Δευτέρα 15 Φεβρουαρίου 2021

"Νηνεμίας ναυαγοί ελπίδες " (της Μαρίας Δημοτακη)



Επιπλέει μια σανίδα σωτηρίας,

ο ίδιος μου ο Εαυτός

στήνει πάνω της ένα μικρό μποστάνι με την πάνλευκη γοητεία ενος νέου πρωινού.


Ξεμαλλιασμένες από της τρικυμίας

το θυμό 

νηνεμίας ναυαγοί οι ελπίδες 

κοιτούν  το 'ρημοκλήσι 

που προσκολλά ευχές,

προσευχές πάνω στα μαλλιά.


Κύματα δωρίζουν φωτίνια στην ακτή,

κοράλλια εμμέλειας  μεσολαβητές,

χρυσομιλούμενα στην Πίστη 

συθέμελα αποκαλύπτουν,

την πρόθεση αγγέλου να πετά 

πάνω απ' το ουράνιο δροσερό κάλεσμα.

Ωσότου αποδεχτώ τη γιορτή,

την ωδή στον Υπάρχων παράδεισο.


Βρεγμένο  χώμα που ελαφρά πατώ.

Οσφραίνομαι ολότελα την αύρα Του.

Γόνιμη η γη ανθίζει ελπίδες.


Εσύ, μόνο αγάπαμε.


Μαρία Δημοτακη                                

Αγωνίσου (της Γεωργίας Κιτσουκη Βασιλειαδου)

 




Κρυμμένος κάπου αθέατος παραφυλάς 

Κρυφοκοιτάς κάθε περαστική συμπεριφορά

Ανοησίες ντυμένες με δικαιολογίες κομψές

φτιασιδωμένες κάποιες φορές σαν πολυτελείς κοκέτες

κι άλλοτε πάλι γδυμένες απροκάλυπτα από προσχήματα

Περνούν οι φόβοι αγκαζέ, κάποτε ένας ένας

σαν χιλιοπροβαρισμένη παρέλαση, 

στημένη σωστά, με παραγγέλματα “εμπρός μαρς, έν δυό”

με στολή παραλλαγής μέσα σε ανίδεους στρατιώτες

Καμουφλάρεις κι εσύ την θέση σου και αναδιπλώνεσαι

χίλιες φορές, ώρα την ώρα, μήνες τώρα

Περνούν ανεπιστρεπτί αναμνήσεις χαρούμενες

τώρα πια απαγορεύτηκαν οι χαρές

Κάπου μακριά το γέλιο ακούγεται παράταιρο κι όλο στερεύει

Μάταια προσπαθείς να μεταμορφώσεις εκείνο τον άναρθρο ήχο

Κρυώνεις, ρίγη διαπερνούν την ψυχή σου απ τις απώλειες

Ένα ένα τα πέπλα της φεύγουν, φίλοι, γνωστοί, ξένοι

Όλα αλλάζουν κι εσύ περιμένεις στωικά την σειρά σου

Κάπου κάπου κυκλοφορεί και μια ρακένδυτη ελπίδα

Μοιράζει υποσχέσεις παραπληγικές, ανάπηρες, 

αδύναμες να σταθούν στο ύψος των περιστάσεων

Έπεσε θύμα κι αυτή  πολυπληθών μνηστήρων 

Μένεις στην ίδια θέση, πάει καιρός που κρύβεσαι

Αφουγκράζεσαι σαν πληγωμένο θηρίο Παντού μυρίζει αίμα θυσίας

Όμως εσύ δεν πλάστηκες για να φοβάσαι 

Είσαι ακόμα θηρίο

Πρέπει να βγεις εκεί έξω. Η ζούγκλα σε περιμένει. Αγωνίσου!


Γεωργία Κιτσούκη Βασιλειαδου

Κυριακή 14 Φεβρουαρίου 2021

Άτιτλο (της Βασιλικής Σταθοπούλου)


Φυλακή δεν είναι τα κτίρια με τα κάγκελα παντού..

