Τετάρτη 5 Μαΐου 2021

Κι όλα γύρω μου, μοιάζουν να νοσούν. (της Μαρίας Μαραγκού)

 


Συναισθήματα που χαροπαλεύουν, σε έναν κόσμο που το μόνο που έχει πλέον αξία είναι η ύλη και η εικόνα. Όλα για την ευημερία και τίποτα για την ξηλωμένη μας καρδιά. Πτώχευσε βλέπεις και την αφήσαμε στην άκρη ξεχασμένη καθώς δεν είχαμε άλλο κέρδος από εκείνη πια. Όλα νοσούν μα όχι τώρα ξαφνικά. Πάει πολύς καιρός που εθελοτυφλούσαμε όλοι, γιατί ήταν πάντοτε πιο εύκολο να αρνείσαι να δεις την αλήθεια κατάματα. Ήταν πιο βολικό να ζεις με αυταπάτες ή ακόμα χειρότερα να ξέρεις πως η ζωή είναι ένας κύκλος που κάποτε θα κλείσει κι εσύ να επιλέγεις να βλέπεις μια ευθεία μόνο μπροστά σου και αυτή δίχως τέλος. 
Και κλείστηκες τώρα στο χρυσό σου το κλουβί πιστεύοντας πως θα σε σώσει, μα αυτό που δεν καταλαβαίνεις ακόμα, είναι πως δεν παύει ένα κλουβί μονάχα να ‘ναι. Ένα ψυχρό, άδειο, αλλά χρυσό κατά τα άλλα κλουβί. Κι αναρωτιέσαι τι σου φταίει. Πώς θες να μοιάζει αλήθεια με φωλιά, όταν η ψυχή σου είναι ανύπαρκτη εκεί μέσα και πώς να σε κρατήσει; 
Και ξαφνικά νιώθεις φυλακισμένος σε μια άδεια…αλλά ταυτόχρονα γεμάτη ζωή. Γεμάτη από άχρηστα αντικείμενα μα άδεια από ατόφια συναισθήματα, από συνοδοιπόρους, από αγάπη αληθινή, από φιλίες άδολες. Άδεια από πίστη σε καθετί που έχει τη δύναμη να σε αναγάγει σε άνθρωπο, άδεια από ψυχή κι από αλήθειες.


Μαρία Μαραγκού

ΧΙΜΑΙΡΑ (της Ρούλας Τριανταφύλλου)

   



Φυσάει κι απόψε. 

Ανάμεσα  στων δέντρων τα νεκρά φύλλα,  

της παρουσία σου μετρώ τις στιγμές.

Πώς να ξορκίσω την αιτία του πόνου;

Σε ατέλειωτες νύχτες στο χθες πόσα συνέβησαν!

Η ψυχή δεμένη στη κλωστή και η χαρά στο ψέμα. 

Κουράστηκα να τρέχω.

Να σε ζητώ σε άδειο ουρανό.

Φυσάει κι απόψε. 

Στο έρημο λιμάνι μόνη. 

Μια Χίμαιρα καράβι δε θα ξανάρθει. 

Κεράκι η ελπίδα, μα σβήνει στον άνεμο.


Ρούλα Τριανταφύλλου

Τρίτη 4 Μαΐου 2021

Άτιτλο (της Θωμαιδας Τσιμερικα)

 

Φλόγες μέσα στο σκοτάδι
Της ψυχής το παραγάδι.
Φλόγες μέσα στο πηγάδι 
Που οι ποντικοί χόρευαν το βράδυ.
Ποιος θα περίμενε να λάμψει η αυγή;
Ποιος θα περίμενε να γιάνει η ψυχή;
Σώμα σαν χώμα βυθίζεται και γεννιέται μέσα στις φλόγες.
Χωρίς αρχή και τέλος τα σημάδια.
Σαν δάκρυα μέσα στα άψυχα βράδια.
Κάθε δάκρυ δύναμη κρυφή.
Αλλά δεν πρέπει να βγεί.
Πρέπει τα δάκρυα να κουβαλάς.
Μέσα στο σεντούκι της γιαγιάς.
Αν δραπετευσουν, τον πόνο θα γυρέψουν.
Κάηκε ο ουρανός πικράθηκε η γη.
Καρφώνουν το σώμα με καρφί.


Άτιτλο (της Βασιλικής Βήχα)



 Και δεν έχεις χρόνο άνθρωπε 
για τίποτα πια,
μόνο για τον εαυτό σου
εκεί βρίσκεις πάντα, ακόμα και στο πιο γεμάτο πρόγραμμά σου

Δεν έχεις αισθήματα καν
για κανέναν και για τίποτα
μόνο για τον εαυτό σου,
εκεί είσαι γεμάτος πάντα,
πλημμυρίζεις συναίσθημα για σένα- από σένα-με σένα

Δεν έχεις αγάπη για τίποτα σχεδόν
μόνο συμπόνια και οίκτο για κάτι που θα θίξει ίσως προσωρινά την ευαισθησία σου.
έχεις αγάπη όμως για σένα και τη δείχνεις παντού όπου βρεθείς και όπου σταθείς

Φοβάσαι πια μην πληγωθείς
από τις πληγές που άνοιξες μόνος σου
δειλιάζεις με όλα
προτιμάς την ασφάλεια του εγώ σου 
παρά να πάρεις το ρίσκο να νικήσεις έστω τους φόβους σου

Μα δεν φοβάσαι τα χειρότερα ποτέ
γιατί έχεις πάντα χρόνο,
άπειρο χρόνο, έτσι θεωρείς
ότι όλα είναι δικά σου, με το μέρος σου

Πόσο γελιέσαι άνθρωπε,
μια μέρα ίσως καταλάβεις
ίσως όμως και ποτέ.

