Κυριακή 24 Μαΐου 2020

Ευτυχώς...(του Γιώργου Βομπρα)


Ευτυχώς που μερικοί βρήκαν την ποίηση
για να πούν  τον πόνο τους
Όπως ο Πεσσόα ο Μπωντλαίρ
και ο Έντγκαρ Άλαν Πόε

Για να βραβευθούν
να τιμηθούν
Να πουν...τί ωραία τα λόγια τού ποιητή
Και μετά...φθού κι απ' την αρχή

Ευτυχώς που βρήκαν  την ποίηση
Και ο κωμικοί την σάτιρα
Κι ο τραγικοί  το δράμα
Κι οι φιλόσοφοι το κλήμα

Ευτυχώς που τα βρήκανε
 και λένε τον πόνο μας
Και μετά θα μαζευτούμε θα δεξιωθούμε
 και μετά στόν μπουφέ....να φαγωθούμε

Μείναν μόνον μερικοί...καταραμένοι...διχασμένοι..
.διψασμένοι όμως για να γράψουν....
Όχι για ν' αλλάξουν τον κόσμο
ο κόσμος δεν αλλάζει...αλλά να....
 για να πούν τον πόνο τους....

Ευτυχώς....

Γιώργος Βομπρας

Το γαλάζιο πουλί (της Εύας Λολιου)



Είχα κι εγώ ένα πουλάκι, γαλάζιο. Την αυγή χτυπούσε με το ράμφος το τζάμι να του ανοίξω και με ξυπνούσε.
Πεταγόμουν απ' το κρεβάτι κι άνοιγα το παραθύρι αφήνοντας το λεύτερο να πετάξει. Το κοιτούσα πως ξεδίπλωνε τ' όμορφα φτερά του στη δροσιά των γιασεμιών του χωριού κι ύστερα που 'φτανε να κάνει κύκλους γύρω απ' την θάλασσα.
Αφού βουτούσα κι εγώ το κεφάλι μου κάτω απ' το νερό της βρύσης , χτενιζόμουν και φορούσα ότι πιο λευκό έβρισκα στη κρεμάστρα, έβγαινα στην αυλή με τον ελληνικό μου καφέ για να γράψω. Κάτω απ' τον παχύ ίσκιο της κληματαριάς να αποθανατίσω με λέξεις ότι την προηγούμενη ημέρα μου είχε διηγηθεί απ' τις περιπέτειες του.
Μα ήταν τόσο σύντομα τα ταξίδια του, που μόνο σε μικρά κι ανάλαφρα ποιήματα χωρούσαν. Ο γλάρος, το δελφίνι, η φρεγάτα, ο φλοίσβος των κυμάτων. Να κι ακόμη ακόμη το κλάμα της νεογέννητης ανατολής ήταν οι τίτλοι, γιατί μέχρι εκεί έφτανε να κοιτάξει η γαλανή ψυχή του.
Σούρουπο επέστρεφε , είχε στους ώμους του το λιόγερμα να κοκκινίζει τα εύθραυστα φτερουγίσματα του και το στήθος μου σφίγγονταν κάθε φορά περισσότερο απ' την αγωνία, μη γυρίσει πίσω τ' αθώα μάτια του αντικρίζοντας τη λαβωμένη δύση.
Στεκόμουν και το περίμενα με την χούφτα μου απλωμένη στο περβάζι, σαν φτάσει να ξαποστάσει εκεί μέσα τους χτύπους της καρδιάς του.
Πηδούσε ύστερα στο στρωμένο τραπέζι αντίκρυ μου, τρώγαμε μαζί και συζητούσαμε.
Μα ήταν η γλώσσα του τόσο γλυκιά, ένα κελαηδητό που χάζευα κι άφηνα πάντα το γεύμα μου απείραχτο.
Κι αν θυμούμαι καλά 'κείνα τα χρόνια, που είχα κι εγώ ένα πουλάκι γαλάζιο στο σπίτι, ήμουν πιο αδύνατος κι όμορφος από ποτέ άλλοτε, σαν παράφορα ερωτευμένος..  Ναι, ήταν ωραία τότε που ξημέρωνε ο ήλιος την ζωή  μ' ένα παραδείσιο φτερό ανθισμένο στα μαύρα μου μαλλιά κι έδειχνα στον καθρέπτη τόσο μα τόσο ευτυχισμένος..

Εύα Λολιου



Τοιχογραφία '' Το γαλάζιο πουλί'' στο παλάτι της Κνωσού.