Κυριακή 24 Ιανουαρίου 2021

Θαύμα η αγάπη (της Παρασκευής Κηπουριδου)



Αν σε κουράσει ο σκληρός κόσμος

και η ελπίδα σου ξεφτίσει

της θλίψης δεν είναι λύση ο δρόμος

η αγάπη θα σε βοηθήσει.


Αν αξημέρωτη η νύχτα σου μοιάζει 

και κάθε άστρο έχει σβήσει 

αν η μοναξιά της ζήσης σε τρομάζει

η αγάπη θα σε βοηθήσει.


Αν την καρδιά σου βρίσκεις άδεια

και το όνειρο έχει λακίσει

με αγάπης χάδι σπάσε τα σκοτάδια

η αγάπη θα σε βοηθήσει.

 

Σε αληθινής αγάπης γείρε αγκάλη

γαλήνης χάδι να σου χαρίσει

για να νιώσεις της χαράς τη ζάλη

η αγάπη θα σε βοηθήσει.


Αν ευτυχία δεν μπορείς να δρέψεις

και ανέλπιδο σε έχει ντύσει

μη βασανίζεσαι με μαύρες σκέψεις

η αγάπη θα σε βοηθήσει.


Αν θαρρείς πως η αγάπη έχει χαθεί

και αδυνατεί να ανθίσει

σε απίθανα μέρη υπάρχουν οι ανθοί

η αγάπη θα σε βοηθήσει.


Παρασκευή Κηπουριδου

ΣΑΝ ΠΕΤΑΛΟΥΔΑ! (της Τριάδας Ζερβού)



Φοράω προβιά γυαλιστερή,

με όψη θηλυκή, με χρυσαφένιο

φτέρωμα στους ώμους!

Όρθια στην βεράντα μου

τα περασμενα αναπολώ,

κοιτάζοντας ξεθωριασμένα

ξέφωτα και δρόμους.


Ω! Σκυθρωπή μου αβρότητα,

ω  πείνα νοσηρή!

Ω! δίψα ανελέητη,

στο δειλινό  της  δύσης.

Ω! Ζοφερό κι ανίδεο,

δέρμα μου παγερό,

απομεινάρι σκήνωμα,

μιας καρποφόρας ζήσης..


Ερώτων νάρκες καρτερείς,

τα άνθη της γαλήνης!

Μια χίμαιρα ουτοπική,

μια ξεχασμένη λάμψη!

Ω!! Σπαραγμός της σάρκας σου!

Σαν πεταλούδα ευαλωτη,

να ξέρεις, τα λεπτά φτερά

 ο ηλιος θα σου κάψει!


Που 'ναι το σφρίγος που απαιτεί,

αυτή η τρικυμία;

Που είναι τ' ολοκόκκινο

χρώμα του έρωτά σου;

Κάτω απ΄την άχρηστη προβειά,

ωχρό, ξεθωριασμενο,

σκοτώνει κάθε σκίρτημα,

θάβει τα όνειρά σου..


Τριάδα Ζερβού

Σάββατο 23 Ιανουαρίου 2021

Άτιτλο (της Ζωής Χαλκιοπούλου)



Κάποιος χτυπάει την πόρτα!

Ποιος να είναι τέτοια ώρα;

Αφού γράφει απέξω

απαγορεύεται η είσοδος.

Ποιος τολμάει να μου χτυπάει την πόρτα;

Τους είπα να με ξεχάσουν.

Να μη με ενοχλούν.

Δε θέλω να με δουν έτσι.

Πάλι τα ίδια θα εξηγώ.

Αλλιώς ξεκίνησα κι άλλα βρήκα.

Είχα τα όνειρά μου μαζί με κάτι νιάτα

που μα την αλήθεια, με παράτησαν νωρίς.

Είχα και κάτι φίλους

μα άλλο δρόμο διάλεξαν.

Είχα και χαρές, πολλές χαρές

περίεργο να μη θυμάμαι καμία.

Και λύπες είχα

μα έχασα το μέτρημα.

Τι αφελής που είναι ο άνθρωπος!

Τα λευκά σεντόνια

γρήγορα λερώνονται.

Κι όλα τα τακτοποιημένα

μια παραίσθηση είναι.

Περνάει ο καιρός στοχεύοντας.

Ως τη στιγμή που βλέπεις τ αληθινά χρώματα.

Όχι αυτά που ονειρεύτηκες

Τα άλλα, τα πραγματικά.

Μα δεν είναι ζωντανά, αργοπεθαίνουν.

Τελευταίο μένει εκείνο το γκρίζο

εκείνο της στάχτης, του αποχαιρετισμού.

Μη μου χτυπάτε τη πόρτα.

Δε μένω πια εδώ.

Δε μένω πουθενά.

Αφήστε την απουσία μου στην ησυχία της.


Ζωή Χαλκιοπουλου

ΕΡΩΤΑ (της Βίβιαν Ασπροπουλου)

 



Έρωτα! Σε ύμνησε στο έπος του ο Όμηρος,

τραγούδησε για σένα το δοξάρι στο βιολί,

 χορδές και πλήκτρα,

 συνέθεσαν στο πέρασμα των αιώνων,

 στίχους μαγευτικούς...

 Ανύποπτα γεννιέσαι στις καρδιές,

 χωρίς ημερομηνία έναρξης,

 χωρίς ημερομηνία λήξης...

