Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΜΠΑΛΗ ΒΑΓΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΜΠΑΛΗ ΒΑΓΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 24 Νοεμβρίου 2021

ΕΡΩΤΕΥΜΕΝΟΙ ΦΟΝΙΑΔΕΣ (της Βάγια Μπαλή)

 

Λαβώσαμε τα χείλη μας με δάκρυα
Σκοτώσαμε τα χάδια μας με τόνους αναισθησίας
Πλυθήκαμε με ντροπές και σκουπιστήκαμε τις τύψεις μας.
Εμείς, οι ρομαντικοί ηγεμόνες του καταδικασμένου ονείρου.
Εμείς, τα πιόνια σε παιχνίδι κλεμμένο
Εμείς, ερωτευμένοι φονιάδες της μισοτελειωμένης άνοιξης.
Εμείς, οντότητες μοναχικές, που ξεγλιστρούν σε γέλια και αγγίγματα.
Βάγια Μπαλή



Τρίτη 6 Ιουλίου 2021

Η ΑΓΑΠΗ ΚΙ Ο ΕΡΩΤΑΣ (της Βάγιας Μπαλή)



Υπήρξε μια γυναίκα,

πανέμορφη πολύ,

με ήλιους μες στο βλέμμα,

με λυγερό κορμί.

Την έλεγαν Αγάπη,

τη θέλανε πολλοί,

μα εκείνη μονάχα 

έλιωνε για ενός άνδρα 

το φιλί.

Τον έλεγαν Έρωτα,

στα χάδια του ριγούσε

και στο αντίκρισμα του,

τα όρια περνούσε.

Μα αυτός, μόνος δεν ήταν,

είχε και τα παιδιά του,

Πάθη τα ονόμασε,

τιμούσαν την γενιά του.

Η Αγάπη μ’ άσπρο φόρεμα,

στον κόσμο τριγυρνούσε

κι ο Έρωτας φορούσε κόκκινα

και την πολιορκούσε.

Λάτρεψε τον Έρωτα,

μα τα Πάθη την πονούσαν

κι όσο εκείνη φώναζε,

αυτά καρδιοχτυπούσαν.

Μια νύχτα δεν την άντεξε

αυτήν την ιστορία,

σε λίμνη από δάκρυα, 

χάθηκε με βία.

Ο Έρωτας μονάχος του,    

την πιάνει, την κουνά,

μα δείγματα ζωής 

δεν έχει και πονά.

Τα πάθη τον αφήσανε

την θλίψη του να ζήσει

και στη σιωπή της μέρας

να την αποχαιρετίσει. 


 Βάγια Μπαλή

Σάββατο 17 Απριλίου 2021

ΜΗ ΦΕΥΓΕΙΣ (της Βάγια Μπαλή)



Μη φεύγεις, μη λιποτακτείς,

κρατώ τις νύχτες σαν αγίασμα,

κρατώ τις μέρες σαν ευάλωτες καρδιές

και στις προσφέρω με μία λατρεία,

με μία παράδοση, εγώ το δικό σου κεκτημένο,

που δε σε άφησε στιγμή, που δε σε πρόδωσε.

Μη φεύγεις, πιάσε τις κόκκινες γέφυρες και γίνε πάλι δρόμος,

Δρόμος να ταξιδέψουν οι πόθοι και οι ανάσες μας.

Μη φεύγεις, γιατί δε θα ξανά βρεις διέξοδο με το όνομά μου αν θελήσεις κάποτε.


Βάγια Μπαλή

Σάββατο 16 Ιανουαρίου 2021

ΛΙΓΟ ΠΡΙΝ ΜΕ ΣΥΝΤΡΙΨΕΙΣ (της Βάγιας Μπαλή)

Κομματιάστηκα στα βράχια της άρνησης, στα αιχμηρά βλέμματά σου, στα ψεύτικα πρωινά και τις γυάλινες δύσεις του φιλιού σου. Τραυματίστηκα από ευχολόγια της στιγμής από το αμαρτωλό σου στόμα. Τώρα με θωρείς γεμάτο πληγές και δε με αναγνωρίζεις, μα σου λέω με σιγουριά και απόλυτα πως είμαι εγώ. Αυτή, που σου ξημέρωνε τις λέξεις με ήλιους. Αυτή, που σε κοίμιζε με της αγάπης της τα ακριβά παραμύθια. Εγώ… που κάποτε σε πίστεψα. Αφελής και αθώα. Έλα, ακούμπησε την κομματιασμένη σάρκα μου, ακόμα και εκεί θα βρεις την αγάπη μου. Έως και το κόκαλο στάζει έρωτα για εσένα. Κι αν δε ζήσω, δεν τα καταφέρω, ακόμα και η ιδέα μου θα μιλάει για  σένα με τρυφερότητα, κι ας πήρα από σένα μονάχα προδοσία. Καρφώθηκα πάνω στης γλώσσας σου το μαχαίρι και ας πίστευα πως δε θα με πονέσεις ποτέ. Μετράω την συντριβή μου, μετράς το θήραμά σου. Πάρε το δέρμα μου να ζεστάνεις την  κρύα ψυχή σου, ίσως έτσι καταφέρεις και μεταφράσεις κάποιες από τις μνήμες μου. Ίσως καταφέρεις και αναγνωρίσεις τα αποτυπώματά σου πάνω μου και έτσι ίσως νιώσεις πως αισθανόμουν, λίγο πριν με συντρίψεις.


