτεψες την πρύμνη μας κι ακόμα αναστενάζεις,
τον τρόμο σου σκορπάς χωρίς να λογαριάζεις.
.
Στιγμή δεν σε φοβήθηκα και σε κοιτώ στα μάτια,
στα μητρικά τα πέλαγα - φουρτουνιασμένα βράδια.
Δεν έμαθα να σε μισώ μονάχα να σε ραίνω,
με τον καρπό της ξενιτιάς κι απόψε σε μαθαίνω.
.
©Kalliopi Tsouchlis
Τετάρτη 26 Σεπτεμβρίου 2018
Τα λιμάνια (της Καλλιόπης Τσούχλη)
Εσύ Κυρά που με ακούς, εσύ που με διαβάζεις,
εσύ ποτέ δεν με λυγάς, μονάχα μ' ησυχάζεις.
Εσύ μαγγάρεις την θηλιά π' ολημερίς με πνίγει,
εσύ που ανάσες μου σκορπάς μες στη ζωή την λίγη.
.
Το ξέρω το ταξίδι μου θα 'ναι γοργό και λίγο,
ας είναι που ταξίδεψα στα πέλαγα πριν φύγω.
Δεν είναι η νύχτα που μιλάει μήτε και το μουράγιο,
μα είναι η στέρφα η γη που χάνει το κουράγιο.
.
Κι αν είναι πια ν' αμοληθώ ας είναι στα νερά σου,
να λυτρωθώ και να γευτώ εκείνο τ' άρωμα σου.
Να 'χει μπουνάτσα ο καιρός, να μου γελούν οι γλάροι,
σαν θ' αγκαλιάσω Θάλασσα, να με κοιτούν οι φάροι.
.
©Kalliopi Tsouchlis
Τετάρτη 29 Αυγούστου 2018
Το μεσονύχτι μου (της Καλλιόπης Τσουχλη)
Όπου κι αν βρίσκομαι την νύχτα και θυμάμαι,
αναριγώ στα χνάρια σου και σου φωνάζω πάμε.
Είναι βουβή και άραχνη η νύχτα μακριά σου,
βουρκώνω και λικνίζομαι μέσα στην αγκαλιά σου.
Στο μαξιλάρι μου μιλώ κι άλλο που δεν τα λέω,
τα μάτια σου γλυκοφιλώ μονάχη μου και κλαίω.
Είναι και που σ’ αγάπησα μια νύχτα με φεγγάρι,
την νύχτα που μου γέλασαν τ’ αστέρια και οι γλάροι.
Μονόγραμμα στα σπλάχνα μου σ’ έχω και σε κρατώ,
γιορντάνια μες στον κόρφο μου για σένα φυλαχτό.
Σε νείρομαι στα πέλαγα και μοναχή στην κλίνη,
φιλώ σε με τ’ λιόκλαδα και του ανέμου δίνη.
Καλλιόπη Τσουχλη
Καλλιόπη Τσουχλη
Τετάρτη 22 Αυγούστου 2018
Όνειρα (της Καλλιόπης Τσουχλη)
Κι ήταν τόσα πολλά εκείνα που ονειρευόταν να κάνει, βιαζόταν λες και ο χρόνος της τελείωνε… Ήθελε κι επέμενε να κάνει τόσα πολλά πράγματα μαζί…
Πολλοί ήταν εκείνοι που αναρωτιόντουσαν πως μπορεί, πότε προλαβαίνει και κυρίως γιατί ζει με τέτοιο ρυθμό…
Στις ερωτήσεις τους δεν απαντούσε, χάριζε ένα χαμόγελο και γύριζε την πλάτη… Βλέπεις, το χαμόγελο ήταν η άμυνα της, μια άμυνα που την βοήθησε να θωρακίσει την καρδιά της, ώστε να μην πληγωθεί ξανά…
Όμως δεν ήταν πάντα εφικτό, έκρυβε τόση αγάπη μέσα της, ζούσε τόσο έντονα την στιγμή λες κι οι δείκτες του ρολογιού σταματούσαν έκπληκτοι κι αυτοί να την κοιτάζουν…
Λάτρευε να αγαπάει, είχε την θέληση και πάντα έβρισκε και τον τρόπο…
Ξέρεις τι αγαπούσε πιο πολύ;
Ν’ αντικρίζει πρόσωπα χαρούμενα, χαμογελαστά…
Έκανε το παν για να χαμογελούν οι γύρω της… Νύχτα και μέρα πάλευε γι’ αυτό κι ας ήταν κουρασμένη κι ας ήταν διαλυμένη κι ας ήταν περασμένα μεσάνυχτα…
Δεν την ένοιαζε, μοχθούσε και επένδυε στην χαρά εκείνων που αγαπούσε…
Δεν το έκανε από ανάγκη, αλλά γιατί εκείνη διάλεξε να αγαπήσει όσους διάλεξε η καρδιά της, άρα όφειλε να στηρίξει το συναίσθημα και την επιλογή της… Όφειλε να χαρίζει την χαρά, τον ενθουσιασμό…
Ξέρεις τι είναι να μην έχεις τίποτα και να γεμίζει η ψυχή σου από χαρά, κάνοντας κάποιον άλλον να χαίρεται;
Ξέρεις τι είναι να κουρνιάζεις το βράδυ πάνω στο μαξιλάρι σου, αφότου όλοι πια κοιμούνται και στον απολογισμό της μέρας σου, να μετράς χαμόγελα;
Έτσι έκανε εκείνη, ή τουλάχιστον προσπαθούσε... Κάθε βράδυ όταν ερχόταν αντιμέτωπη με τον εαυτό της, μετρούσε χαμόγελα...
