Σάββατο 13 Φεβρουαρίου 2021

Άτιτλο (της Σωτηρουλας Τζιαμπουρη)



Πολλοί με αγάπησαν από ανάγκη. 

Ήθελαν να πιουν από το ίδιο ποτήρι 

που έπινα και γω.

Διψουσαν για την ψυχή μου που έβλεπαν. 


Άδειοι άνθρωποι με τρύπιες τσέπες στη ψυχή τους.

Με μια ψυχή κενή, στα σκοτάδια χωρίς χρώματα, χωρίς φως .


Ανάπηροι ήταν...με δεκανίκια περπατούσαν στη κόλαση του μυαλού τους.

Καίγονταν με τα παντζούρια κλειστά. 


Στα πεζοδρόμια έπεφτε η αυλαία τους.

Σε μια καταιγίδα με ξεβαμενους ρόλους, πατημενους στη μιζέρια που κουβαλούσαν.

Φθαρμενη μιζέρια που σκαλιζε να βρει ευτυχία σε λάθος ρόλους.

Ρόλοι που ναυαγησαν στο σκοτάδι τους.


Αδειοι άνθρωποι χωρίς ψυχή...

Άδεια τασάκια χωρίς αποτσιγαρα....


Σωτηρουλα Τζιαμπουρη

"Μακάβριος λογισμός" (της Βίκυς Μπαλλου)



Θυμάμαι,

όταν έφυγες,

όταν αποφάσισες εσύ

και για τους δυο μας

ορκίστηκα 

πώς δεν θ’ αντέξω 

μονάχη μου λεπτό.

Άντεξα, όμως,

και προχώρησα.

Έτσι, τόσο πεζά και κυνικά,

 είδα πώς δεν πεθαίνουν

οι άνθρωποι από έρωτα.

Γκρέμισα όλα μου τα παραμύθια,

τα πήρα στους ώμους

και συνέχισα.


Δεν μίλησα για σένανε ποτέ

-να μη γνωρίζει κανένας

πώς υπήρξες.

Μα τώρα τελευταία,

θαρρείς και χόρτασε το μέσα μου

τα ψέματα,

αναλογίζομαι πώς κάποτε

θα χρειαστεί να τα μπαλώσω.


Θα έρχονται αύριο

τα παιδιά μου,

θα ρωτάνε 

για τον πρώτο έρωτα 

της μαμάς

-βέβαια πώς θ’ ακούσουν

για τον λατρευτό τους πατέρα-

κι εγώ θα τους σκαρώνω ιστορίες

-μη τα πλακώσουν τα συντρίμμια μου.


Θα έρχονται μεθαύριο 

τα εγγόνια μου,

θα θέλουν να μάθουν

τι απέγινε

ο πρώτος έρωτας

της γιαγιάς

-σίγουρα πώς θα δουν 

έστω και μια φωτογραφία-

κι εγώ δεν θα γνωρίζω καν

ποιο χώμα σε σκεπάζει.


Σκέφτομαι μακάβρια, 

θα μου πεις.

Με συγχωρείς,

μα μόνο θάνατος μ’ απέμεινε

από σένα.


Βίκυ Μπαλλου