Βάγια Μπαλή

Τετάρτη 30 Σεπτεμβρίου 2020

ΜΝΗΜΕΣ ΜΙΑΣ ΑΛΛΗΣ ΖΩΗΣ (της Βάγιας Μπαλή)


Καθόταν στο παγκάκι του πάρκου, όπως έκανε κάθε πρωί πριν ξεκινήσει την δουλειά του διαβάζοντας την εφημερίδα, πίνοντας τον καφέ του, τον οποίο είχε πάρει από το απέναντι ακριβώς καφενεδάκι μαζί με ένα κουλούρι Θεσσαλονίκης που βρισκόταν ακόμα μέσα στη μικρή διαφανή σακούλα. Στα εικοσιεπτά του χρόνια ο Πλάτωνας, καθηγητής φιλόλογος στο δημόσιο λύκειο όπου βρισκόταν ένα τετράγωνο παρακάτω από το μικρό αυτό παρκάκι που συνήθιζε να περνάει τις πρώτες ήσυχες στιγμές της μέρας του πριν από το σχολείο. Αυτή η φορά δεν ήταν ίδια με τις άλλες και το πρόσεξε σχεδόν αμέσως μόλις άφησε την εφημερίδα από τα χέρια του και έκανε να πιάσει το χάρτινο ποτήρι του καφέ. Αμέσως το βλέμμα του πήγε ελάχιστα μέτρα πιο κάτω, στην άκρη σχεδόν του πάρκου που διακρίνονταν σαν μικρός σωρός από κουβέρτες και μέσα τους κάτι  σαν να σαλεύει. Αμέσως σηκώθηκε και πήγε προς το μέρος εκείνο να δει τι συνέβαινε. Στάθηκε πάνω από τις κουβέρτες και δύο κουρασμένα μάτια ξεπρόβαλαν μέσα από αυτές διστακτικά και τον κοίταζαν. Εκείνος τα έχασε και πισωπάτησε. Τότε ένας γεράκος με μία πλούσια γενειάδα πέταξε τις κουβέρτες και σηκώθηκε όρθιος, κοιτάζοντας τον νεαρό καθηγητή διερευνητικά. Ο καθηγητής κατάφερε να βρει την ψυχραιμία του και έπειτα του ζήτησε συγγνώμη για την αδιακρισία του καθώς επίσης και για το ότι πιθανότατα τον είχε ξυπνήσει. Δεν περίμενε να πάρει κάποια απάντηση, αφού θεώρησε πως ο γεράκος εκείνος θα ήταν κάποιος αλλοδαπός, ο οποίος δεν θα είχε καταλάβει τίποτα από αυτά που μόλις είχε πει εκείνος, εξάλου ήταν πια σχεδόν συχνό φαινόμενο στην πρωτεύουσα οι αλλοδαποί άστεγοι στις γωνιές των δρόμων.  Αντί όμως για την σιωπή άκουσε καθαρά μια φωνή να του απαντά: “ Δεν πειράζει παλικάρι μου, εσύ να είσαι καλά”.
Τα είχε χάσει εντελώς και ξαναπήγε πολύ κοντά στον παππού, παρατηρώντας τον σχολαστικά, εκείνος αυτή την φορά: “ Τι έπαθες παλικάρι μου και με θωρείς; Δεν βλέπεις δα και κάτι το αξιοπερίεργο. Ένα παλιόγερο μονάχα που κοιμάται στον δρόμο. Συχνό φαινόμενο στις μέρες μας, δε νομίζεις;” του είπε και έχασε προς στιγμή την ισορροπία του και ο νεαρός έσπευσε να τον κρατήσει πιάνοντας τον με τα δύο του χέρια. Ο γεράκος τον απώθησε αμέσως μόλις ξαναβρήκε την ισορροπία του.
“Συγγνώμη γιέ μου αν σε έσπρωξα, μα δεν θέλω να σου λερώσω το όμορφο κοστούμι σου. Κοίτα με, εγώ είμαι βρώμικος, δεν είμαι για να με ακουμπάει άνθρωπος. Αυτές οι ζαλάδες είναι φίλες μου καλές, με συντροφεύουν από τα νιάτα μου όταν σηκώνομαι απ’ το κρεβάτι...Απ’ το κρεβάτι...Βλέπεις, η δύναμη της συνήθειας...Νομίζω πως ακόμα κοιμάμαι στο κρεβάτι μου αντί στο πεζοδρόμιο.” Είπε αυτοσαρκαζόμενος κι ένα παράπονο ζωγραφιζόταν στο τελείωμα των λέξεων, ίσως και μία αμυδρή νοσταλγία για τα περασμένα χρόνια.
“Το έχετε κοιτάξει αυτό το θέμα με τις ζαλάδες; Ίσως να είναι κάτι σοβαρό” και ο γεράκος ξέπασε σε δυνατά γέλια
“ Να με συγχωρείς παλικάρι μου που γελάω, μα οι ζαλάδες δεν είναι το σοβαρό στη δική μου ζωη. Μια απλή ορθοστατική υπόταση έχω από νέος”
Ο Πλάτωνας χωρίς να το σκεφτεί δεύτερη φορά πήγε ως το παγκάκι που καθόταν ελάχιστα μόλις μέτρα και έπιασε την διαφανή σακουλίτσα και την έτεινε προς τον φανερά καταβεβλημένο ηλικιωμένο. Κοιτάχτηκαν στα μάτια για λίγα δευτερόλεπτα και έπειτα άρπαξε την σακούλα, έβγαλε το κουλούρι και άρχισε να το γεύεται αργά αργά, σχεδόν απολαυστικά κάθε του μικρή μπουκιά. Ο νεαρός καθηγητής κρατώντας τον καφέ στο χέρι, το έτεινε και αυτό προς εκείνον. Τότε ο παππούς τον αντίκρισε και ήταν σαν να τον ευγνωμονούσε με το βλέμμα του. Ήπιε αμέσως μια μεγάλη γουλιά καφέ και στο πρόσωπό του σχηματίστηκε εικόνα απόλυτης ικανοποίησης. Θαρρείς πως και μόνο με αυτή την γουλιά να άλλαξε πρόσωπο και ξαφνικά θύμιζε νεώτερος. Είχαν καθίσει και οι δύο στο παγκάκι και ο γεράκος συνέχιζε να τρώει το κουλούρι και να πίνει μικρές πια γουλιές καφέ, ίσως γιατί ήθελε να το ευχαριστηθεί και αυτό όσο πιο πολύ μπορούσε, όπως ακριβώς έκανε και με το κουλούρι του.
“Τι δουλειά κάνεις γιε μου” τον ρώτησε καθώς κατέβαζε την τελευταία του μπουκιά
“Φιλόλογος, καθηγητής στο λύκειο της περιοχής”
“Φιλόλογος…” μονολόγησε ο γεράκος με μία θλίψη στα μάτια και έδειξε σα να χάνεται στις σκέψεις του για λίγο.
“Οι περισσότεροι φίλοι μου ήταν Φιλόλογοι και καθηγητές Πανεπιστημίου, γεμάτοι από οράματα, άνθρωποι φωτισμένοι.” Είπε νοσταλγικά κοιτάζοντας στην ευθεία του το πεζοδρόμιο λες και εκεί έβλεπε χίλιες δύο εικόνες από το παρελθόν του.