Μισούσε τον πόνο, μισούσε και τα θλιμμένα πρόσωπα… Αγαπούσε τα όνειρα κι ας μην τολμούσε η ίδια να ονειρευτεί…
Όσες φορές ονειρεύτηκε, τόσες φορές γκρεμίστηκαν όλα σαν χάρτινος πύργος… Μόνο που μαζί με τον πύργο κάθε φορά γκρεμιζόταν κι εκείνη απ’ το σύννεφο που με κόπο απογείωνε στα μάτια της…
Κάποια στιγμή τα μάτια της, στέγνωσαν κι αυτά… Μια Θάλασσα γέμιζαν τα δάκρυα της, μια Θάλασσα και δυο ανάσες… Μια για όσα έζησε και μια για όσα μες στην ψυχή της κλείδωσε…
Κι ήταν σκληρός εκείνος ο απολογισμός, οδυνηρός για εκείνην, διότι εκείνη γονάτιζε στο παγωμένο δάπεδο και μετρούσε κάθε νύχτα, μες στην στάχτη του τσιγάρου τις πνοές της…
Ξέρεις, θέλει κουράγιο να πονάς και να τολμάς, να γελάς ενώ αιμορραγείς και να μην αφήνεις κανέναν να κοιτάξει τις κηλίδες… Εκείνες οι κηλίδες, που πάντα έμεναν κλειδωμένες στο υπόγειο…
Λάτρευε το φως, καρδιοχτυπούσε για να δει μια όμορφη Ανατολή, ακόμα κι αν η νύχτα που είχε διανύσει, είχε αφήσει πονεμένα αποτυπώματα…
Εκείνη τα στόλιζε τα αποτυπώματα, έδινε φως, χάριζε λάμψη, έδινε ζωή στα άψυχα κι εμψύχωνε το άλλοθι…
Δύσκολα νοθεύεται το άλλοθι, ήξερε καλά να μετατρέπει το κόκκινο χρώμα του κρασιού, στο λευκό της ευτυχίας…
Έγραφε το κυρίως θέμα, όσο καλύτερα μπορούσε, γιατί ήθελε ο επίλογος, να είναι αντάξιος των προσδοκιών της…
Φρόντιζε πάντα να εμπιστεύεται το ένστικτο της, ήταν ο συνεπιβάτης της στο ταξίδι της ζωής…
Κάπου προς το τέλος θα το άφηνε κι αυτό, θα συνέχιζε μόνη αγκαλιά με την ψυχή της, μέχρι να τερματίσουν οι παλμοί… Θαλασσωμένα όνειρα σ’ ένα ταξίδι εκπληκτικό…
Δεν την φόβιζε η μοναξιά, μα ούτε κι ο επίλογος… Ζούσε, τολμούσε κι αγαπούσε στον υπερθετικό βαθμό… Δεν άλλαζε για τίποτα και για κανέναν… Εκείνη κρατούσε τα ζάρια, εκείνη και τα πιόνια…
Ξέρεις, αν χαμογελάς στην Ζωή, εσύ φέρνεις τις εξάρες κι η Ζωή σε κοιτάζει έκπληκτη… Κι αν όλα πήγαιναν στραβά, ο Δικαστής της, πάλι θα την περίμενε… Ο δικός της Δικαστής, μα και παράλληλα το δικό της φυλαχτό…
Δίκαζε και δικαζόταν πάντα μόνη, μπροστά σε μια Θάλασσα… Μακριά από μάρτυρες και προσωπεία… Κι όταν η Θάλασσα χαμογελούσε εκείνη μονολογούσε,
Μου χρωστάει ένα ταξίδι η Ζωή…
Καλλιόπη Τσουχλη
Καλλιόπη Τσουχλη
Τετάρτη 15 Αυγούστου 2018
Οι άνθρωποι μας (της Καλλιόπης Τσουχλη)

