Δευτέρα 28 Δεκεμβρίου 2020

ΚΕΝΟΤΑΦΙΟ (της Βίκυς Δρακουλαρακου)





‘’Να, το φεγγάρι έγειρε,’’

και βούρκωσε το φως μου.

Εχάθη, τού ήλιου σου ο πυρρός 

στο περβόλι των χαμομηλιών μου,

του έρωτά σου τ' αφανέρωτο

αλώβητο άφησε, το αγρίεμα των χειλιών μου.  

 

Ηγήτορα της σάρκας μου, 

πεταλούδια λυσίκομα έστιξες 

στον πηλό της μετάπλασής μου. 

Λευκό κι αν έμεινε τής ένωσης το μεσοφόρι   

ακόμη απαιτώ σε, ο αλγεινός βυθός μου

και στ΄ ακρόχειλο η φλόγα του φιλιού

αρνείται ν΄αποκάμει..

  

Ο ξαγοράρης νωρίς εξαρμάτωσε 

στο στίλβων κενοτάφιό μου.

Στην γονυπετή δρυ μου 

το αμαρτωλό του πόθου σου να ξυλεύσει... 


Κι όσο κι αν σε πεινώ,

να κατευοδώσει του ανέθεσα 

την μέθεξη που με συνθλίβει. 


Βίκυ Δρακουλαρακου

Ανθολογία: Συνομιλώντας με την Σαπφώ



ΝΕΚΡΗ ΑΓΑΠΗ.(της Εύας Λολιου)



Όμορφο τ' όνειρο που σ' αγάπησα

και κάθε νύχτα ανάμεσα στ' άστρα περπατάω.

Το σπίτι σου κοιτάω,

με τ' ακροδάχτυλα την στέγη του αγγίζω απαλά,

τόσο τρυφερά, μην ξυπνήσουν στο κόρφο σου

τ' ευαίσθητα πουλιά.

Κι ύστερα ξαπλώνω στη καμινάδα 

τη φλούδα απ' το πορτοκάλι μυρίζω,

στο τραπέζι το γέλιο σου

την ώρα που ακόμη λίγο με θυμάσαι..

Εκεί είμαι λοιπόν κι ας μην το ξέρεις παιδί μου..

Κάθε νύχτα στο κατώφλι σου έρχομαι

το γάλα για τα *ζεμπράκια σου αφήνω,

τ' ανεμοσούρια στο δρομάκι της αυλής σκουπίζω.

Απ' το φουγάρο ρίχνω τ' άστρα που μάζεψα

ν' ανάψω το τζάκι σου.


Εύα Λολιου

* ζεμπράκια- πουλάκια που τους αρέσει να πετούν μέσα στο κλουβί τους.

Κυριακή 27 Δεκεμβρίου 2020

Το κίνημα... (του Γιώργου Βομπρα)

 



Μιά Κυριακή πρωτοστάτησε

 κι άκληρη επαναστάτησε 

Τις άλλες μέρες κράτησε 

κι αυτές εμοιροστράτησε 


Δευτέρα εσύ πού 'σαι κοντά 

σ' εμέ σιμά ξεροσταλιά 

Βάλε σκαμνί να κατεβώ 

σ' εσέ να θέσω  αρχεμώ 


Τρίτη μην έχεις γκαντεμιά 

θέσε εσύ ξερολιθιά 

Θεμέλια άγιαζε συχνά 

εχθρών τα βλέμματα αχνά 


Κι εσύ Τετάρτη μες την μεσ' 

στρώσε τραπέζ' και μέθυσε 

Την Πέμπτη βρες και κέρασε 

εσύ δεν ζείς κι αυτή γέρασε 


Παρασκευής το γνέσιμο 

να είν' ζωής διαθέσιμο 

Σαββάτο εσύ μού 'σαι βραχνάς 

να θες πάντα να με ξυπνάς 


Στο χέρι εγώ σας εκρατώ 

το δείλι μου σάς αμολώ 

Εργόχειρο βδομάδας ξεκινά

στης σχόλης μου το Κίνημα 


Γιώργος Βόμπρας

ΠΑΡΑΝΟΙΑ (της Άννας Πατσου)



Πού είσαι;

Δεν αντέχω αυτή τη σιωπή

Νύχτωσε.. ξημέρωσε..

