Ταξίδι στο χώρο της ποίησης και του λόγου. Ένας χώρος έκφρασης ανοιχτός σε όλους.
Τετάρτη 22 Ιανουαρίου 2020
Ας ολοκληρώσουμε (του Βασίλη Σπανού)
Των ωρών μου το κατάμονον τέρας
ενηλικιώθη αποτόμως εψές βράδυ
βρίζοντας τα σπερματοδοχεία του σύμπαντος.
Πότε θ' αρπάξουν τα χερούλια της ανομβρίας
οι έναστροι αυτοκράτορες
που αιώνες τώρα πλαγιάζουν αμέριμνοι διερωτήθη.
Πότε θα φθάσουν επιτέλους στην ολοκλήρωση;
Τόση γονιμοποίηση περιμένει εδώ σε τούτον τον πλανήτη
μίαν μονάχα κίνηση
την κίνηση την Ηρακλείτια των αντιθέτων.
Παραπέρα δεν πάει, ο θάνατος είναι ολούθε τριγύρω
βιάζει και ασελγεί αδίκαστος ανερυθρίαστος σάτυρος
εκείνα που ώφειλαν
να προστατεύσουν οι κραταιοί οφθαλμολάγνοι.
Τα κράτη άλλα ρημάδια, κι' άλλα παμφάγα όρνεα,
εκτροχιασμένα τραίνα τα μεν κι' εργαστήρια ολέθρου τ' άλλα
μετρούν πτώματα η πωλούν πολέμους και φτώχεια.
Πόσον ανήλικα είναι τα βήματά μας ακόμη
παρότι ενηλικιώθηκαν οι βιβλιοθήκες κι' οι μέρες μας
από ποιήματα, ιστορία και φιλοσοφικά εγχειρίδια.
Τις ευθύνες παραπέμπουμε στους θεούς και στην μοίρα μας
αμφισβητούντες χασκογελώντας
πότε την λογική και πότε το συναίσθημα.
Είναι καιρός να ηχήσουν οι κώδωνες και οι σάλπιγγες
και οι συστοιχίες του εδώ και μη παρέκει
με οβίδες από πράξεις
να διαρρήξουν τον υμένα του μέλλοντος.
Βασίλης Σπανός
Και κάπως έτσι, χάθηκα στ’ άγνωστα νερά σου (Παντελής Χατζηκυριάκου)
Είχε πάρει να βραδιάζει κι εγώ βρισκόμουν ακόμη εκεί. Ξεχασμένος, από νωρίς, στην εξώπορτα της πολυκατοικίας να παρακολουθώ την καταιγίδα. Μαρμαρωμένος, κάτω από το ημίφως, βυθισμένος σε συναισθηματικά τέλματα κι επιλογές που ποτέ δε μου βγήκαν.
Πόσο καιρό είχα να αφεθώ στην αίσθηση μιας τέτοιας στιγμής; Βλέπεις μικρή μου, μπορεί ανέκαθεν η επαφή μου με τη φύση να αποτελούσε κίνητρο για μελαγχολία κι εσωτερικές εξορμήσεις, αλλά πάντα υπήρχε ένας λόγος για να αποφύγω μια τέτοια ενδοσκόπηση. Πάντα έβρισκα μια δικαιολογία για να μην κοιτάξω μέσα μου και αντικρίσω ολόγυμνη την αιτία που είχα τόση ανάγκη από αυτή την απόδραση. Το λόγο για τον οποίο ανέβαλα συνεχώς τη μεγάλη ανατροπή κρυμμένος πίσω από φθηνά προσχήματα και φυγόπονες προφάσεις.
Στεκόμουν εκεί. Παγωμένος, στη διαχωριστική γραμμή μεταξύ της ζωής που πάντα λαχταρούσα και της πραγματικότητας που με διέλυε αργά και βασανιστικά. Όρθιος, γεμάτος πληγές, παγιδευμένος στο λαβύρινθο της ατολμίας και του φόβου για το αβέβαιο. Εγκαταλελειμμένος από κάθε αίσθηση, με το βλέμμα χαμηλά, στοιχειωμένο από δεύτερες σκέψεις και καταπιεσμένα συναισθήματα. Ένα βήμα με χώριζε από όλα αυτά που καρτερούσα. Μια απόφαση. Μια κουβέντα που θα στήριζα επιτέλους στην πράξη ήταν το εισιτήριο για ένα καλύτερο αύριο.
Είχα ξεμείνει από χρόνια να περιμένω ένα σημάδι. Ένα κάλεσμα που θα μου έδινε τη δύναμη και το θάρρος να αποτινάξω τις αλυσίδες της επιφυλακτικότητας και της αδυναμίας και να τις βροντήξω επιτέλους στο πάτωμα σπασμένες. Να συνθλίψω τα δεσμά του συμβιβασμού και της αναβλητικότητας και να αδράξω επιτέλους την απρόβλεπτη και περιπετειώδη ζωή. Να ρισκάρω, να τολμήσω, να κερδίσω. Μια αφορμή περίμενα καρδιά μου. Ένα σου μήνυμα, που ήρθε τελικά την πιο κατάλληλη στιγμή.
