Δευτέρα 10 Μαΐου 2021

Ριζωμένα πρέπει (της Μαρίας Μηνά)



Δίπλα στη πόρτα
χρόνια έτοιμη η βαλίτσα.
Έβγαλε ρίζες  φράξαν την πόρτα.
Από το σπασμένο τζάμι
 κοιτούσα τους δρόμους .
Ορθάνοικτοι και φωτεινοί .
Από μακριά μου έγνεφαν ζώντας,
αυτοί που μου δίδαξαν 
πως να μη ζήσω .
Καλά  περνούσαν.
Πήγα να ξεκλειδώσω τη πόρτα
δεν είχα χέρια.
Πήγα να ξεφωνίσω δεν είχα στόμα.
Ρίχνοντας μια τελευταία ματιά
κατάπια τα μάτια μου.
Η καρδιά μάτωσε
λύγισαν τα γόνατα.
Μα δεν προσκύνησα.
Τη πλάτη όρθωσα και
 την γροθιά 
πριν ξεψυχήσω.


                       

Άτιτλο (της Κούλας Κραντα)



 Στερεψαν τα δάκρυα μάνα! Δεν είναι που πέρασε καιρός...
Είναι που έχει στενέψει ο χώρος των νεκρών... 
Οι άνθρωποι πεθαίνουν σε φυλακές μόνοι δίχως χέρι γνώριμο να τους κρατάει...
Μα και γεννιούνται πιά μόνοι μάνα!
Κλεισμένοι σε πέτρινα κελιά, 
ψάχνουμε μάταια από τα παράθυρα να δούμε  ήλιο  χαράς ν ανατέλλει...
Δεν ανταλλάσουμε χειραψίες 
ούτε αγκαλιαζομαστε όπως παλιά μάνα.
Μας φόρεσαν φιμωτρα σαν επικίνδυνα σκυλιά...
Μισεψαν τα χαμόγελα και γνωριζόμαστε μόνο από τα μάτια... 
Κοιμήσου εν ειρήνη μάνα! 
Σταμάτησα να κλαίω πια....