δεν βλέπω, δεν έχω αίσθηση.

Μα πού είσαι;

έντεκα και είκοσι..

τέσσερις και μισή..

οχτώ και τέταρτo..

Tί ώρα είναι;

Τί δείχνουν οι δείκτες;

Τί λέει ο χρόνος;

Πού κρύφτηκε ο πόνος;

Γιατί κλαίει η σιωπή;

Πού είσαι;

Δεν σε μυρίζω..

Δεν σε αγγίζω..

Δεν σε βρίσκω πουθενά.

Πού στον διάολο είσαι;

Σέρνομαι θλιμμένη,

μεθυσμένη η λογική μου

ξερνάει αναμνήσεις,

χύνει παράπονα,

το δάκρυ στα πατώματα,

κουλουριάζομαι..

κι ύστερα

σαν φοβισμένο βρέφος μαζεύομαι.

Κόκκινη λίμνη μ’ αγκαλιάζει,

το κρασί χύθηκε,

μα τα χέρια μου αίματα στάζουν

και τα δάκρυα μου πέφτουν κόκκινα

σαν πυγολαμπίδες της φωτιάς.

Όχι! Δεν πέθανα ακόμα,

ούτε κι έχω παραισθήσεις.

Πάλι ήπια, λίγο, λίγο μόνο

για να ξεχάσω.

Να μην σκέφτομαι,

μα ακόμα… δεν πέθανα,

σε περιμένω..

Μα πού είσαι;

Λιώνει το σώμα μου,

ματώνει η καρδιά μου,

πνίγεται η ψυχή μου

κι αυτά τα σκουλήκια..

ποτέ δεν ήθελα να με πλησιάσουν.

Βρωμάνε... φοβάμαι..

μην τα αφήσεις..

πάρ’ τα από πάνω μου,

τρέμω... φοβάμαι…

Πού είσαι;

Μη…

Μην κλείνετε το φως..

Σκοτάδι..

Έχει τόση ησυχία εδώ πέρα.

Έρχεσαι;

Δεν βλέπω τίποτα..

Δεν ακούω τίποτα..

Δεν νοιώθω τίποτα..

Τίποτα… Τίποτα..

Τίποτα... σου λέω.

Μα πού στο διάολο είσαι;

Πού στο διάολο χάθηκα πάλι, μου λες;

φόβοι.. Σιωπές.. Ενοχές..

Πέθανα.. Μάλλον.. Προχθές!..

ή ίσως αύριο…

δεν ξέρω…

θα μάθω….

μα πότε;…


Άννα Πατσου

(Ποιεί ο Έρωτας, εκδόσεις Άλλωστε)

Σάββατο 26 Δεκεμβρίου 2020

Το μικρό λούτρινο αρκουδάκι. (της Γεωργίας Λαμπαρα Τριανταφύλλου)

 



Είχες ποτέ ένα μικρό λούτρινο κουκλάκι; Φθαρμένο από σφιχτές αγκαλιές και ζωηρό παιχνίδι; Να σε συντροφεύει στα ταξίδια του μυαλού και η φαντασία σου να σε έχει πείσει πως είναι αληθινό και σε ακούει καλύτερα κι από άνθρωπο; 


Μα ήταν αληθινό! Ένα κομμάτι της παιδικής γενναιόδωρης ψυχής σου εγκαταστάθηκε μέσα του και του έδωσε πνοή. Οχι. Δεν αισθάνθηκες ως Θεός που δημιούργησε κάτι. Αυτά είναι ματαιοδοξίες των μεγάλων. Εσύ είχες απλά έναν φίλο. Είτε ήσουν μαμά του, νονά του, αδερφή του, φίλη του ήταν μοναδικό. Είχε το δικό του όνομα.Τι κι αν άλλαζες τη φωνή σου για να του δώσεις μιλιά. Είχε τα δικά του αισθήματα. 