“ Εσείς, τι δουλειά κάνατε; Πως βρεθήκατε εδώ;” τον ρώτησε σχεδόν με μία ανάσα ο Πλάτωνας, γεμάτος από περιέργεια.
Εκείνος δεν του απάντησε, έσκυψε απλά το κεφάλι του λες και ντρεπόταν ή σαν να έτρεξε ένα δάκρυ από τα κουρασμένα του μάτια και δεν ήθελε από περηφάνια να φανεί. Ο νέος δεν ήθελε να τον φέρει σε δύσκολη θέση.
“Πώς είναι το όνομα σου, καθηγητά μου” τον ρώτησε αδιάφορα χωρις να σηκώσει το κεφάλι του, μόνο και μόνο για να αγνοήσει την ερώτηση που του είχε γίνει πριν από λίγο.
“ Ονομάζομαι Πλάτωνας” του απάντησε κάπως άκεφα, σκεπτόμενος ότι είχε φέρει σίγουρα σε δύσκολη θέση τον γεράκο. Στην απάντηση του, ο ηλικιωμένος σήκωσε το κεφάλι του και του έριξε ένα δύσπιστο βλέμμα. Ο Πλάτωνας ξεκίνησε να μιλά και να εξηγεί πως το όνομά του, το είχε επιλέξει ο πατέρας του, από την αγάπη του σε έναν “μεγάλο” ποιητή φίλο του, από τα φοιτητικά του χρόνια στην Νομική, που έφερε αυτό το όνομα. Ήταν μεγάλος λάτρης των ποιημάτων του, έχοντας στην βιβλιοθήκη του όλες τις ποιητικές συλλογές που είχε εκδόσει. Με το πέρας όμως των χρόνων και τις υποχρεώσεις τις καθημερινές, οι δύο καλοί φίλοι χάθηκαν. Ο ποιητής ήταν ο ανάδοχος του Πλάτωνα, ωστόσο δεν τον θυμόταν καθόλου αφού οι σχέσεις διεκόπηκαν λίγο μετά την βάπτιση και ενω εκείνος ήταν μόλις στα δύο του χρόνια. “Το αγαπώ το όνομά μου” είπε με καμάρι. “ Έμαθα να αγαπώ και τα γραπτά του νονού μου, χωρίς να τον γνωρίζω προσωπικά. Εκείνος, ήταν η κινητήριος δύναμη για να σπουδάσω φιλοσοφική, παρ όλο που δεν το είχα αντιληφθεί αμέσως. Τα ποιήματά  του ακόμα και τώρα διδάσκουν, είναι τόσο διαχρονικά κι εγώ επιλέγω ασχέτως με την ύλη που έχουν στα σχολεία να τα αναγνώσκω στα παιδιά και  τους παροτρύνω να τον διαβάσουν από μόνα τους και να τον μάθουν. Είναι τόσο όμορφο όταν γραπτά μένουν αναλλοίωτα στο χρόνο και είναι συνάμα πιο επίκαιρα από ποτέ. Σαν ένας προφήτης ο συγκεκριμένος είχε προβλέψει και είχε γράψει για τούτα όλα που συμβαίνουν στον κόσμο. Πόλεμοι, εξαθλίωση, πείνα και απαίδευτος λαός, μικρός μπροστά στους δυνατούς. Με συγχωρείτε, με συνεπήρε η θύμηση μου, για τον νονό μου, Πλάτωνα Πολέμιο και σας κούρασα” απολογούμενος με μία φανερή συγκίνηση στα μάτια.
“ Μιλάς όμορφα αγόρι μου. Τόσο όμορφα, επιπλέον δεν ντρέπεσαι να συγκινηθείς και αυτό είναι μεγάλη αρετή σε έναν άνδρα. Μίλησες για λέξεις δυνατές, που φέρουν μέσα τους έντονο πόνο και οδυνηρό συναίσθημα. Δεν με κούρασες καθόλου, αντιθέτως άκουσα επιτέλους μια φωνή να μιλά, μια φωνή αληθινή. Μόνος εδώ, δεν έχω άνθρωπο να πω μια κουβέντα και εσύ παιδί μου ήρθες από το πουθενά και όσο περιέργο κι αν σου φαίνεται με έκανες να αισθανθώ ξανά μέσα από τα λόγια σου. Πες μου τι άλλο σου έλεγε ο πατέρας σου γι αυτόν λοιπόν τον ποιητή; Κάνε με να ξεχάσω λιγάκι την δική μου μιζέρια και εξαθλίωση, το χω τόσο μεγάλη ανάγκη.”
“Με τον πατέρα μου είχαν βρεθεί πρώτη φορά σε μία βραδιά ποίησης που διοργάνωνε η φοιτητική λέσχη απ’ ότι μου είχε αναφέρει. Με το που άκουσε το πρώτο του ποίημα αμέσως μαγεύτηκε με την γραφή του και δεν τον αδικώ. Αυτός ο λυρισμός, χωρίς όμως να ωραιοποιεί καταστάσεις, να γίνεται πέραν του δέοντος ονειροπόλος είναι που μάγεψε και εμένα. Αφήνει τον αναγνώστη να ονειρευτεί τόσο όσο η εποχή του το επιτρέπει και όπως και τώρα έτσι και τότε ο λαός δεν είχε χρόνο για πολλές ονειροπολήσεις, αντιθέτως η αφύπνιση ήταν κάτι που υπήρχε στην ποίησή του και η ασίγαστη φωτιά για την υλοποίηση στόχων και την ανύψωση του ανθρώπου που τα βγάζει δύσκολα πέρα και προσπαθεί να επιβιώσει.” Αφού είπε τα τελευταία λόγια δαγκώθηκε αμέσως όταν σκέφτηκε δίπλα σε ποιον άνθρωπο κάθεται και τα αναφέρει. Η επόμενη κίνηση του ήταν να κοιτάξει το ρολόι του και μ’ ένα απότομο σάλτο σχεδόν πήδηξε από το παγκάκι έντρομος.
“Χριστέ μου, πέρασε η ώρα και έχασα την πρώτη ώρα διδασκαλίας εντελώς”  είπε πανικόβλητος
“Ούτε ειδοποίησα πως κάτι μου έτυχε τελευταία στιγμή. Θα με ψάχνουν από το σχολείο” συνέχισε στο ίδιο ανησυχητικό ύφος.
Κοίταξε τον γεράκο, ο οποίος φαινόταν να μην ακούει λέξη και να είναι χαμένος θαρρείς σε έναν δικό του κόσμο πάλι, γεμάτο ίσως από αναμνήσεις αφού στα μάτια του πια διακρίνονταν καθαρά τα δάκρυα.
“Πρέπει να φύγω αμέσως.Θα...Θα ξαναέρθω μετά το σχολείο να μιλήσουμε και να σας φέρω κάτι να φάτε” του είπε με ένα ύφος απολογητικό.
.Άρχισε να απομακρύνεται όταν ο ηλικιωμένος του φωναξε “Να πεις του Κώστα, του πατέρα σου, ότι σε μεγάλωσε με ήθος. Είναι περήφανος για σένα ένας άστεγος ποιητής”.

