Παρασκευή 19 Φεβρουαρίου 2021

ΦΕΥΓΩ (της Σοφίας Κοντογεωργου)

 



Φεύγω

Με κούρασαν οι άστοργες λέξεις

οι ρηχές αγκαλιές

Δεν ανήκω

στον ψεύτικο κόσμο σας

Τη γνωρίζω καλά

τη μεταμφιεσμένη αγάπη σας

Οι μάσκες δεν μπορούν

να κρύψουν το πρόσωπό σας

Δε σας χαρίζω ούτε μια στιγμή

από το παρελθόν μου

Σας αποκλείω από το μέλλον μου

Φαύλοι και κενοί

καταδικασμένοι

στην ανυπαρξία του παραμυθιού σας

αναζητάτε δικαίωση

στο ομιχλώδες δάσος

μιας ένοχης συνείδησης.


Σοφία Κοντογεωργου

Άτιτλο (της Έλενας Μαυροειδή)



Γυρνάς την πλάτη και φεύγεις,

μακρύς και άδειος ο δρόμος 

ταίριαξε στη καρδιά σου, 

σε ακολουθεί η σκιά σου 

κι ο θυμός σου κλέβει το φως  ...


Κρατάς στα χέρια σφιχτά 

την αξιοπρέπεια, 

έμαθες να την προστατεύεις, 

σού έγινε εμμονή 

ο φόβος  μην χαθεί ...


Άγνωστη γραμμή τραβάς, 

κοιτώντας μπροστά 

αγνοώντας που βγάζει, 

χάνεσαι στην σιωπή, 

μια σιωπή που κραυγάζει ...


Σε μια δίκη βουβή 

η δική σου φωνή σε δικάζει, 

σε μια αίθουσα άδεια χωρίς δικαστές, 

στην δική σου ζωή πόσο μοιάζει  ... 


Τώρα πέσμου ακούς την φωνή 

που σου λέει φυλάξου, 

η μοναξιά πλησιάζει ...


Κι έτσι νιώθεις δραπέτης 

της δικής σου ζωής, 

κι η μοναξιά σε  κρατά απ το χέρι ...


Μα σαν θα 'ρθει  η νύχτα 

τα θεριά δεν φοβάσαι, 

γιατί πολύ καλά το έμαθες 

πως στην ζωή ετούτη, 

το μεγαλύτερο θεριό  είναι ο άνθρωπος ...


Έλενα Μαυροειδή

Πέμπτη 18 Φεβρουαρίου 2021

Άτιτλο (του Λουκά Αναγνωστοπουλου)

 




Περπατάω σ' έδαφος

άνυδρο που τρέμει. 

Κάτω του κινούνται 

οι τεκτονικές πλάκες της ιστορίας.


Δεν έχω χρόνο να σκεφτώ.

Πρέπει να περπατήσω 

να φύγω από  δω

αν είμαι τυχερός. 


Αστείο αν το σκεφτείς, όμως.

Τόσα σχέδια,  τόσα όνειρα 

και τώρα είμαι έρμαιο 

μιας αόρατης τύχης.


Πρέπει να προφτάσω 

να γράψω, να πω, να ζήσω.

Όσο ζω κινούμαι

και όσο κινούμαι ελπίζω. 


Περπατάω σ' έδαφος άνυδρο. 

Βλέπω μια αυλακια, 

κάποτε υπήρχε νερό 

που πήγε αλήθεια; 


Δεν έχω χρόνο να σκεφτώ. 

Κουβαλώ μνήμες των παλιών 

και όνειρα των νέων. 

Ψάχνω γόνιμη γη για να τα σπείρω.


Λουκάς Αναγνωστοπουλος

ΘΥΜΆΣΑΙ (της Νίκης Κροκίδη)


  

Θυμάσαι άραγε; 

Ήμουν σκυμμενη 

στον αργαλειο της ζωής μου... 

Υφαινα και ξυφαινα 

έναν ψεύτη χρόνο.... 

μαρμαρωμενες θύμισες... 


Μάτια, υγρά,. στυλωμενα 

σε κείνο τ' άσπρο περιστέρι..... 