Όταν μεγάλωσες πια και το βρήκες καταχωνιασμένο και μονάχο, δε σου θύμωσε. Σου χαμογέλασε σαν να ήταν μόλις χτες που παίζατε εκείνο το κρυφτό που αφήσατε στη μέση. Έτσι νόμιζε όταν το έβαλες σ’ εκείνη την ντουλάπα, μεγάλη πια για αρκουδάκια. Ευτυχώς δεν ήξερε να μετρά τον χρόνο. Ούτε καν πρόσεξε πως έχεις μεγαλώσει πια. Για εκείνο είσαι πάντα παιδί. Εσύ του έκανες αυτό το δώρο, όταν, μαζί του, κλείδωσες στην ντουλάπα όλη σου την παιδικότητα. Την άφησες να ζει μέσα στο μικρό σου λούτρινο αρκουδάκι. 


Τώρα, όπως σε κοιτάζει με αυτά τα ακίνητα ματάκια, όλα ζωντανεύουν μπροστά σου, μέσα σου. Εκείνο σε προστάτευσε τις δύσκολες στιγμές που οι μεγάλοι σε απέκλειαν, σε μάλωναν, σε αγνοούσαν ή τσακώνονταν. Εκείνο μοιράστηκε μαζί σου τα δάκρυα και τα δέχτηκε πάνω του σαν τη βροχή που πότιζε την ανύπαρκτη ψυχούλα του. Μα ήταν κι οι χαρές! Ενθουσιαζόταν όταν του έλεγες τα ευχάριστα και το έσφιγγες στην αγκαλιά σου τόσο, που αν ήταν αληθινό θα σου φώναζε “Σιγά! Θα με σκάσεις!”. Μα δε διαμαρτυρήθηκε ποτέ. Ήταν υπερήφανο για σένα. Θα ορκιζόσουν πως, σε τέτοιες στιγμές, τα μάτια του έλαμπαν λίγο παραπάνω και το χαμόγελό του γινόταν λίγο πιο πλατύ. 


Σου πήρε χρόνια, μα τώρα που το αντίκρισες ξανά, μια αγκαλιά έφτασε να σε ξανασυστήσει στο παιδί που ήσουν κάποτε. Συνειδητοποίησες με δέος – αν και ρεαλίστρια πια – ότι όσα ένιωθε το αρκουδάκι σου ήταν όσα εσύ ένιωθες ή είχες ανάγκη να νιώσεις. Κοίταξες τα αυτάκια του και το ένα είχε ξηλωθεί λίγο, όπως ξηλώθηκε η καρδιά σου με το χωρισμό των γονιών σου. Η μύτη του είχε φαγωθεί από την τριβή και δε θα ξαναμύριζε τα κουλουράκια της γιαγιάς σου, που τα έφτιαχνε με τόση αγάπη! Τα χεράκια και τα ποδαράκια του είχαν λεπτύνει στις κλειδώσεις από τις πολλές αγκαλιές. “Αυτό κάνει η αγάπη!” σκέφτηκες. “Μας διαμορφώνει και εκλεπτύνει τις κινήσεις μας”. 


Χάιδεψες στοργικά την κοιλιά σου. “Σου έχω μια έκπληξη!” του είπες και το ακούμπησες απαλά πάνω στον ερχόμενο μελλοντικό του φίλο. Ένα δάκρυ συγκίνησης κύλησε κι έπεσε πάνω του. Το αρκουδάκι σου πήρε ξανά πνοή. Τι κι αν ήταν φθαρμένο, πολλές αγκαλιές και πολλά παιχνίδια το περίμεναν ακόμα. Η φθορά του ήταν η ιστορία του και η ζωή σου. Το πιο αγνό κομμάτι του εαυτού σου ζούσε ακόμη μέσα του. Η καλύτερη κληρονομιά για το παιδί σου.


Γεωργία Λαμπαρα Τριανταφύλλου