Βάγια Μπαλή



Κυριακή 7 Ιουνίου 2020

Η αγάπη μας (της Βάγιας Μπαλή)


Σαλεψε της νύχτας ο πόθος
και φέρνει στεναγμούς στο προσκεφάλι μου.
Μέρωσε της πληγης μου ο πόνος
και ζητά να αφεθεί στο χάδι σου.
Δίψασε η ύπαρξή μου για τον έρωτά σου
και γδυτή αναζητά τη λύτρωσή.
Ακούμπησε, αν το θες, στο δέρμα μου
να ριγήσει της ψυχής μου το κόκκινο βάθος.
Άσε τα ξυπνήματα να 'ρθουν μέσα στα χάδια μας,
άσε τις μέρες να μοιάζουν όλες με εμάς.
Ασε την αγάπη να μας μάθει πια τη γλώσσα της. Αυτή που όταν μιλάει, σαν να σκιρτάει από πόθο η καρδιά.


Βάγια Μπαλή


Κυριακή 22 Μαρτίου 2020

Άτιτλο (της Βάγιας Μπαλή)

Κοίταξε με, φόρεσα  μάτια γεμάτα προσμονή και αγναντεύω από το παραθύρι. Τσακίζω τα δάχτυλα, και ματώνω τα χείλη, δες με, καρτερώ το βήμα. Χθες θυμάμαι, ξέπλεξα τα όνειρα από την κουρτίνα και τα τοποθέτησα σε σακούλες λευκές, να μη μου βρομίσουν. Κοίτα με και ας ντρέπεσαι, εδώ είμαι… χάιδεψα τα μισογκρεμισμένα σ’ αγαπώ και τα ζωήρεψα. Δεν τα ξανά έχτισα, μα και δεν τα κατεδάφισα. Έλα, κράτησα τη θέση σου κενή. Σήμερα το πρωί την ξεσκόνισα από δάκρυα και την έπλυνα με λαχτάρα. Κοίτα με, στέκω στο μεταίχμιο και η γη δονείται, η αγάπη μου δονείται και πίστεψε με δε θέλω να κατεδαφίσω την μισογκρεμισμένη μου ύπαρξη.

