Παρασκευή 22 Ιανουαρίου 2021

Βασιλική - Το δώρο που δεν ήρθε ποτέ! (της Βηθλεέμ Νασλα)

 




Άνοιξε τα παγωμένα βλέφαρά της με δυσκολία. Αν και σκέπαζαν το σώμα της δυο μάλλινες κουβέρτες από την προίκα της, εκείνη ένιωθε το κρύο να διαπερνάει όλο της το σώμα. Αποφάσισε να παραμείνει εκεί κουκουλωμένη στο σουηδικό κρεβάτι του δωματίου 69 που τη φιλοξενούσε τα τελευταία τρία χρόνια. Τα σχέδιά της όμως χάλασε η τραπεζοκόμος που χτύπησε τη πόρτα και μπήκε στο δωμάτιό της για να της αφήσει το πρωινό της γεύμα. 

- Καλημέρα κυρία Βασιλική και χρόνια σας πολλά.

Μα ναι, ήταν η πρώτη μέρα του χρόνου, η γιορτή της, άλλη μια χρονιά ξεκινούσε για εκείνη, μια χρονιά που δεν ήξερε αν θα τη χαρεί μέχρι το τέλος της.

- Καλημέρα κορίτσι μου, σ' ευχαριστώ πολύ, καλή χρονιά να έχουμε.

Η τραπεζοκόμος που το όνομά της ήταν Μαρία, τη πλησίασε και της έδωσε ένα πακέτο.

- Το έφτιαξα για σας. Για να μη κρυώνετε.

Το κράτησε στα χέρια της, το περιεργάστηκε και ένα δάκρυ κύλησε από τα μάτια της. 

Αγάπησε η Βασιλική, ναι αγάπησε πολύ. Χάρισε τη καρδιά της και τη ζωή της σ' εκείνον. Όλα για εκείνον, για την αγάπη του, τον έρωτά του. 

Ήξερε από αγάπη η Βασιλική, από έρωτα, από πάθος. Το έζησε μέσα από τους γονείς της. Έτσι ήθελε κι εκείνη ν' αγαπήσει, έτσι το ονειρευόταν. 

Τον αγάπησε, τον παντρεύτηκε, του χάρισε ένα υπέροχο παιδί. Μια ζωή προσφορά αγάπης. Και περίμενε, κάθε χρονιά, περίμενε να λάβει κάτι που θα γέμιζε το γυναικείο της ρομαντισμό. Περίμενε στα γενέθλιά της, στη γιορτή της, στη γιορτή της μητέρας, όχι ένα δώρο, αυτό το είχε βγάλει από το μυαλό της, όμως πρόσμενε κάτι που θα φανέρωνε την αγάπη του για τη δική της καθημερινή αφοσίωση και φροντίδα, ένα λουλούδι κι ας ήταν κομμένο κι απ' το δρόμο, μια κάρτα με δυο λόγια, μάταια. Τα τελευταία χρόνια είχε πια σταματήσει να περιμένει. Το έβρισκε κι εκείνη πλέον περιττό. Είχε συνηθίσει κι η συνήθεια είναι η μεγαλύτερη δύναμη στη καθημερινότητα της ζωής. 

Και τώρα, τι; Κρατούσε στα χέρια της ένα κουτί που έκρυβε κάτι για εκείνη. Ανάκατα συναισθήματα τη πλυμμήρισαν. Ανατράπηκαν όλα μέσα της και δεν ήξερε αν άξιζε να λάβει ένα δώρο. Ένιωσε σαν παιδί, όπως όταν έπαιρνε στα παιδικά της τότε χέρια το δώρο του Άγιου Βασίλη.

- Σ' ευχαριστώ παιδί μου, να 'χεις την ευχή μου. 

Κλείνοντας τη πόρτα η τραπεζοκόμος, η Βασιλική άνοιξε το κουτί και κράτησε στα χέρια της ένα ζευγάρι μάλλινα τερλίκια για τα πόδια της. Ήταν σε χρώμα μπεζ με λευκο γουνακι στο τελειωμα. Τα φόρεσε και κοίταξε τα πόδια της με χαρά, ήταν τόσο κομψά και ζεστά ταυτόχρονα κι ήταν δικά της. 