Οι ωραίοι άνθρωποι δεν χρειάζονται την υπερπαραγωγή μες στην ζωή τους… Οι ωραίοι άνθρωποι μυρίζουν σεβασμό, εμπνέουν εμπιστοσύνη, κερδίζουν αγάπη, μοιράζουν χαμόγελα…
Οι ωραίοι άνθρωποι δεν κοστολογούν την ζωή τους μέσα σ’ ένα πορτοφόλι, δεν ξοδεύουν την ψυχή τους στην μιζέρια, δεν το βάζουν κάτω όταν βρέχει… Λατρεύουν την βιοπάλη μέσα στο μπουρίνι, άλλωστε το χαμόγελο τους, γονατίζει και την μπόρα…
Οι ωραίοι άνθρωποι λένε την καλημέρα τους αλλιώτικα, στέλνουν την καληνύχτα τους ιδιαίτερα… Κάνουν ξεχωριστές τις λέξεις, δίνουν νόημα ακόμα και στην τελεία που κλείνει την πρόταση κι ανοίγει την πόρτα για το όνειρο…
Οι ωραίοι άνθρωποι, δεν κάθονται στην πρώτη σειρά, μα στην τελευταία, ακτινοβολούν σαν τ’ αστέρια από τα ψηλά πατώματα…
Οι ωραίοι άνθρωποι, όταν σου πουν πως σ’ αγαπούν, το νιώθουν και το εννοούν… Δεν μαγαρίζουν τις κουβέντες στον αέρα και τα χάδια στα λεπτά…
Οι ωραίοι άνθρωποι, όταν μας δουν γονατιστούς, απλώνουν ένα χέρι να μας σηκώσουν… Με το ίδιο χέρι μας αγκαλιάζουν… Χωρίς καν να το ζητήσουμε, χωρίς να απολογηθούμε…
Οι ωραίοι άνθρωποι λιγόστεψαν, μα ακόμα υπάρχουν… Δυσεύρετοι σαν τα ρουμπίνια, πολύτιμοι σαν τα σμαράγδια…
Αγαπάω τους ωραίους ανθρώπους και την ελευθερία που μαρτυράει το χαμόγελο τους…
Οι ωραίοι άνθρωποι δεν μιλάνε, μοναχά χαμογελάνε…
Τετάρτη 8 Αυγούστου 2018
Ματισιά (της Καλλιόπης Τσουχλη)
Είν το σκαρί που σκούριασε κι η ματισιά βελόνι, είναι το μπότζι το βαρύ και που κοιτούν πια μόνοι, μήτε αστρολάβο πια θωρούν μήτε την αμφιλύκη, κρατούν πορεία δυτική και στον βυθό σταλίκι. Πάει καιρός π’ αλάργεψε η αφρισμένη κλίνη, εκείνη που λογάριαζε ανέμους και την δίνη, κι είναι το φως το νοερό και το στουπί που πλέει, κι ο ναύτης που δεν γνώρισε πατρίδα και που κλαίει. Την ειμαρμένη καρτερούν τα χρόνια τους να ζήσουν, τα σπιτικά που τ’ άφησαν να μην τα λησμονήσουν, και ξενερίζει απ’ το νερό της άγκυρας το νύχι, κι ο ναύτης αναστέναξε για την δική του τύχη. Είν η αλμύρα έρωτας για πούθε και τον πάει, σε μέρη π’ ονειρεύτηκε σ’ εκείνη π’ αγαπάει, τα δυο του μάτια θάλασσα και η καρδιά κοχύλι, στον στεναγμό τα χέρια του και του φιλάει τα χείλη. Καλλιόπη Τσουχλη
Τετάρτη 27 Ιουνίου 2018
Τρίστρατη ζαριά (της Καλλιόπης Τσουχλη)
Κορίτσι εσύ που δύσμοιρο δεν γνώρισες αγάπη,
εσύ που αναμετρήθηκες με το σφοδρό δρολάπι,
γυναίκα, που στερήθηκες του κόσμου σου το χάδι,
εσύ! Που πολεμήθηκες μες στο βαθύ σκοτάδι.