Χειρότερη φυλακή απ' το ίδιο σου το μυαλό δεν έχει..

Εκεί μέσα κρατάς σκέψεις , αναμνήσεις,όλα εκεί μέσα..

Και σε τρελαίνουν..

Κάθε βράδυ ειδικά που αρχίζει να πέφτει το βαθύ σκοτάδι γυρνάνε 

σαν φαντάσματα φυλακισμένα ..

Κι ακούς τις αλυσίδες να τρίζουν ..

Και να σερνονται..

Τι φυλακή αυτή του μυαλού...

Δεν πρόκειται να ελευθερωθεις ποτέ από αυτήν..

Ισόβια κάθειρξη η ποινή σου..

Το έγκλημα σου?

Απλά αγάπησες χωρίς να αγαπηθεις.. 


Βασιλική Σταθοπούλου

Μου λείπεις ακόμα (της Έλενας Κορινιωτη)



Βάζω υπενθύμιση στον εαυτό μου 

-να μη το αμελήσει αυτή τη φορά-.

Τις σωστές λέξεις να σου πω,

τι κι αν δεν τις εννοώ. 

Όλα υπόκεινται πια, 

σε ένα συλλογικό όφελος.

Θα είμαστε καλύτερα 

έτσι χωριστά κι αγαπημένοι, 

(κι ενδόμυχα ερωτευμένοι).


Μου λείπεις, ακόμα.

Κι απ' τις τρεις αυτές λέξεις,

εκείνη κυριολεκτικά που με διαλύει

είναι αυτό το -ακόμα-. 

Σαν ποινή ακούγεται, 

σαν έσχατη τιμωρία 

για κάποιο έγκλημα 

που μάλλον δεν διέπραξα. 


Να θυμηθώ την επόμενη φορά 

που θα σε συναντήσω 

να προσποιηθώ πως μου πέρασες

σαν μη θανατηφόρα ασθένεια

βραχείας διάρκειας. 


Να μη ξεχάσω να σου δείξω 

πόσο εντάξει είμαι μακριά σου. 

Να μη ξεχαστώ επάνω στον 

έκδηλο συναισθηματισμο μου 

και σου ομολογήσω πως σε σκέφτομαι


... ακόμα.


Γιατί σε κάθε ρήμα που έχει εσένα 

ως υποκείμενο, σχεδόν αυτόματα 

προσδίδεται η έννοια του ακόμα.


Σε αγαπώ ακόμα.

Σε ξεπερνάω ακόμα.

Βλέπεις πιο χαλάει την πρόταση;

Ποιο δημιουργεί πρόβλημα;

Αυτό το ακόμα. 


Έλενα Κορινιωτη

Σάββατο 13 Φεβρουαρίου 2021

Άτιτλο (της Σωτηρουλας Τζιαμπουρη)



Πολλοί με αγάπησαν από ανάγκη. 

Ήθελαν να πιουν από το ίδιο ποτήρι 

που έπινα και γω.

Διψουσαν για την ψυχή μου που έβλεπαν. 


Άδειοι άνθρωποι με τρύπιες τσέπες στη ψυχή τους.

Με μια ψυχή κενή, στα σκοτάδια χωρίς χρώματα, χωρίς φως .


Ανάπηροι ήταν...με δεκανίκια περπατούσαν στη κόλαση του μυαλού τους.

Καίγονταν με τα παντζούρια κλειστά. 


Στα πεζοδρόμια έπεφτε η αυλαία τους.

Σε μια καταιγίδα με ξεβαμενους ρόλους, πατημενους στη μιζέρια που κουβαλούσαν.

Φθαρμενη μιζέρια που σκαλιζε να βρει ευτυχία σε λάθος ρόλους.

Ρόλοι που ναυαγησαν στο σκοτάδι τους.


Αδειοι άνθρωποι χωρίς ψυχή...

Άδεια τασάκια χωρίς αποτσιγαρα....


Σωτηρουλα Τζιαμπουρη