Βάγια Μπαλή


Παρασκευή 10 Ιανουαρίου 2020

Οι όψεις του έρωτα (της Βάγιας Μπαλή)

Είναι και οι όψεις του έρωτα που σε τυραννούν, σε αποθεώνουν και σε συντρίβουν. Ο έρωτας που μπαίνει σε υγρά σοκάκια και βγαίνει σε θάλασσες απέραντες, γεμάτες από το μοιραίο συναίσθημα.  Αυτός που σε μαγεύει, σε τυφλώνει, σε απογειώνει και σε στέλνει στο πιο απόμερο αδιέξοδο. Οικείος και ξένος. Δικός σου και ταυτόχρονα άγνωστος. Σου λύνει το συναίσθημα και παράλληλα σε δένει στο δικό του κόσμο. Σε παρασύρει σε εποχές γεμάτες φως, σε αναγεννά, σε ξανά βαφτίζει, μα μπορεί να σε αφορίσει, να σε γεμίσει σκοτάδια και να σε πλημμυρίσει με απουσία, με στοιχειωμένα όνειρα. Τα δίνει όλα και μονομιάς μπορεί και να τα πάρει, δίχως εξηγήσεις. Δυνάστης και ο πιο ελεύθερος τύπος. Τριγυρνά στα κορμιά, και φυτεύει πόθους και ελλείψεις. Όποιος προσπάθησε να τον ερμηνεύσει χάθηκε στο χάος και στο συναίσθημά του. Όποιος του δόθηκε, φόρτωσε αγάπες στην ψυχή και όποιος προσπάθησε να του ξεφύγει, δεμένος έμεινε για πάντα στα χνάρια του.


Βάγια Μπαλή







Κυριακή 10 Νοεμβρίου 2019

Για την αγάπη μας (της Βάγιας Μπαλή)


Ξεχώρισε όπως όπως τα ρούχα. Τα έβαλε σε μία βαλίτσα και έφυγε σαν κυνηγημένη δίχως να κοιτάξει πίσω της. "Μόνο μπροστά". Όλο αυτό έλεγε στον εαυτό της "Τώρα πια μόνο μπροστά". Το προηγούμενο βράδυ είχε κάνει τον απολογισμό της. Τόσα χρόνια χαμένα, έπρεπε  να βρει τη δύναμη να φύγει, να χαθεί. Να απαγκιστρωθεί από ό, τι την εμπόδιζε από ό, τι της έκλεινε τον δρόμο. Δεν χρωστούσε πια σε κανέναν, πόσο μάλλον σε εκείνον. Εκείνον τον είχε ξοφλήσει και με το παραπάνω, τις τόσες πολλές φορές που στα χέρια του δεινοπαθούσε  χρόνια τώρα. Που δεχόταν την κακομεταχείρισή του, τη βιαιότητά του, την απονιά του. Τη σκληρή στάση του, την απάνθρωπη στάση του. Δεν χρωστούσε σε κανέναν. Ποτέ δεν τον αγάπησε, ποτέ δεν ένιωσε κάτι τρυφερό για εκείνον. Αυτός ο γάμος είναι σαν να μην υπήρξε, τουλάχιστον για εκείνην. Έπρεπε πια να ζήσει, το χρωστούσε στον εαυτό της. Ίσως αν η πρώτη της μεγάλη αγάπη δεν έκανε την εμφάνισή της να μην το έπαιρνε απόφαση. Όμως ήρθε. Ήρθε και την βρήκε λέγοντάς της αυτό που δεν περίμενε να ακούσει ποτέ. Πως δεν την ξέχασε ούτε μια στιγμή. Πως πάντα την σκεφτόταν και πως  δεν έπαψε να υπάρχει στην καρδιά του. Τώρα πια θα ζούσε για εκείνη. Θα ζούσε μία φορά αληθινά. Εκείνος την περίμενε στην στάση. Μέχρι εκείνη την στιγμή δεν πίστευε πως θα φανεί. Όταν τα μάτια του την αντάμωσαν δάκρυα χαράς πλημμύρισαν το πρόσωπό του. Με βήμα σταθερό, απελευθερωτικό τον κοιτούσε όσο τον πλησίαζε και με μια ανείπωτη χαρά μονολογούσε συνεχώς:  "τώρα πια μόνο μπροστά, με την αγάπη μου. Για την αγάπη μας"

Βάγια Μπαλή



Κυριακή 27 Οκτωβρίου 2019

ΣΤΟΥ ΕΡΩΤΑ ΤΗΝ ΠΟΡΤΑ (της Βάγιας Μπαλή)


Όπως θα κλαίω σαν παιδί
στου έρωτα την πόρτα,
μονάχο...μονάχο κι έρημο στη γη
να ζητιανεύω λόγια,
κάπου αλλού η αγάπη μου
θα πλέκει παραμύθια.
Με άλλα μάτια θα γελά,
άλλα φιλιά θα αποζητά,
όσο εγώ...όσο εγώ θα δένομαι
στης μοναξιάς τα δίχτυα.
Και με τι δύναμη να πω...
να πω για την καρδιά μου,
που όλοι κοιτούν ειρωνικά
και καιν τα όνειρα μου;
Όπως...όπως θα κλαίω σαν παιδί
στου έρωτα την πόρτα
μία φωνή θα μου μιλά και θα φωνάζει "σώπα".
Είν' η φωνή της μοίρας μου,
αυτής της άγριας φύσης,
που με κρατάει αιχμάλωτη
σε θλίψη άγιας ζήσης.
Όσο εσύ... όσο εσύ θα αναπολείς
χειμώνες καλοκαίρια,
έξω από την πόρτα σου κρυφά
θα ζω την κάθε μέρα.