Έρωτα σατράπη, ξέρεις, αλλά δεν σκιάζεσαι

 πως η καρδιά είναι σ' άλλους ωκεανός,

 σ' άλλους φουρτουνιασμένο πέλαγο

 και σ' άλλους μια βαλτωμένη λίμνη...

Η ψυχή είναι το σκαρί, 

τα αγκάθια σου έρωτα πυξίδα και κουπιά,

ταξίδια με προορισμό λιμάνια ευτυχίας

ή το χάρτινο καραβάκι της ψευδαίσθησης

 στη λίμνη με τα στάσιμα νερά...

Όταν χαμογελάς κερνάς κρασί,

 από το γιοματάρι με το παθιασμένο πόθο...

κι όταν κακιώσεις,

 αδειάζεις από την αρμαθιά σαδιστικά τα βέλη σου,

για να ματώσεις καρδιές

που δελεάστηκαν από την ομορφιά σου...


Βίβιαν Ασπροπουλου

Παρασκευή 22 Ιανουαρίου 2021

Βασιλική - Το δώρο που δεν ήρθε ποτέ! (της Βηθλεέμ Νασλα)

 




Άνοιξε τα παγωμένα βλέφαρά της με δυσκολία. Αν και σκέπαζαν το σώμα της δυο μάλλινες κουβέρτες από την προίκα της, εκείνη ένιωθε το κρύο να διαπερνάει όλο της το σώμα. Αποφάσισε να παραμείνει εκεί κουκουλωμένη στο σουηδικό κρεβάτι του δωματίου 69 που τη φιλοξενούσε τα τελευταία τρία χρόνια. Τα σχέδιά της όμως χάλασε η τραπεζοκόμος που χτύπησε τη πόρτα και μπήκε στο δωμάτιό της για να της αφήσει το πρωινό της γεύμα. 

- Καλημέρα κυρία Βασιλική και χρόνια σας πολλά.

Μα ναι, ήταν η πρώτη μέρα του χρόνου, η γιορτή της, άλλη μια χρονιά ξεκινούσε για εκείνη, μια χρονιά που δεν ήξερε αν θα τη χαρεί μέχρι το τέλος της.

- Καλημέρα κορίτσι μου, σ' ευχαριστώ πολύ, καλή χρονιά να έχουμε.

Η τραπεζοκόμος που το όνομά της ήταν Μαρία, τη πλησίασε και της έδωσε ένα πακέτο.

- Το έφτιαξα για σας. Για να μη κρυώνετε.

Το κράτησε στα χέρια της, το περιεργάστηκε και ένα δάκρυ κύλησε από τα μάτια της. 

Αγάπησε η Βασιλική, ναι αγάπησε πολύ. Χάρισε τη καρδιά της και τη ζωή της σ' εκείνον. Όλα για εκείνον, για την αγάπη του, τον έρωτά του. 

Ήξερε από αγάπη η Βασιλική, από έρωτα, από πάθος. Το έζησε μέσα από τους γονείς της. Έτσι ήθελε κι εκείνη ν' αγαπήσει, έτσι το ονειρευόταν. 

Τον αγάπησε, τον παντρεύτηκε, του χάρισε ένα υπέροχο παιδί. Μια ζωή προσφορά αγάπης. Και περίμενε, κάθε χρονιά, περίμενε να λάβει κάτι που θα γέμιζε το γυναικείο της ρομαντισμό. Περίμενε στα γενέθλιά της, στη γιορτή της, στη γιορτή της μητέρας, όχι ένα δώρο, αυτό το είχε βγάλει από το μυαλό της, όμως πρόσμενε κάτι που θα φανέρωνε την αγάπη του για τη δική της καθημερινή αφοσίωση και φροντίδα, ένα λουλούδι κι ας ήταν κομμένο κι απ' το δρόμο, μια κάρτα με δυο λόγια, μάταια. Τα τελευταία χρόνια είχε πια σταματήσει να περιμένει. Το έβρισκε κι εκείνη πλέον περιττό. Είχε συνηθίσει κι η συνήθεια είναι η μεγαλύτερη δύναμη στη καθημερινότητα της ζωής. 

Και τώρα, τι; Κρατούσε στα χέρια της ένα κουτί που έκρυβε κάτι για εκείνη. Ανάκατα συναισθήματα τη πλυμμήρισαν. Ανατράπηκαν όλα μέσα της και δεν ήξερε αν άξιζε να λάβει ένα δώρο. Ένιωσε σαν παιδί, όπως όταν έπαιρνε στα παιδικά της τότε χέρια το δώρο του Άγιου Βασίλη.

- Σ' ευχαριστώ παιδί μου, να 'χεις την ευχή μου. 

Κλείνοντας τη πόρτα η τραπεζοκόμος, η Βασιλική άνοιξε το κουτί και κράτησε στα χέρια της ένα ζευγάρι μάλλινα τερλίκια για τα πόδια της. Ήταν σε χρώμα μπεζ με λευκο γουνακι στο τελειωμα. Τα φόρεσε και κοίταξε τα πόδια της με χαρά, ήταν τόσο κομψά και ζεστά ταυτόχρονα κι ήταν δικά της. 

Την είχαν σκεφτεί και μάλιστα αφιέρωσαν χρόνο για να της τα φτιάξουν. 

Μα δεν τα περίμενε, είχε κουραστεί να περιμένει. Ή μάλλον είχε πειστεί πως δεν έπρεπε να περιμένει. Ακόμη κι αν εκείνος ζούσε, δεν θα περίμενε. 


Βηθλεέμ Νασλα