Κορίτσι, εσύ που τόλμησες στο πέλαο του θανάτου,
εσύ καθάρια Θάλασσα κι ήλιε συ του φλογάτου,
μπορεί τα χρόνια σου φαιδρά κι οδυνηρά, χυδαία!
Μ’ απέμεινε η καρδούλα σου ν’ ανασκιρτά γενναία.
Κορίτσι, εσύ καλόψυχο που ήσουν ρόδο και κρίνο,
που ήρθα ως εδώ του τάφου σου την πλάκα να ξεπλύνω -
ο δρόμος που περπάτησες κι αν σου ‘μελλε θλιμμένος,
στο χώμα κι αν σε θέλησε το ανθρώπινο το μένος.
Κορίτσι, εσύ που δύσμοιρο δεν γνώρισες το χάδι,
εσύ, που δεν ευτύχισες παρά μες στο σκοτάδι,
τώρα που πια αναπαύεσαι κάτω απ’ τα κυπαρίσσια,
καλό ταξίδι, αγάπη μου, ψυχή μου, πελαγίσια.
Καλλιόπη Τσουχλη
Καλλιόπη Τσουχλη
Τετάρτη 20 Ιουνίου 2018
Της Καπετάνισσας (της Καλλιόπης Τσουχλη)
Έχεις το βλέμμα τ’ αετού και την ψυχή τ’ ανέμου,
σκληρή καθάρια κι όμορφη με χάρη χρυσανθέμου,
στα μαυρισμένα στ’ άπλυτα και στα σκουτιά τριγύρω,
μονάχα εσύ μοσχοβολάς της θάλασσας το μύρο.
Δίπλα στα βίντζια καρτερείς με το στουπί στο χέρι,
παρακαλώντας θάλασσα μπουνάτσα να σου φέρει,
για να κοπάσει η δίνη σου να πάψεις να φοβάσαι,
για το κακό που σου 'καναν να πάψεις να λυπάσαι.
Έλα και πάλι, θάλασσα και πιάσε της το χέρι,
ως τα βαθιά σου να την πας εκεί που ζει τ’ αγέρι.
Εκεί που ζουν οι όμορφες γλυκές καλοκυράδες
εκεί που χαίρουν οι επτά, οι ώριες οι Πλειάδες.
Εύγε σου Καπετάνισσα και του Πελάγου Κόρη,
που δεν νογάς τον φόβο τους μήτε το ξεροβόρι.
Εύγε σου Λασκαρίνα μου και γλάρε θαυμαστέ μου,
που δάμασες τα πέλαγα καρπέ ευωδιαστέ μου.
Καλλιόπη Τσουχλη
Καλλιόπη Τσουχλη
Τετάρτη 13 Ιουνίου 2018
Οιωνός (της Καλλιόπης Τσουχλη)
Οι ρίμες μου και οι υγροί μου στίχοι,
από τ' ατσάλινο της άγκυρας το νύχι,
μια νότα μουσικής από τ' αστέρια,
κι από τους ψίθυρους στο διάβα με τ' αγέρια.
Ο άνεμος π’ αγκάλιασες κι ονόμασες φουγάρο,
που 'ρθε και με σαλπάρισε σαν κοίταξα το γλάρο,
που την ψυχή καλμάρισε με τα χρυσά τα χτένια.
Αγάπη που σ’ ονόμασα! Χρυσή και μεταξένια.
Τα δυο σου μάτια Θάλασσα! Αστράπτουσα καθάρια!
Και τα γλυκά τα χείλη σου πανσέληνα φεγγάρια,
να πάρω απ’ του πελάγου σου και στ’ ανοιχτά το δάκρυ,
να σου μετρώ τα κύματα σε τούτη εδώ την άκρη.
Τάξε γοργόνα στο φτερό - μες στης αυγής το νήμα,
για να την δεις ολάνθιστη με το λευκό το ντύμα,
τον ήλιο και να καρτερείς και τον αφρό της πρίμα.
Μην η ζωή σου γέλασε; Μην σου 'δωσε το βήμα;
Καλλιόπη Τσουχλη
Καλλιόπη Τσουχλη
Τετάρτη 6 Ιουνίου 2018
Ναυάγιο (της Καλλιόπης Τσούχλη)
Ήταν το βαρομετρικό που θόλωνε τη σκέψη.