Κυριακή 1 Σεπτεμβρίου 2019

ΤΟ ΠΑΘΟΣ ΜΟΥ (της Βάγιας Μπαλή)


Σε ταξιδεύω
και μες στις όχθες
του μυαλού μου,
σε κουρσεύω.

Με τα πανιά μου ανοιχτά,
γλυκά σε κλέβω
και σε ξοδεύω,
μες στη δική μου αγκαλιά,
παντοτινά.

Σε ταξιδεύω,
της θάλασσας τα κύματα,
τα γαληνεύω.
Στεριά οι σκέψεις,
με τα όνειρα τις βρέχω
κι εσύ το πάθος μου
που ζω στα φανερά.

Βάγια Μπαλή



Δευτέρα 26 Νοεμβρίου 2018

Απλώς έτυχε



Τιτλος: Απλώς έτυχε
Συγγραφέας: Βάγια Μπαλή
Είδος: Νεοελληνική πεζογραφία - Μυθιστόρημα
Εκδόσεις: Αρτεμης
Έτος Έκδοσης: Νοέμβριος 2018
Σελίδες: 424
Σχήμα: 15 Χ 21
ISBN: 978-618-83831-1-1



«Φίλοι ενωμένοι σαν μια γροθιά, που όμως κρύβουν πολύ καλά τα μυστικά τους. Φοράνε μάσκες και πορεύονται με αυτές, για να μη φανερωθεί ο σκοτεινός, αληθινός τους εαυτός. 

Φιλίες χτισμένες σε θεμέλια σαθρά. Φιλίες που προσπαθούν να γαντζωθούν σε ψήγματα ανθρωπιάς και πασχίζουν να επιβιώσουν. Φιλίες με κοινό παρονομαστή το ψέμα. 

Τέτοια ύβρις προς τη φιλία ποια κατάληξη μπορεί να έχει; Θα επέλθει κάθαρση; Ή θα πάρει τα ηνία η Νέμεσις;»

*Η πώληση γίνεται μέσω των βιβλιοπωλείων όλης της χώρας.






Δευτέρα 16 Απριλίου 2018

Φύλακας άγγελος (της Βάγια Μπαλή)

                                 
Την πυξίδα την πέταξε σε ένα ανοιχτό φρεάτιο, στη μέση του δρόμου που περπατούσε.
Το βήμα βάραινε όλο και περισσότερο. Πού πήγαινε δε γνώριζε, είχε κουραστεί τόσο πολύ να έχει απάντηση για τα πάντα. Κάθε ερωτηματικό, στο διάβα της ζωής, την σκουντούσε κάθε λίγο και λιγάκι να το απαντήσει. Από θαυμαστικά έχασκε...
Το τηλέφωνο στο τσεπάκι της άρχισε να κουδουνίζει κι έσπασε την ησυχία, της
αφέγγαρης βραδιάς. Δίχως να κοιτάξει το όνομα που την καλούσε, πέταξε το κινητό με μια δύναμη στον απέναντι κάδο, που είχε βάλει σημάδι. Αστόχησε, ποτέ δεν ήταν καλή στο σημάδι... όπως τότε που στόχευσε τον έρωτα του Μάρκου και τελικά πέτυχε το μανιασμένο πάθος του φίλου του, του Γιάννη. Πήγαινε για τρίποντο και τελικά έριξε τη μπάλα έξω από το στάδιο. Άστοχη πάντα. Το ακριβό, χρυσό κινητό της, κείτονταν δίπλα στο ροδάκι του κάδου, δίχως  φαινομενικά να έχει πάθει το παραμικρό, έπειτα από τέτοια σφοδρή πτώση. Άχρηστη ως τώρα. Ανίκανη να σπάσει κάτι, να το συντρίψει. Κι ας την συνέντριψαν... κι ας την πέταξαν εκείνοι... κι ας την έκαναν μικρά κομματάκια. Αυτή ανήμπορη να σπάσει το οτιδήποτε, ούτε καν το κινητό της. Σκέφτηκε ξανά πως θα συνέχιζε να περπατά στο σκοτάδι κι όπου την έβγαζε. Φόβο δεν ένιωθε, δεν είχε πια και τίποτα να φοβάται. Έπειτα ο δρόμος που είχε αποφασίσει να πάρει, την έβγαλε σε αδιέξοδο. Σιχτίρισε ακόμα μια φορά τις λάθος επιλογές της. Μέχρι τώρα, το ένστικτό της ήταν πεσμένο, σε μόνιμο λήθαργο. Οι επιλογές της λάθος, η μία μετα την άλλη έπεφταν σαν ντόμινο, μόνο που πια δεν ήταν παιδάκι να το βλεπει και να χαίρεται. Να ξαναστήνει τα πλακίδια, να τα βλέπει να πέφτουν με γρηγοράδα, που ούτε το μάτι δεν προλάβαινε να δει. Τώρα ήταν γυναίκα μεγάλη κι οι επιλογές της, την καθόριζαν. Λίγο πριν γυρίσει την πλάτη και κινήσει για να φύγει, μία φωνή σαν παρακαλετό ξέπνοο, την κράτησε καθηλωμένη, εκεί να ψηλαφεί στο σκοτάδι, να βρει τι ήταν αυτό που άκουγε. Εκείνη τη στιγμή χρειαζόταν το φακό του κινητού της, να φωτίσει τον χώρο, έτσι έβρισε τον εαυτό της ακόμη μία αφορά που το είχε ξεφορτωθεί, μα και γιατί δεν είχε καταφέρει να το σπάσει. «Όταν κάνεις μια αλητεία, τουλάχιστον κάνε την καλά, κουκλίτσα μου». Όπως όπως έπιασε και σήκωσε  το νεαρό παλικαράκι, που ήταν χτυπημένο. Δε μιλούσε καθόλου ελληνικά, μα ήταν σαν να την εκλιπαρούσε να τον βοηθήσει. Από την τσέπη του έπεσαν τρία πακέτα χαρτομάντιλα κι ανοίγοντας τα εκείνη, τα τοποθέτησε πάνω στην βαθιά πληγή που ‘χε στο πόδι του. Τις επόμενες ώρες οι γιατροί την ενημέρωναν πως αν δεν βρισκόταν στο δρόμο του κι αν δεν τον πήγαινε εγκαίρως στο νοσοκομείο, ο νεαρός μετανάστης θα ‘χε πεθάνει από ακατάσχετη αιμορραγία. Του έσωσε τη ζωή. Ήταν ο φύλακας άγγελός του.
  Το κινητό δίπλα ακριβώς από το κάδο ξεκίνησε να χτυπά. Στην οθόνη γραμμένη η λέξη ΑΛΛΑΓΗ. Το σήκωσε ευδιάθετα, γεμάτη ενέργεια. Ψιθύρισε «τώρα ξέρω» κι έφυγε προς τον δρόμο, τον πολυσύχναστο, σχεδόν τρέχοντας...