Σήκωσα το βλέμμα μου και είδα τα προδομένα όνειρά μου να χορεύουν ξέφρενα και καταμουσκεμένα. Έκλεισα τις γροθιές μου και μέσα τους συνέτριψα κάθε ενδοιασμό και κάθε αμφιβολία. Βγήκα στο δρόμο και άφησα τη βροχή να κυλήσει στο σώμα μου καθάρια και να ξεπλύνει τις ανασφάλειες και τους δισταγμούς μου. Έκλεισα τα μάτια, άνοιξα τα χέρια, πήρα μια βαθιά ανάσα· και χάθηκα στα άγνωστα νερά σου.
Παντελής Χατζηκυριάκου
Τρίτη 21 Ιανουαρίου 2020
Η χαρά (της Πόλας Βακιρλη)
Δραπέτης ο ήλιος ανάμεσα στα σύννεφα
μαζί και τη χαρά μου σέρνει
Στ' απόβροχο δειλά δειλά να τη στεγνώξει θέλει
Κι ύστερα με του ουράνιου τόξου τις βαφές
σημαία γιορτινή να μου την ξεδιπλώσει
Και στ' ουρανού το διάσελο ψηλά να την καρφώσει
με ήχους παιανίζοντας, τη μοίρα προκαλώντας
σ' ένα χορό λυτρωτικό απ' των παθών το βρόχο
Σ 'ενα ταγκό νυφιάτικο στον ήχο του κλαρίνου
Τρεις δίπλες ήταν ο χορός κι η νυφη κρυσταλλένια
Πιάνει το χέρι του γαμπρού κι όλο γελάει ασήμια
Τη ραίναν πλατανόφυλλα του ήλιου οι θυγατέρες
Να ναι οι νύχτες αγκαλιές κι όλο φιλιά οι μέρες
Ν' ανθίζουνε οι κόρφοι της στο άγγιγμα της νύχτας
Κι εκεί ψηλά στον ουρανό να φτάνει η χαρά της
Να σμίγει με το κόκκινο του δειλινού το αίμα!
Πολα Βακιρλη
Αλλόκοτες συμπεριφορές ανθρώπων (της Μαρυσας Παππά)
Αλλόκοτες συμπεριφορές ανθρώπων.
Αλλοπρόσαλλα θέλω και μια ζωή αναστατωμένη, λίγο μπερδεμένη.
Ψυχές ανάκατες.
Καρδιές αξημέρωτες.
Ψυχές σακατεμένες.
Γεμάτες μαυρίλα μέσα τους.
Γεμάτες χειμώνα και αδιαλλαξία.
Πληγιασμένοι άνθρωποι.
Μαύρα κοράκια έτοιμα να σου κατασπαράξουν τα σωθικά.
Διψασμένοι για αίμα.
Μουδιασμένα χέρια και πόδια.
Δακρυσμένα μάτια γεμάτα θυμό.
Άλαλα χείλη, δεν μπορούν να κραυγάσουν.
Τρομάζει ο λύκος σου λέω με τέτοιους ανθρώπους.
Και ουρλιάζει μονάχος του στην κορυφή ενός βουνού
για να φοβηθούν οι άνθρωποι και να φύγουν.
Μαρυσα Παππά
Αλλοπρόσαλλα θέλω και μια ζωή αναστατωμένη, λίγο μπερδεμένη.
Ψυχές ανάκατες.
Καρδιές αξημέρωτες.
Ψυχές σακατεμένες.
Γεμάτες μαυρίλα μέσα τους.
Γεμάτες χειμώνα και αδιαλλαξία.
Πληγιασμένοι άνθρωποι.
Μαύρα κοράκια έτοιμα να σου κατασπαράξουν τα σωθικά.
Διψασμένοι για αίμα.
Μουδιασμένα χέρια και πόδια.
Δακρυσμένα μάτια γεμάτα θυμό.
Άλαλα χείλη, δεν μπορούν να κραυγάσουν.
Τρομάζει ο λύκος σου λέω με τέτοιους ανθρώπους.
Και ουρλιάζει μονάχος του στην κορυφή ενός βουνού
για να φοβηθούν οι άνθρωποι και να φύγουν.
Μαρυσα Παππά
Δευτέρα 20 Ιανουαρίου 2020
Καράβια τα όνειρα (της Κυριακής Δράκου)
Πηγαινοέρχεται η ζωή, τα όνειρα μας, η αυγή.
Μέσα στην γνώση αρμενίζει η ψυχή,
ψάχνει το φως,
μες την καρδιά να λυτρωθεί.
Καράβια τα όνειρα μας
και εμείς οι καπετάνιοι, οι ναυαγοί.
Δούλοι και αφέντες, του μικρού μας ταξιδιού,
για μια ελπίδα, μια ακτή ενός σκοπού.
Κυριακή Δράκου
Φωτογραφία: Γιώργος Παχύς
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)