Τις δύο χαμένες άγκυρες μ’ έστειλες για να βρω.
Σινιάλο μου έκανες χωρίς η λάμπα σου να φέξει,
κείνο το φως σου που ‘θελα και πια δεν καρτερώ.
Διπλώσου κάβος κι ύστερα μόλα μου την καδένα.
Τέσσερα οχτάρια η μπίντα σου και κάνε το σταυρό.
Με παίρνει το αντιμάμαλο κι ως όλα σκουριασμένα,
ψάχνω να δω τα χέρια μου πού τ’ άφησες να βρω.
Ήχος βαθύς κι απόκοσμος η θάλασσα που σκάζει.
Μα πού μου κρύφτηκες και πια καλά δεν σε θωρώ;
Οι εφτά ουρανοί το σάλπιζαν, την ώρα που χαράζει,
ρίξου μεμιάς κι απώθησε το σώμα σου στο υγρό.
Ζώσε χλωρό τη σάρκα σου και γίνε το αρμυρίκι.
Θάρρεψε! και ξαμόλησε σε πέλαγο ανοιχτό.
Για ν’ αλαφρύνεις, θρέψου με θαλασσινό σκουλήκι.
Για να βαρύνεις, ντύσου με της νύχτας το ριχτό.
Τώρα ως βυθίζει σκέφτεσαι πώς τ’ άταφο το σώμα.
Πώς ξενιτεύτηκες γιατί και πού 'θελες να πας.
Μι’ αγάπη, που σε καρτερεί για ένα φιλί στο στόμα,
κι ένα παιδί, που ξέχασες να πεις πως τ' αγαπάς.
Καλλιόπη Τσούχλη
Τετάρτη 30 Μαΐου 2018
Της κατά Θάσον Θαλάσσης (της Καλλιόπης Τσούχλη)
Έλα και γδύσε τώρα το σκοτεινό σου χρώμα,
και φόρεσε της θάλασσας το γαλανό το σώμα,
να σε ρεχτούν οι άνεμοι και τα λευκά πουλιά,
να σου χαρίσουν κύματα μια θάλασσα γουλιά.
Πόθε γλυκέ του ονείρου μου – πόθε ταξιδεμένε,
που σ’ αγκαλιάζει πέλαγος! Θρηνείς ξενιτεμένε.
Που σε ζητούν τα χείλη και τ’ αδειανό μας σπίτι,
σ’ αποζητά κι ο ουρανός να λάμψει τον αστρίτη.
Έρμη γυναίκα μοναχή κι η νύχτα που σμιλεύει,
να πάλλεται να νείρεται! Κι ο πόνος να χορεύει.
Κι εγώ πια δεν μπορώ μονάχη να βουρκώνω,
και μόλις κοιμηθώ θαρρώ πως σ’ ανταμώνω.
Πάρε του Νόστου το στρατί και την δική πυξίδα,
για να περάσεις σύννεφα και να γευτείς πατρίδα,
για να φιλήσεις χείλη και να κρυφτείς σ’ αγκάλη,
κι εκείνα τα ματάκια μου που καρτερούν τα κάλλη.
Καλλιόπη Τσούχλη
Τετάρτη 23 Μαΐου 2018
Γαλανόλευκη Ελλάδα ( της Καλλιόπης Τσούχλη)
Χαμήλωσε η νυχτιά μες στην μικρή μου κλίνη,
και το φεγγάρι ολόγιομο μου μέρεψε την δίνη.
Δως μου Θεέ μου δύναμη τ' αστέρια να μετρήσω,
στο φινιστρίνι να σταθώ πελάγη να ξυστρίσω.
Για ν' αγναντεύω θάλασσες στα δειλινά τους φάρους,
Στο λυκαυγές τα χρώματα και τους λευκούς τους γλάρους,
Από στεριά να λυτρωθώ και μόλο μην θυμάμαι,
να ξεστρατίσει η θύμηση να πάψω να φοβάμαι.
Σ' ένα σκαντάγιο όνειρα να φτάσουν τα νερά,
κι από τα όκια μεμιάς να γεννηθούν φτερά.
Να ξεγλιστρήσει η άγκυρα το φρένο να μην πιάσει,
ν' αμοληθεί μες στο βυθό στα νύχια ν' απαγκιάσει.
Και να φωνάξω μονομιάς, αγάντα κι όλα νέτα,
φωνή Ελλάδος ν' ακουστεί στη μακρινή Βαλέτα.