Βάγια Μπαλή


Δευτέρα 5 Μαρτίου 2018

Ο κυρ Σταύρος (της Βάγιας Μπαλή)


        


Ο Κυρ Σταύρος ο ψαράς,
αποφάσισε τη θάλασσα ν’ αφήσει,
τη βάρκα του την έδεσε στον μώλο
και με το δισάκι του στον ώμο,
κίνησε στην κυρά του για να πάει,
τις αποφάσεις του να πει.
Εκείνη ξυπνητή τον περιμένει,
με καφέ στο ένα χέρι και στο άλλο
το νερό για να πλυθεί.
Εκείνος κάθισε στα πέρα και στα μάτια την κοιτά,
τημετράει αν έχει νεύρα και στο προκείμενο περνά.
«Γυναίκα, δεν αντέχω τόσα χρόνια στην «σκλαβιά»,
αποφάσισα να φύγω απ’ της θάλασσας τη δίνη,
να πουλήσουμε το σπίτι και τα κτήματα αυτά,
τα δικά σου τα προικιά
 και να ανοίξω επιχείρηση, θα είμαστε εμείς τ’ αφεντικά...
Η κυρά του δε μιλά, μόνο σφίγγει τα δυο χείλη,
σαν φαρμάκι να της μπήκε, στο κορμί και στην καρδιά.
Τα μαντάτα τούτα δεν της έφεραν χαρά.
Από εκείνη την ημέρα τρία χρόνια μόνο πέρασαν
κι όμως έμοιαζαν διπλά.
Ο κυρ Σταύρος τώρα κλαίει μόνος για τη συμφορά
που τον βρήκε κι έχασε τα πάντα
καθώς πήγαινε για τα πολλά.
Δίχως γνώσεις να κατέχει, δίχως εχέγγεια .
Στο νησί του ντροπιασμένος,με σκυμμένο το κεφάλι
γύρισε ξανά
κι οι παλιοί, καλοί του φίλοι, του άνοιξαν μια αγκαλιά.
Ο κυρ Σταύρος σε μια βάρκα με τα δίχτυα ανοιχτά,
την ψαριά του αναμένει και για την κυρά τραβά...






Σάββατο 10 Φεβρουαρίου 2018

Πέμπτη 8 Φεβρουαρίου 2018

Σ’ έχασα (συνεργασία Βαγια - Σοφία)


Σ' έχασα,
τα ρόδα πέφτουν σκορπάνε
Στο παραλίγο την καρδιά την πουλάνε.

Σ' έχασα,
και στο ξύλο χαράζω μια ευθεία
μες στο νου η δική σου η ζάλη
του κορμιού τρικυμία.

Ξέχασα πως τα μάτια σου μου δίνανε πόθο,
Να αντέχω του κόσμου τον παράλογο φόβο.

Ξέχασα και σ' έχασα...
Απειλή μου, ζωή μου και μοίρα
μου προσφέρθηκες εύκολα
μα στα δύσκολα μπήκα.

Σ' έχασα...
Κλαίει η πηγή που μ' έχει αγκαλιάσει
κι όλο πνίγομαι μέσα της,
το μυαλό τη φωνή σου
να μπορέσει να χάσει...



Σ' έχασα
Τίναξες τα μαλλιά σου
Γύρισες την πλάτη
Έφυγες...

Μαύρα άστρα ανέμισαν μπροστά μου
Έχασα το φως μου
Τα μάτια σου δε με κοιτούν
Έχασα τη χαρά μου
Το χαμόγελο σου έσβησα

Έφταιγα...
Έφταιγα...
Που τα μαύρα άστρα φώλιασαν στα μαλλιά σου
Που μου γύρισε η ζωή την πλάτη

Έφταιγα που σ' εχασα...
Γέμισε ο ουρανός
Μαύρα άστρα...
Ένα ένα πέφτουν
Και με πλακώνουν


Τρίτη 30 Ιανουαρίου 2018

Οι λύκοι στην Πόλη (της Βάγιας Μπαλή)



Οι λύκοι στην πόλη θηρία είναι όλοι
κοιμούνται με μάτια ανοιχτά.

Δεν κλαιν’, δεν γελάνε, μονάχα κοιτάνε,
το λάθος για να ‘ρθουν κοντά.

Οι λύκοι στην πόλη χιλιάδες ή μόνοι
τρομάζουν τη μέρα και φέρνουνε νύχτα,
βαθιά στην ψυχή, στην καρδιά.