Την είχαν σκεφτεί και μάλιστα αφιέρωσαν χρόνο για να της τα φτιάξουν. 

Μα δεν τα περίμενε, είχε κουραστεί να περιμένει. Ή μάλλον είχε πειστεί πως δεν έπρεπε να περιμένει. Ακόμη κι αν εκείνος ζούσε, δεν θα περίμενε. 


Βηθλεέμ Νασλα


Άτιτλο (του Ιωάννη Τούμπα)


 Το μυαλό μας από κατασκευής έχει μια αίσθηση του χρόνου. Το τώρα που ζούμε, είναι ένα μίγμα από τις αναμνήσεις - εκείνες που θυμόμαστε- και το μέλλον που ονειρευόμαστε. Όπως πολύ σωστά είχε πει ο Επίκτητος, δεν έχει σημασία πως έχουν τα πράγματα. Σημασία έχει εσύ τι βλέπεις...

 Κοίτα γύρω σου τους ανθρώπους. 

Κάποιοι όλο τον κόσμο να γυρίσουν τίποτα δε θα δούνε  - όπως είπε ο ποιητής Καββαδίας - 

Γιατί βλέπουμε όλοι μας την πραγματικότητα

ανάλογα με το πως νοιώθουμε. 

Πρώτα κοιτάζουμε με την ψυχη και μετά βλέπουν τα μάτια μας. 

Το τώρα είναι οι αναμνήσεις μας 

και ο τρόπος που βλέπουμε το μέλλον. Έτσι εξελίκτηκε ο εγκέφαλος μας. 

Να έχει μνήμη και να προσπαθεί να προβλέψει το μέλλον.

Προσπάθησε λοιπόν να θυμάσαι τα όμορφα από το παρελθόν 

και κάνε όμορφα και αισιόδοξα όνειρα. Ειδικά αυτό. 

Κάνε όμορφα όνειρα... 

Και το τώρα θα γίνει πιο όμορφο.

Αν βρίσκεσαι σε δυσκολία λοιπόν. Κάνε ένα όνειρο. Και προχώρα προς την κατεύθυνση αυτή.

Σίγουρα θα φύγεις ένα βήμα απο τη δυσκολία που βρίσκεσαι.

Και θα συναντήσεις την ευτυχία. 

Ίσως όχι στο όνειρο αυτό καθεαυτό. 

Ίσως εκεί που δεν την περιμένεις.

Αν με κάποιο μαγικό τρόπο εμφανιζόταν ένας δαίμονας μπροστά μου... από ένα λιχναρι 

Και μου έλεγε πες μου μια επιθυμία σου... 

Θα του ζητούσα να μην πάψω ποτέ να έχω ένα όνειρο.

Πρέπει να έχεις ένα όνειρο...

Αν το καλοσκεφτείς... 

Η ζωή μας κραταει λίγο. 

Ζούμε πραγματικά για τόσο λίγο...

Και ξέρεις πότε ζούμε πράγματικα; Οταν βλέπουμε ένα όνειρο και είμαστε ξύπνιοι...

Τότε που η ζωή γίνεται λίγο ακόμα πιο όμορφη από όσο την είχαμε ονειρευτεί. 

Όλα τα άλλα μην τα λογαριάζεις για ζωή. 

Αν με κάποιο μαγικό τρόπο εμφανίζονταν ένας δαίμονας μπροστά μου... 

Να μην σταματήσω να ονειρεύομαι θα του ζητούσα...  

Πρέπει να έχεις ένα όνειρο...

Θα του έλεγα. 

 Ένα οποιοδήποτε όνειρο... 

Και όταν το όνειρο

θα σταματήσει 

να έχει  ένα σ'αγαπώ για τέλος.


Ιωάννης Τούμπας

Πέμπτη 21 Ιανουαρίου 2021

ΓΙΑ ΑΥΤΟ ΛΕΓΕΤΕ Η ΜΑΝΑ (του Θωμά Θύμιου)


Η μαυροφορεμένη μάνα μου

και τις Κυριακές σηκώνονταν λίγο πριν το χάραμα.

