Πέμπτη 18 Μαρτίου 2021

Μεγάλος θυμός (του Χρήστου Κουκουσουρη)

    



Βουβή ανθρωποθάλασσα ειν’ ό μικρός μας κόσμος

και η σιωπή μαστίγιο που δέρνει τους ανέμους,

τα κύματα των προσμονών και των ελπίδων, σκάνε

σε τοίχους ανυπέρβλητους κι ασύδοτους ηγέτες.


Λουλουδιασμένα κάποτε στενά, τώρα ην λεωφόροι

πεζούς δεν βλέπεις… κτίρια ψηλά γυαλί που καθρεφτίζει

όλοι εποχούμενοι μιλούν μονάχοι στ’ αμαξάκια

σε κρεμαστά μικρόφωνα τιμόνι και τσιγάρο.


Σ’ ένα ποτήρι φελιζόλ ζεστός καφές για δρόμο

μηχανική προέκταση το κινητό και πάνε

τα βήματά τους οδηγεί μια θέση βιοπάλης

για ένα καρβέλι που η ζωή… και τρέμουν μην το χάσουν.


Το βράδυ τηλεόραση, παραγγελιά οι ειδήσεις

και κάτι αρχαία σήριαλ το χρόνο να σκοτώνουν

να κλαίς και να βυθίζεσαι αγάπες να θυμάσαι…

χάθηκαν στις μυλόπετρες που στήσαν λαοπλάνοι.


Ανάμεσά μας φράγματα κι ο φόβος της ανέχειας,

δεν χτίζεται οικογένεια, παιδιά να γεννηθούνε

σαν τιτιβίσματα πουλιών ν’ ακούς γλυκές φωνούλες,

το λένε κι οι στατιστικές η Ελλάδα πως μικραίνει…


Δεμένοι με αόρατα δεσμά και μιαν ανάσα,

με ‘στη δική μας ανεξάρτητη αγάπης φυλακή,

λυτρώνουμε τον πλούτο της καρδιάς που ‘ναι δικός μας

νωπός να μείνει χώμα υγρό πως ίσως να καρπίσει.


Οργή που κρύβει και θυμό η σκέψη που ακουμπάμε

και μόλυνε ως το αίμα μας η  γλίτσα καιροσκόπων

η λεηλασία του σήμερα δεν σβήνει σε καζάνια

κρεμάλες δεν στηθήκανε… άτεγκτοι που είναι οι νόμοι.


Αθάνατοι !!! Αθάνατοι !!!  προδότες της πατρίδας

στα υπόγεια της κόλασης κλεισμένες για σας θέσεις

με τα κλεμμένα οι φωτιές που αιώνια θα σας ψήνουν

κι η μήτρα που σας γέννησε στόχος για ντουφεκάδες.


Το μέλλον που ονειρεύτηκα για μας, έγινε δρόμος,

σε μια νταλίκα μ’ οτοστόπ στα σύνορα να πάμε

τα ιδανικά τρομοκρατούν ταγούς, καθώς ό ήλιος,

εδώ που είναι βαλκάνια απ’ την δύση θ’ ανατείλει.


Χρήστος Κουκουσουρης

Από το πρώτο βιβλίο μου ‘’ΣΚΙΡΤΗΜΑΤΑ ΤΟΥ ΝΟΥ’’

Σελίδα 112.

ΠΡΟΣΜΟΝΗ (της Δώρας Μεταλληνού)

 



 Γιατί...

Πάντα κυοφορείται μια άνοιξη

στα πέταλα της μυγδαλιάς,

στην  ηλιαχτίδα της αγάπης

στου  σπουργιτιού το ψίχουλο 

όταν τσιμπολογάει

στου κοριτσιού το μάγουλο 

το χάδι όταν ζητάει.

Στου δειλινού τα χρώματα

 π' όνειρα ζωγραφίζουν

στης αλκυόνας την καλοκαιριά

που οι θεοί χαρίζουν.

Στην πέτρα της υπομονής 

που γιούλι ξεφυτρώνει

στη στράτα σου όπου περνάς 

γλυκολαλάει εν' αηδόνι.

Αξόδευτο ένα σ' αγαπώ

τη μέρα που ζυγώνει.


