Σάββατο 21 Μαρτίου 2020

Το παιδί της καρδιάς (της Μαρύσας Παππά)

"Ήταν ένα παγερό μεσημέρι του Φεβρουαρίου, ο αέρας
φυσούσε με μανία, το κρύο ήταν τσουχτερό έξω και οδηγούσα
αμέριμνα και ήρεμα, που και που χάζευα τα γκρίζα σύννεφα
του ουρανού και αναζητούσα να βρέξει.
Στο ραδιόφωνο του αμαξιού έπαιζε δυνατά το τραγούδι
«nightmare».
Ξαφνικά αντικρίζω μπροστά μου ένα πλήθος σταματημένων αυτοκινήτων,
κάπως άτσαλα παρκαρισμένα στην άκρη του δρόμου.
Επικρατεί μεγάλη ένταση, ένας άνδρας γύρω στα 45 στην μέση
του δρόμου, προσπαθούσε να σταματήσει τα διερχόμενα αυτοκίνητα
και να ζητήσει βοήθεια.
Μπροστά στα μάτια μου αντίκριζα έναν εφιάλτη.
Παρκάρω όπως όπως το αυτοκίνητό μου και κατευθύνομαι βιαστικά
προς το πλήθος των συγκεντρωμένων.
Κραυγές άναρθρες πόνου τρυπούσαν τα τύμπανα μου, αναφιλητά,
φόβος, ένταση, κλάματα. Εναλλαγή ανθρώπινων συναισθημάτων από την
μια στιγμή στην άλλη.
Η άκρη του ματιού μου ξαφνικά εντοπίζει μια γυναίκα να κάθεται
στην άκρη του δρόμου με μάτια κλαμένα, κάτασπρη, σχεδόν μισολιπόθυμη,
με το βλέμμα της να αγωνιά και να είναι καρφωμένο στο πλήθος.
Για κάποιον λόγο που αδυνατώ να κατανοήσω το καταραμένο το
ένστικτό μου με οδηγούσε προς εκείνη.
Την πλησίασα, αδυνατούσε να βγάλει ακόμα και μια συλλαβή.
Το βλέμμα μου στην συνέχεια καρφώθηκε στην άκρη του δρόμου,
εκεί που ένα παλικάρι κείτονταν και χαροπάλευε.
Οι αντιδράσεις του ελάχιστες και κανένας μας δεν μπορούσε να
καταλάβει την σοβαρότητα της κατάστασής του.
Το βλέμμα μου επέστρεψε σε αυτήν την αμίλητη γυναίκα.
Τα μάτια της μου έστελναν μηνύματα, λες και ήθελε να
μου εκμυστηρευτεί ένα μυστικό που κρατούσε κρυμμένο από όλους.
Πήγα κοντά της, της κράτησα το χέρι και χωρίς να
μου πει λέξη, έπεσε στην αγκαλιά μου και ένας χείμαρρος
δακρύων ξεχύθηκε μονομιάς από τα καστανά της μάτια.
Οι σειρήνες του ασθενοφόρου ακούγονταν όλο και πιο κοντά μας.
Έγινε η περισυλλογή του τραυματισμένου άνδρα και εκείνη με ικέτεψε
να πάω μαζί της στο νοσοκομείο.
Το ασθενοφόρο μπροστά μας έτρεχε με ιλιγγιώδη ταχύτητα
και εμείς από πίσω του. Το συναίσθημα της αγωνίας και
του φόβου ήταν ορατά στο πρόσωπο της γυναίκας που καθόταν
στο κάθισμα του συνοδηγού, που ούτε το όνομά της δεν γνώριζα.
Έξω από ένα χειρουργείο περιμέναμε αμίλητες ώρες ατελείωτες, εκείνη χωρίς να πιεί ούτε μια γουλιά νερό, μόνο κάπνιζε σαν τρελή.
Όσο πέρναγαν οι ώρες η αγωνία μας κορυφώνονταν.
Το βλέμμα της ήταν θολό και οι δυνάμεις τις άρχιζαν
πλέον να την εγκαταλείπουν. Ήξερε, μάλλον ένιωθε ότι τα πράγματα
εκεί μέσα δεν πάνε καλά.
Και αυτή η αναμονή την σκότωνε αργά αλλά σταθερά.
Μέχρι που η πόρτα άνοιξε και βγήκε εκείνος, που τόση
ώρα έδινε μάχη ανορθόδοξη εκεί μέσα.
Με μάτια βουρκωμένα τις ψιθύρισε «κάναμε ότι ήταν ανθρωπίνως δυνατό,
μα δεν τα κατάφερε ούτε εκείνος, ούτε εμείς».
Και εκείνη πλέον καταρρακωμένη, αφού πριν λίγα λεπτά είχε φύγει
από την ζωή ο πολυτιμότερος άνθρωπος για εκείνη βρήκε το
κουράγιο να μου εξομολογηθεί το μεγάλο της μυστικό, που ούτε
εκείνος δεν το είχε μάθει ποτέ: «ήταν ο μονάκριβος μου,
το παιδί της καρδιάς μου, τον πήρα όταν ήταν επτά μηνών.
Και τώρα μου έφυγε τόσο γρήγορα, δεν πρόλαβα να τον χαρώ,
κάποια κακή τύχη μου τον στέρησε.
Αντίο κορίτσι μου και σε ευχαριστώ για όλα».
Αντίο, της είπα και έφυγα με σκυμμένο το κεφάλι.
Σοκαρισμένη προσπαθούσα να συνειδητοποιήσω το μέγεθος της τραγωδίας της.
Έβαλα μπροστά το αμάξι μου και δεν ήξερα που πηγαίνω."