Βασιλική Βήχα

Δευτέρα 3 Μαΐου 2021

Άτιτλο (της Γεωργίας Κιουλαχογλου)



Ήρθες ντυμένος Χριστός.
Άγιος και καλός ήσουν.
Τα πουλιά τις τρίλιες τους ακουμπούσαν στο στόμα σου
Κι από τα χέρια σου 
αίμα χλωρό 
κυλούσε αθρόα στις τρύπιες σου παλάμες. 
Και εμείς που προσμέναμε κάποιον λυτρωτή,
φυλαχτό σταυρουδάκι 
σε κρεμάσαμε στην καρδιά μας...

Κι εσύ ήρθες ντυμένος χρηστός.
Κι απ’ το φορτίο σου λόγια ξεχείλιζαν.
Λόγια πολλά, λόγια 
μιας τρυφερής καρδιάς που έμοιαζαν.
Λόγια καρφιά.
Κι εμείς 
που τόσο ανάγκη είχαμε κάπου να καθηλώσουμε τα ξεκρέμαστα όνειρα μας 
τον τύπο των ήλων σου αποστραφήκαμε να δούμε… 

Κι εσύ ήρθες ντυμένος Ερχόμενος
και στα χέρια σου φανάρι κρατούσες. 
Στραφταλίζοντας την φλόγα
ζεστή 
στων κρυφών πληγών μας τις σκοτεινές σπηλιές.
Κι εμείς άλυχνοι ήμασταν,
διψούσαμε τόσο πολύ για λίγο φως… 
Και σε πήραμε
και Ήλιο σε εξήραμε
δοξασμένος στου ουρανού μας τα μαύρα σκοτάδια...

Ήρθες 
και Εκλεκτός μάς συστήθηκες.
Με τον στόμφο των κάποιων σπουδαίων. 
Κι έθαλλε το φωτοστέφανο σου
κεράκι χρυσό.
Κι εμείς το πήραμε ευλαβικά στα δάχτυλα μας
καθώς κρεμούσαμε από τα χείλη σου 
έρμαιες τις ελπίδες μας στα τσιγκέλια της συμφοράς.
Απελπισμένοι ωσεί
να ακουμπήσουμε γυρεύαμε κάπου
τον συντριμμό της καρδιάς μας... 

Κι εσύ ήρθες 
ντυμένος σαν άλλος Χριστός
Με το φως των όποιων σπουδαίων 
Των κατ’ επίφαση γενναίων 
επίπλαστο φως...
Μα ήταν εντέλει
(ποιος το ‘ξερε)
της δικής μας λαχτάρας το φέγγος
καθώς αλυχτούσε ανάστατη η ψυχή μας
αποζητώντας ανατολές
και μέρες ανέσπερες
να τραβήξουν για πάντα της ζωής μας την θλίψη. 

Κι εσύ ήρθες
μα ήσουν στ’ αλήθεια ένας ψεύτης χρηστός.
Και ήταν το παραμύθι σου τόσο καλοκαμωμένο… 
Με ήρωες άτρωτους 
και βασιλιάδες γοργούς στην νίκη.
Κι εμείς που χρόνια τώρα σε τρέφαμε σωτήρα στα όνειρα μας
χωρίς να προφτάσουμε να δούμε το τέλος
τρέξαμε να μετρήσουμε πρώτοι το παράστημα σου
με το μπόι εμάς των μικρών.
Και σε κάναμε Μέγα!
Δεινό!
ραντίζοντας πεισματικά
με στάχτες τα μάτια μας 
ξανά και ξανά
γιατί, το είδες κι εσύ
πολύ τα αγαπήσαμε τα ωραία παραμύθια…

Και ήρθες. 
Και ήσουν ντυμένος μαέστρος. 
Χριστός δεν υπήρχε.
Κι αφού μας είπες και μας χτύπησες πονετικά στην πλάτη
μας φίλησες κατόπιν σταυρωτά
με τον Ιούδα στα χείλη σου ζωντανό και ακρέμαστο
καθώς μας συνόδευες 
τεθλιμμένος τάχα και δακρύβρεχτος
στον Γολγοθά που με τα χέρια μας φτιάξαμε.

Κι εμείς που τόσο ανάγκη είχαμε από ένα Φιλί
αλήτες και ληστές λογιάσαμε του εαυτούς μας
και πρώτοι  
τους σταυρούς μας στο χώμα καρφώσαμε
πίνοντας άρδην το ξύδι για κρασί
και μπήγοντας κατάβαθα τα καρφιά μας στα χέρια…
Για σένα
που ντυμένος μάς ήρθες 
Κίβδηλος
Ένας χρηστός εν αχρεία
Νίβοντας έπειτα με μανία τα χέρια σου
Τα βρώμικα σου δάχτυλα
να ξεπλύνεις το αίμα.

Και ποιός το ‘ξερε αλήθεια
αχ αλήθεια ποιός το ‘ξερε
πως εκείνο το αίμα που κυλούσε στα χέρια σου
δικό σου 
δεν έμελε να ‘ναι…