Δευτέρα 12 Οκτωβρίου 2020

Αλησμονιά (της Βίκυς Δρακουλαρακου)

 


Δεν εφάνης ακόμη αλησμονιά 

το τραύμα της γης μου να δρέψεις. 

Στο απροσμέτρητο της θλίψης ξεχάστηκες

το άσπλαχνο της ματαίωσης εξυμνάς 

του καλοκαιριού το ξέφτισμα επωάζεις.


Μήτε εσύ, 

αναστάσιμε πουνέντε φάνηκες 

τα στάχυα στα δεσμά να σκορπίσεις. 


Ολότρα στέκουν   

στο ηδύποτο ρουμπίνι του λιογέρματος.  

Φως ελλειπτικό 

στον καρτερικό ουρανό κρεμιέται

κι ένα φιλί σιωπηλό και ανεξόφλητο  

στου ασυνείδητου το επιστέγασμα.


Δεν φάνηκες ακόμη λησμονιά

κι η νύχτα της κόλασης 

κι αργεί να ξημερώσει


Βίκυ Δρακουλαρακου

''Συνομιλώντας με τον Arthur Rimbaud'




Άτιτλο (του Άντρος Νικολάου)



Θυμώνω.

Θυμώνω που εχτές 

σου είπα : Σ' αγαπώ 

στόν υπέρτατο βαθμό.

Αλήθεια ήταν.

Σήμερα όμως, σ' αγαπώ 

πιό πολύ από εχτές.

Μα, θυμώνω πιό 

πολύ, γιατί, αύριο 

θα σ' αγαπώ ακόμα 

πιό πολύ. 

Μεθαύριο, ακόμα 

πιό πολύ.

Αυτή η αγάπη, ένα 

αδιάκοπο, ασταμάτητο 

κρεσέντο.


Άντρος Νικολάου



Κυριακή 11 Οκτωβρίου 2020

Ο θεός μου χρωστούσε μια κολόνια (της Εύας Λόλιου)






Ποια γλυκύτητα άκουσε η νύχτα 

κι έγειρε μ' όλα της τα βρόχινα άστρα στην αυλή; 

Ποιο παιδικό κελάηδημα ήταν αρκετό 

για να στρέψει τους ουράνιους οφθαλμούς της 

στο μικρό μου γιασεμί; 

Μη  και ήταν άγγελος εκείνο το πουλί

 που στάθηκε  για μια στιγμή να δει την γύμνια ; 

Φυλλορροούσε κι έβλεπες τα πέταλά του

να τείνουν τις τοσοδούλες παλάμες τους 

τ' ένα προς το άλλο, 

άνοιγαν έπειτα καρτερικά τ' απαλά τους χείλη 

κι ασπάζονταν τα κόκκινα φώτα

 που γυάλιζαν σαν μανουάλια στον ουρανό..

Ύστερα ίπτανται κι έμοιαζαν στεφάνι ολάκερο 

που στόλιζε περιδέραιο χρυσό

 τ'  αιθέριο άρωμα τους τον Θεό.. 

Έτσι  το λοιπόν πέθανε,  ευλόγως

τρυφερά κι αθώα,

μες στο φθινόπωρο του δυο χιλιάδες είκοσι,

έτσι το λοιπόν,  ευαίσθητα κι αθώα..

Κι έγειρε, έγειρε τα γλυκά ματάκια του

μ' όλα της νύχτας τα βρόχινα άστρα στην αυλή

το μικρό μου γιασεμί..


Εύα Λόλιου

Απ' την καινούρια μου συλλογή πεζοποιημάτων

 '' Ο θεός μου χρωστούσε μια κολόνια ''





OΤΑΝ ΕΡΩΤΕΥΟΝΤΑΙ ΟΙ ΚΑΡΔΙΕΣ (της Άννας Πατσου)

 



Σχεδόν, τριάντα χρόνια, διαφορά

εκείνη, μοιάζει άνθος, που θα κόψεις

και εκείνος, στα σκοτάδια, αγκαλιά

κρατάει, ημερολόγια, μιας νιότης.


Στην έρημο, βρεθήκαν, της σιωπής

βροχές από φιλιά, υγρό, το πάθος

ό,τι ήτανε, γι’ αυτούς, το πιο σωστό

μοιραίο, για τον κόσμο, ήτανε λάθος.


Μα όταν, ερωτεύονται οι καρδιές

τα σώματα, γυμνά, σαν γίνονται ένα

μην ψάχνεις, των ματιών, τις ομορφιές

μα κοίτα, στης ψυχής σου, τα γραμμένα.


Σχεδόν, τριάντα χρόνια, διαφορά

φιλήθηκαν, Ανατολή με Δύση

και δάκρυσε ο ουρανός, τι συμφορά

γιατί, ως την αυγή, θα ‘χαν χωρίσει!..


Άννα Πατσου




Σάββατο 10 Οκτωβρίου 2020

Τα λουκέτα (του Γιώργου Βομπρα)

 


Τα λουκέτα μας πάντα εκεί 

καλά κλειδωμένα 

ένα γίναν με τα σίδερα 

Σκουριάσαν ....οξειδώθηκαν...

αλλά πάντα εκεί ερμητικά κλειστά 


Τού χρόνου απομεινάρια 

Να θυμίζουν υποσχέσεις 

στόν εαυτό μας....και σε άλλους 

Στους περαστικούς να μιλάνε 

για αγάπες περασμένων εποχών  

για αισθήματα πού αφού λευτερώθηκαν ...

κλειδωμένα ύστερα 

στων πουλιών τα περάσματα ...έμειναν 


Τώρα δίπλα στην θάλασσα....

μακρινό ταξίδι νοσταλγούν....

Μα η μοίρα τους τά 'ταξε...

εκεί μαζί με τα σίδερα 

να κάνουν το μακρύ ταξίδι 

της αποσύνθεσης....

Λευτερώνοντας κάποτε υποσχέσεις....

Σαν θυμιατά....


Γιώργος Βομπρας