Μαρυσα Παππά


Μέσα στη στιγμή (της Κυριακής Δράκου)



Στον εξώστη της καρδιάς μας τα καράβια δίχως πανιά.
Βουίζει η προσπάθεια να φτάσουμε στη στάση,
την στιγμή που θα περάσει το τρένο της ευκαιρίας, της ανάγκης, της άνοιξης…
Πήρε το δοξάρι η στιγμή και ξεκίνησε να παίζει βιολί μπροστά μας,
μήπως την δούμε, μήπως την ζήσουμε χωρίς να ταξιδεύουμε στο παρελθόν ή στο μέλλον.
Με φωταγωγό την ενσυναίσθηση κοιτώ στα μάτια τον άνεμο.
Μια γαλάζια κηλίδα στην καρδιά του φεγγαριού έβαλε φτερά στον χρόνο,
μα του ζήτησε να σταματήσει για λίγο στα πέλαγα των ματιών του έρωτα.
Ο έρωτας χάθηκε μέσα στη στιγμή
και βρέθηκε μέσα στο πυρακτωμένο φεγγάρι να τραγουδά.
Το τραγούδι του στολίζει τις σκοτεινές διαδρομές με φως,
όταν η στιγμή του είναι ζωντανή και αληθινή.

Κυριακή Δράκου


Παρασκευή 20 Μαρτίου 2020

Πυξίδα μου το άγνωστο και προορισμός το ανέφικτο (Παντελής Χατζηκυριάκου)




Μάτια υγρά, χείλη σφιγμένα, ανάσα καυτή. Στέρεψε το οξυγόνο μου. Η απελπισία συσσωρεύτηκε σαν κόμπος στο λαιμό μου και η απογοήτευση ηχεί στα στήθη μου σαν μια ωρολογιακή βόμβα. Ακούω κάθε της χτύπο. Αισθάνομαι πια κάθε στιγμή να μετρά αντίστροφα για τη μεγάλη έκρηξη.
Νιώθω την ανάγκη να φύγω από εδώ, μ’ ακούς; Να κινήσω για ξένους ουρανούς και κόσμους αταξίδευτους. Για λιμάνια άγνωστα και νησιά αχαρτογράφητα. Να αποστασιοποιηθώ από οτιδήποτε γνώριμο, οικείο και ασφαλές. Να κάνω μια αρχή απαλλαγμένη από σταθερές, στεγανά και δικλείδες ασφαλείας.
Θέλω να πορευτώ στο άγνωστο, μακριά από την πεπατημένη. Να μηδενίσω σώμα, μυαλό, εμπειρίες και αναμνήσεις. Να ξεκινήσω να δημιουργώ έναν κόσμο καινούργιο· διαφορετικό από εκείνον που με γονάτισε και σταδιακά με διέλυσε. Να ζήσω σε μια εποχή στην οποία δε θα πασχίζω να ονειρευτώ, να ωραιοποιήσω και να πειστώ. Σε μια καθημερινότητα, που δε θα χρειάζεται να κλείσω τα μάτια μου για να καταφέρω να δω.
Εξαντλήθηκαν οι αντοχές μου, μ’ ακούς; Κουράστηκα να σκαρφαλώνω και να μη βλέπω την κορυφή. Βαρέθηκα να παραμυθιάζομαι και να ελπίζω στο αόριστο. Κουράστηκα να επουλώνω τα φτερά μου για τη μεγάλη πτήση, και πάντα, να είμαι εγώ αυτός που πέφτει στο κενό. Δεν έχω άλλο χρόνο για ενδιάμεσες στάσεις και δεύτερες σκέψεις, μ’ ακούς; Πόσες φορές ακόμα να μαζέψω τα κομμάτια μου και να ανασυνταχτώ; Με αυτά και με εκείνα, έχασα μισή ζωή.
Σε έναν κόσμο άδειο, θαμπωμένο από τους άψυχους προβολείς της νύχτας, δυσκολεύομαι πια να ξεχωρίσω το φως απ’ το σκοτάδι. Σε μια κοινωνία εμπορευματοποιημένη, προϋπολογισμένη και αριθμητικά δοσμένη, σε ποιον να μιλήσω για πραγματικούς θησαυρούς και αξίες ζωής; Πως να διακρίνω τα χρώματα της ελπίδας, της προοπτικής και της ευτυχίας, σε μια καθημερινότητα που ξεθωριάζει διαρκώς στις αποχρώσεις του μπλε, του πορτοκαλί και του μοβ; Επιλέγω λοιπόν την απομόνωση, από μια βάναυση τάξη πραγμάτων, στην οποία εγώ ήμουν πάντα μια δεύτερη επιλογή.
Ξεκίνησα. Το καράβι έλυσε και ανοίχθηκε για το μεγάλο ταξίδι. Πυξίδα μου το άγνωστο και προορισμός το ανέφικτο. Δεν ξέρω πού θα με βγάλει. Δεν έχω ιδέα για το αν ή το πότε θα δέσω στο επόμενο λιμάνι. Συνήθισα βλέπεις να ταξιδεύω έρημος και να ναυαγώ γελασμένος. Ξέρω όμως πια πολύ καλά, πως αν τελικά υπάρχει αυτό το καλύτερο αύριο που τόσο ονειρεύομαι, δεν μπορεί παρά να βρίσκεται κάπου εκεί έξω. Είμαι πια σίγουρος, πως αν η Ιθάκη αυτή για την οποία όλοι ψάχνουν, γράφουν και ρωτούν υφίσταται, από μόνη της στον κάβο μου δε θα φανεί ποτέ.