Δώρα Μεταλληνου

Τετάρτη 17 Μαρτίου 2021

ΑΣΤΕΓΗ (της Ελένης Κιουπη)

 



Άστεγη μένω αγάπη μου

Χτίζω σπίτια και μένω στο κρύο

Ταξιδιώτης στην έρημο

Περιμένοντας να ανθίσει η Ατακάμα 

Πρόσφυγας είμαι σε ξένους τόπους

Ο βοριάς μένει στο σπίτι μου

Τα χιόνια με σκεπάζουν

Μετεωρίτης που καίγομαι κάθε βράδυ στον ουρανό σου

Οταν πεινάω τρώω τα παιδικά μου χρόνια

Πεύκο γερτό είμαι αγάπη μου στάζω ρετσίνι στους γκρεμούς

Και οταν φτάνει ο Θάνατος στρώνω τα  σπλάχνα μου

Να περάσει


Ελένη Κιουπη

[Μια νύχτα] (της Χρυσαυγής Τούμπα)



Τούτη η νύχτα κρύβει μέσα της

νήματα ψυχής στον άνεμο

στίχους που μυρίζουν ξεχασμένους ήχους

κι ένα κομμάτι του ουρανού στη χούφτα της


Βαθιά σιωπηλή ντύνεται με τα μάτια σου

χίλια τραγούδια σ ένα σ αγαπώ


Τούτη η νύχτα αδίσταχτος ζωγράφος

ζωγραφίζει ένα στερέωμα στο σώμα σου

κυνηγός ιπτάμενων αστεριών

σαν ευτυχία αιωρείται


Και το φεγγάρι σε μύρια πέταλα

σταλμένα από τον άνεμο


Δεν σταματάει να γελάει το φεγγάρι απόψε


Και οι καρδιές μας άλικες

αναπνέουν αγάπη

στο κόκκινο του τζακιού.


Χρυσαυγή Τούμπα

Τρίτη 16 Μαρτίου 2021

Το χτύπημα (της Ειρήνης Λεονταρα)

 



Το χτύπημα.

Έλα να σου πω πώς γίνεται....

Πρώτα έρχεται το χτύπημα στο κεφάλι.

Μετά στα πόδια.

Μετά αλύπητα τα χτυπήματα σε όλο το σώμα σου.

Μετά σε λένε ταραχοποιό στοιχείο.

Κατόπιν αναιδή και ατίθασο.

Μετά σε χτυπούν λίγο παραπάνω για να συνετιστείς.

Μετά σου λένε ότι προκαλείς. Έχεις Μεγάλη γλώσσα. Θα σου δείξω ποιος κάνει κουμάντο εδώ.


Πιο πριν βέβαια είχες σκύψει το κεφάλι.

Είχες κλείσει το στόμα πολλάκις.

Είχες καταπιεί τις σιωπές.

Είχες νιώσει ενοχές.

Είχες πιστέψει πώς φταις εσύ.


Τώρα πια είσαι αναίσθητος στην αναλγησία.. Τώρα σκέψου..

Σκέψου. Μέτρησε. Μέτρησε τα δάχτυλα σου. Πόσες ήταν οι σιωπές που κατάπιες, εκεί που όφειλες να ορθώσεις το στήθος;

Πάμε. Μέτρα μου. Μια στο σχολείο, όταν σου κάνανε οι συμμαθητές το νταή.

Δύο στη δουλειά.

Τρία για εκείνη την αγάπη που σε παράτησε.

Τέσσερα, γιατί ήσουν καλό παιδί και τα καλά παιδιά δεν μιλανε. Και έτσι δεν έπρεπε να μιλήσεις.

Πέντε, γιατί σε ξεπούλησε ο καλύτερος σου φίλος.

Έξι, γιατί έχασες τον καλύτερο σου φίλο.

Επτά, γιατί ποτέ δεν είσαι επαρκής σε τίποτα.

Οχτώ, γιατί έμαθες να κάνεις τα χατήρια.

Τα άλλα δύο σε βάζω να τα σκεφτείς και μόνος..

Μια ζωή σιωπή, σιωπές. Είσαι πληγωμένος μέσα και έξω.

Κι όλα αυτά, γιατί πάντα ήσουν το καλό παιδί.

Και από τα πολλά χτυπήματα δεν πονάς πια. Σε μάθανε πώς να μαθαίνεις... 


Ειρήνη Λεονταρα