με μια κόκκινη κλωστή 

βαμμενη στο αίμα της καρδιάς μου, 

έδεσα σφιχτά τα δυο του ποδαράκια. 

 Μέ μια χρυσή, κομμένη απ' τα μαλλιά μου,

έδεσα πισθαγκωνα, τις δύο του τις φτερουγες 

κι απομεινα, να το κοιτώ..


Κανακευα και βυζαινα

το χρόνο το θεριό

στην κούνια της ψυχής μου. 

Και κείνο εμεγαλωνε,

μες στο κανακεμα μου... 

κι αφιονισμενη μ' εσερνε στα τάρταρα.


Κι ήτανε, τοτε.. 

που να θυμάσαι!!! 

έξω απ' το παραθυρι μου, 

χτυπαγες τα φτερά σου, να ξυπνήσω, να μη χαθώ..... 

αναδεψα τα μάτια μου, στα μάτια σου

Που να θυμάσαι!!!!!! 


Πάνω στου αργαλειου μου το υφαδι σταθηκες... 

κι έκοψες με το ράμφος σου, τις κλωστές... 

που κραταγαν, τ' άσπρο μου περιστέρι. 

Φυλακισμένο το 'χα, 

στου χρόνου το κανακεμα. 


Δυο περιστέρια λευτερα.

στου απείρου το στερέωμα,

..χαθήκανε

Που, να θυμάσαι!!!


Νίκη Κροκίδη

Τετάρτη 17 Φεβρουαρίου 2021

Ο ΑΝΘΡΩΠΑΚΟΣ (της Κωνσταντίνας Σταθακοπούλου)



Βαριέμαι.

Μεταθέτω την αντίδραση μου για αργότερα.

Τότε που θα έχουν και πάλι αποφασίσει άλλοι για μένα.

Ερήμην μου.

Βαριέμαι.

Με κουράζει κι αυτή η οχλοβοή γύρω μου.

Καλά είμαι.

Εγώ θα αναχαιτίσω το παρόν;

Εγώ θα υποδεχτώ το μέλλον;

Μπα… μια σκέτη απάτη όλο αυτό.

Με κοιτάν με αποστροφή οι ώρες...

Τι ζητάνε από μένα;

Τι τις νοιάζει;

Θεατής θέλω να μείνω.

Θεατής του δειλού εαυτού μου.

Ναι, τον είδα και κάποτε που έσπρωχνε ομίχλες…

Χα ! τι κατάλαβε;

Ήρθαν ατέλειωτες εκτάσεις σκιάς από τότε

και κάλυψαν τους ήλιους της γης μου.

Με υποσχέσεις και χαμόγελα ήρθαν.

Σαν φίλοι έμπασαν

τα κίτρινα μάτια τους να με φωτίσουν.

Και βάφτισαν νομοτέλεια κάθε σκοτάδι.

Και σάλπιγγες, σάλπιγγες πολλές φώναζαν το πόσο μ’ αγαπάνε.

Και τα στόματα τους έσταζαν μέλια.

Μείνε εκεί, μου έγνεφαν με στοργή.

Χωρίς μνήμη

Καλά είσαι…

Εκεί, στην ασφαλή επικάλυψη της αδράνειας.

Και τα παιδιά μου τα ‘διωξα…

Μια μέρα ξεγελώντας τον εαυτό μου,

τα ‘διωξα μακριά.

Φύγετε να σωθείτε, είπα αδάκρυτη.

Κι ύστερα άνοιξα μια ρωγμή μέσα μου και σφάλισα τις μορφές τους.

Ε, και;

Σαν είναι η πρώτη;

Αν ξεσκεπάσεις τους φόβους μου

θα δεις αυλάκια τις ρωγμές να με ντύνουν.

Να χαράζουν το άβουλο του κορμιού μου.

Μα καλά είμαι.

Μια ασημαντότητα στην αμηχανία της στιγμής.

Αυτό είμαι.

Μη περιμένεις από μένα διασκελισμούς στην αιωνιότητα.

Βαριέμαι.

Φοβάμαι.

Άσε που έμαθα και στα σταυρώματα απ’ τις σκιές…


Κωνσταντίνα Σταθακοπούλου