Ήξερε να ξεχώριζει καλά τον άνιθο με τον μάραθο,

το αγαθό από το πονηρό των ανθρώπων χαμόγελο.

Χόρευε στα κύματα, η μυλόπετρά* της, τα άλεθε όλα.


Ποτέ δεν ξεχώριζε τα δικά της τρία αγγελούδια…

και εμένα το στραβόξυλο, που τόσο την κούραζα.

Τα βράδια έσκυβε πάνω μου, με γλυκοφιλούσε,

έλεγε της Φοινίκης μύθο, με του Μέγα** νανούρισμα.

Βάφτιζε τους θαλασσόπονους αγάπη. Αυτή είναι Μάνα.


Δεν της κέντησα στίχους, το τραγούδι της εγώ έγινα.

Τα βράδια στο τζάκι, την ταραγμένη θάλασσα αγκάλιαζα.

Της τραγουδούσα, με ανοιχτά φτερά γύρω της χόρευα.

Πότε φτερούγιζα σαν αετός, πότε δρασκέλιζα σαν ελάφι.

Γεμάτη στοργή, χαμογελούσε. Αχ, πώς φώτιζε το σπίτι.

Χειροκροτούσε, φώναζε: “Όπα αλήτη μου, αγάπη εσύ”

Τα μάτια της φώς, δροσιά χαράς, η ψυχή της γιασεμί.


Το χαμόγελο μου, στα μάτια της, της αυγής το φως.

Ποίημα δεν έγραψα, στην ψυχή θερμό ήλιο την είχα.

Ήταν ο θεός μου. Οι θεοί δεν προσδοχούν ποιήματα.

Όσο ζούμε εμείς, το παιδί, το εγγόνι, αυτή δεν πεθαίνει

για αυτό λέγεται ΜΑΝΑ, με κεφαλαία γράμματα...


Θωμάς Θύμιος

*- μεταφορική έννοια, το στομάχι.

**- ονομάζεται σήμερα η πηγή του 3ου αιώνα π.Χ. της Φοινίκης.

Άτιτλο (της Γεωργίας Δεμπερδεμιδου)


Κάτι φταίει 

οι πληγές ανοίγουν

σαν να ήταν χθές

τα ρούχα νοτισμένα

μυρίζουν σαπίλα

έρημες  οι νύχτες

πίνουν σκοτάδια 

μέρες χαοτικές 

και ατελείωτη

η πίκρα στο στόμα

στο λαιμό ένας

καρφωμένος σωλήνας

καταπίνει αμάσητες φλέβες

εμμονικά μια φωνή 

σπάει  τα σπλάχνα 

συχνά οι μορφές

αλλάζουν θέση

κάποτε κρύβονται

στους πίσω κήπους

ή ξεκινούν  ταξίδι

και δεν γυρίζουν ποτέ 

ίσως ακόμη

μπορεί και να σωθούν


        Γεωργία Δεμπερδεμιδου

Τετάρτη 20 Ιανουαρίου 2021

Άγρια Ορχιδέα (της Νάνσυ Μπασδέκη)



Ριπές σχίζουν το όραμα

κι εσύ τρέχεις

να περισώσεις το άρωμά σου

ορχιδέα άγρια

πάνω στου βράχου τη σχισμή 

ζωγραφισμένες στα πέταλά σου 

ονειρεμένες καλλιγραφίες 

καθώς ο άνεμος σε πολεμάει

ταξιδιώτης αδίστακτος

γελώντας κραυγαλέα με την αδυναμία


γέλιο σαρκαστικό ηχεί

στήνοντας καρτέρι στην ελπίδα


εικόνα πορφυρή 

ο πόθος

νοτισμένος στο χάος

την θλίψη σου ζυγίζεις στα πλουμιστά ενώτια

φορώντας 

τα μαλλιά σου λυμένα

μαυρόφυλλα πλεγμένα 

χάδι στους ώμους σου 

ζεστό

μέχρι να'ρθεί η Άνοιξη

μητέρα των ανθών

την ειρωνία  να διαλύσει.


Νάνσυ Μπασδέκη