Να ταξιδέψει ο σταυρός και μ' ηθική ακμαία,
να γονατίσουν ουρανοί στη γαλανή Σημαία.
Καλλιόπη Τσούχλη
Τετάρτη 16 Μαΐου 2018
Οδυσσέας και Πηνελόπη II (της Καλλιόπης Τσούχλη)
Θάλασσα εσύ – γαλήνη μου και της καρδιάς μου μούσα,
πόθε γλυκέ του ονείρου μου που από παιδί κεντούσα,
μύρια καράβια κι όμορφα που σου 'πλεκα λιμάνια,
με χάντρες που σε στόλιζα και με χρυσά γιορντάνια,
.
πού είναι, πια και δεν μπορώ να νιώθω μακριά μου,
κι άλλο δεν έχω παρ’ αυτά τα έρμα δάκρυα μου,
κι ό,τι από εκείνου τ’ όνειρο ξεπλέκω μεσημέρι,
να το αναπλέκω ψάχνοντας ποιο κύμα θα τον φέρει.
.
Παρακαλώ σε, θάλασσα, φέρε τον πάλι πίσω,
απόψε, τώρα! που ποθώ τα χείλη να φιλήσω,
πόνο μη νιώθω, στεναγμό κι άλλο να μη λυπάμαι.
Να πάψω πια, σαν όνειρο και μόνο να θυμάμαι.
Καλλιόπη Τσούχλη
Τετάρτη 9 Μαΐου 2018
Απαγχονισμένοι απολογισμοί (της Καλλιόπης Τσούχλη)
Κάθε φορά που χτυπούσε το τηλέφωνο, εσύ ήσουν εκεί, να καρδιοχτυπήσεις, ν’ απαντήσεις με λαχτάρα, να θέλεις τόσο πολύ να μιλήσεις, δίχως να μπορείς…
Όλα όσα άκουγες, σαν μια κλωστή περασμένη στην καυτή βελόνα έραβαν τα χείλη και το αίμα που έσταζε πότιζε το παγωμένο δάπεδο…
Εκείνο το ψυχρό λευκό μάρμαρο, αποκτούσε χρώμα, μόνο που δεν ήταν ό,τι επέλεξες, αλλά ό,τι κατάντησες…
Με ραμμένα χείλη πορεύτηκες, με τσαλακωμένα όνειρα συνέχισες… Γιατί; Για ποιον; Ποιοι άξιζαν το αθέλητο χαμόγελο σου;
Στερημένο το δικαίωμα του θυμού σου, ένα καλά στημένο λογισμικό, όπως ήθελαν, όπως έπρεπε κι όχι όπως θα ήθελες…
Πρέπει, μην, δήθεν… Τρεις λέξεις μια πορεία, βήματα λασπωμένα, ταλαιπωρημένα παπούτσια από ημιτελείς δρόμους κι ελπίδα, χαρακωμένη…
Θυσία στο βωμό, δίχως τέλος… Δίχως έλεος, απλά για τα πρέπει, τα δήθεν και τα μην… Κι ένας αυτοσεβασμός στην κρεμάλα, με πέλματα πάνω σ’ ένα κομμάτι πάγου…
Λιωμένα σκαλοπάτια, όσο έλιωνε ο πάγος, ρήμαζε κάθε λεπτό… Χαμένη η αυτάρκεια του νου, χαμένη κι η ζωή…
Η μόνη που δεν ξεθώριαζε, εκείνη η αδίστακτη ανάμνηση…
Προσωπεία γύρω από την ρουλέτα κι εσύ να κοιτάζεις την μπίλια, με το βλέμμα στο κενό… Κόκκινο και μαύρο ενωμένα…
Τόσα ξενύχτια χάρισες αναίτια, τόσες ανατολές μοίρασες στην κουρτίνα… Ορκιζόσουν στο σκοτάδι, να σμιλέψει τις ακτίνες, σαν το μάρμαρο…
Και τι μ’ αυτό; Όσο κι αν προσπάθησες ν’ αρνηθείς τον εαυτό σου, οι δείκτες του ρολογιού πάντα σε πρόδιδαν…
Δεξιόστροφη κίνηση κι εσύ εκεί, να επιμένεις σε μια παύση…
Και τώρα που κουράστηκες, απέναντι σου είναι οι απολογισμοί σου… Απαγχονισμένοι, πλέον…
Φύγε, όσο προλαβαίνεις…
Πολλά τα τρένα, με περιορισμένα δρομολόγια...
Καλλιόπη Τσούχλη
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)