Άτιτλο (της Λουκίας Παπαδοπούλου)

Χρονια τωρα εβαζε μπουγαδες
δεν ηταν καθολου ευκολη υποθεση.
Ολολευκη η φορεσια της
και την ηθελε αψεγαδιαστη.
Βλεπεις το λευκο θελει προσοχη
ακομα και ο πιο μικρος λεκες
φανταζει ανησυχητικα πανω του.
Απλωνε τη μπουγαδα στους ουρανους
με τα διαφανα μανταλακια της συνειδησης
κι ετσι καπως ησυχαζε....
Μα  να, κατι τα κορακια  με  τις κουτσουλιες τους
κατι οι ανεμοι με τη σκονη τους
κατι ο ηλιος που επεμενε να την κιτρινιζει
κατι ο χρονος που τη γαριαζε και να, παλι  πλυσιμο!
Ειχε μαθει πια... ειχε ομως συμμαχους
το πιο ισχυρο απορρυπαντικο , τα συναισθηματα
το καλυτερο λευκαντικο, τα δακρυα
το πιο μυρωδατο μαλακτικο, το αιμα της καρδιας
και μετα παλι απλωμα  στους ουρανους....
Μεχρι που σκεφτηκε να γραψει σε μια ταμπελα:

***ΣΑΣ ΠΑΡΑΚΑΛΩ ΜΗ ΛΕΡΩΝΕΤΑΙ ΤΗ ΜΠΟΥΓΑΔΑ ΜΟΥ
ΚΟΥΡΑΣΤΗΚΑ ΝΑ ΠΛΕΝΩ ΤΙΣ ΒΡΩΜΙΕΣ ΣΑΣ***

Λουκία Παπαδοπούλου


Πέμπτη 19 Μαρτίου 2020

Ο ιστός (του Γιώργου Βομπρα)



Η φωνή σου σε λαβύρινθους
δικούς μου τριγυρίζει...
Σαν Σειρήνα έναν μέθυσο
Θησέα ξεμυαλίζει...

Ένα Όχι είναι ο μίτος
της Αριάδνης....
Θα τον ξετυλίξω, νά 'μπω μέσα
στα δίχτυα της αράχνης...

Το σπαθί μου βγάζω
κι όλο κόβω...
Μιά φωνή μού λέει... όχι, ....
..τρία γράμματα, πορώνω...

Ένας ίλιγγος μέ πιάνει
καθώς σβουρίζω...
Τις κλωστές απ' τον ιστό σου
σάν σπαθίζω....

Ένα όχι σου σέ σένα
μ' οδηγάει...
Μέ αυτό, και μεσ' τ' αυτιά μου
σ' ιστούς με πάει.......!

Γιώργος Βομπρας