 Δεν θέλουν να ξέρουν, αν άλλοι υποφέρουν,
μα θέλουν να έχουν τη δύναμη
να καταστρέφουν ανθρώπους και όνειρα,
των ζωών τα προνόμια,
δεν θέλουν να ακούν για χαρά.

Οι λύκοι στην πόλη ανελέητοι είναι όλοι,
 σου τρώνε τις σάρκες και συ απλά τους κοιτάς.

Μην ψάχνεις για ελπίδα, για κάποια βοήθεια,
ποτέ δεν θα μάθεις μονάχος να τους πολεμάς.
Οι άνθρωποι όλοι, ζευγάρια ή μόνοι
δεν έχουνε μάθει να ζουν σαν γροθιά.
Ν΄ αγαπούν και να νιώθουν, σαν ένα να ενώνουν
δυνάμεις, να διώχνουν τα ζόρια μακριά...



Βάγια Μπαλή
Από την ποιητική συλλογή


Ο χρόνος βέλος



Παρασκευή 26 Ιανουαρίου 2018

Πανικός (Συνεργασία)

Οι τοίχοι στενεύουν, με πλησιάζουν, τους ακούω φωνάζουν. Η καρδιά μου θα σπάσει. Σ.Τ Ο ιδρώτας που τρέχει στο μέτωπο απειλεί τις σκέψεις μου πάλι Ο φόβος σα γίγαντας
προσπαθεί να με φάει. Β.Μ Το στομάχι πετρώνει Σ.Τ Η ανάσα ακανόνιστη
κι η καρδιά με τρέλα χτυπάει. Ένα άγχος με κυκλώνει
και το τώρα σκορπάει. Β.Μ Η φλέβα τεντώνει στο μέτωπο πάνω,
θα πεθάνω... θα πεθάνω... Πανικός... Ποιος εχθρός έχει στείλει
στην ψυχή τόσο πόνο. Σ.Τ Πανικός διαφεντεύει
την ψυχή στη στιγμή. Όλα σκοτεινιάζουν
κι η καρδιά λιποτακτεί. Β.Μ Ποιος με άφησε μόνο
στο σκοτάδι με κλείνει Σ.Τ Τρέμει το φυλλοκάρδι και το δέρμα αλλάζει μορφή Πανικός μες στο βλέμμα το αίμα κοντεύει απ' το σώμα να βγει. Β.Μ Δεν αντέχω... μια δίνη με βουλιάζει με πνιγει, δε με αφήνει. Πανικος... Να βγω στο μπαλκόνι!! Δεν τολμώ το φοβάμαι. Τον εαυτό μου φοβάμαι... Δεν ελέγχω τα πόδια, δεν ακούω τα λόγια της ψυχής που φωνάζουν, "Εγώ είμαι ο εχθρός" Σ.Τ

Copyright © Σοφία Τανακίδου Σ.Τ Copyright © Βάγια Μπαλή Β.Μ.


Δευτέρα 22 Ιανουαρίου 2018

ΣΕ ΤΣΙΧΛΕΣ ΚΙ ΑΠΟΤΣΙΓΑΡΑ ΚΟΙΜΟΥΝΤΑΙ ΠΙΑ ΨΥΧΕΣ (της Βάγιας Μπαλή)


Χλωμά τα πρόσωπα, τα μάτια τρεμοπαίζουν, ικεσίας βλέμματα προς τον ουρανό, τα δάκρυα σαν τρέχουν. Σε δρόμους, σε πεζόδρομους στοιβάξανε ζωές, σε τσίχλες κι αποτσίγαρα, κοιμούνται πια ψυχές. Κάποιος είπε για τον αιώνα μας, τον εκσυγχρονιστικό, κάπου άκουσα στα λόγια του για προοδευτισμό, μα πολέμους διατάζει, φορά θανατικό. Βουβά τα στόματα, το έδαφος φυλάνε κι από δίπλα σώματα, αέρινα πατάνε. Δειλά μηνύματα της ανθρωπιάς περνάμε, μα την ταχύτητα του άδικου ποτέ δε σταματάμε. Πεινάν τα αισθήματα, για ελπίδα, γι’ αλλαγή, Να νιώσουν σύντομα την άλλη εκδοχή, ειρήνη να χαράξει, το σκότος να χαθεί

Βάγια Μπαλή



Παρασκευή 19 Ιανουαρίου 2018

Αλλόκοτη Αλητεία (της Βάγιας Μπαλή)


Στα βλέφαρά σου πάνω
απόψε θα ισορροπήσω 
απ την ματιά σου θα πιαστώ,
να κρατηθώ
Των πόθων μου τις φωτιές
στο στομα σου θα σβήσω
και στο λακάκι, στο πρόσωπο σου
θα αφεθώ.
Τα δάχτυλα στην πλάτη
να αφήνουν διαδρομές,
μικρές άπροσμενες
των “θέλω” μου γιορτές,
εσένα θα χωρέσουν
και στο δικό μου τόπο
θα σε ταξιδέψουν
μυστικά…
Οι λέξεις, άσματα θα σε συντροφεύουν,
θα σε ζαλίζουν μαγικά
πάθη θα σε γεμίζουν,
στιγμή δε θα αφήσω
τα λόγια αυτά να σβήσουν.
Θα σ ανταμώνω κάθε νύχτα
στις ώρες της κρυφής
δικής μου ισορροπίας.
Τις νύχτες που ο έρωτας
θα χει οσμή μιας ταραγμένης
αλλόκοτης αλητείας.