Τετάρτη 14 Ιουλίου 2021

ΛΙΟΓΕΝΝΗΤΗ ΚΟΡΗ (του Κυριάκου Δοσαρα)


 


Μου σώνονται τα λόγια τώρα

δεν έχω χρόνο πολύ

και τούτη η μέρα μου δόθηκε

το κρυσταλλωμένο νερό της πηγής

απάνω στα χείλη σου να στάξω.


Σταυρώνω τα χέρια μου τώρα

δεν έχω χρόνο πολύ

και τούτη η μέρα μου δόθηκε

να σου στείλω το σ 'αγαπώ μου

με τα δικά μου χείλη

γιατί το τώρα μοναχά μου ανήκει

και το αύριο ούτε η ίδια η ποίηση

δεν το καρτερά.


Πονάω ακόμη τώρα

δεν έχω χρόνο πολύ

και τούτη η μέρα μου δόθηκε

για να καρφιτσώσω στα χρυσά σου μαλλιά

την ανατολή του τόπου σου

και το λιόγερμα των δικών μου ονείρων.


Ουρλιάζω τώρα

δεν έχω χρόνο πολύ

και τούτη η μέρα μου δόθηκε

για να σε κρατήσω με την άκρη των δαχτύλων μου

να μην μου δραπετεύσεις πάλι

σαν τις κατάμονες λεπτές σκιές

που κυνηγώ απελπισμένος αργά τα βράδια.


Σε ικετεύω τώρα

δεν έχω χρόνο πολύ

και τούτη η μέρα μου δόθηκε

να σ ' αγαπήσω πιότερο ακόμη.


Ακούμπησε το δάχτυλό σου ήσυχα ήσυχα

επάνω στα νοτισμένα μου μάτια

και πες μου σε παρακαλώ λιογέννητη κόρη

πως μ ' αγάπησες 

όπως αγαπούν τα διαβατάρικα πουλιά

τον συρτό λυτρωτικό αχό 

της ροδοδάχτυλης αυγής

λίγο πριν το μεγάλο τους πέταγμα.


 Κυριάκος Δοσαρας

Τρίτη 13 Ιουλίου 2021

Άτιτλο (της Σωτηρουλας Τζιαμπουρη)



Της καρδιάς μου χορεύουν οι φλέβες. 

Σ' ένα χορό κεντημενο  μέσα από τα μάτια σου.


Αυτά τα ματια σου που με καλούν 

σ' αυτό το χορό των ψυχών. 


Σ' ένα ταξίδι διαδρομή στης 

ψυχής σου τον πόνο. 


Σ' αυτό το χορό των ματιών 

με βήματα, χάδια τον ήχο των δακρύων. 


Να γεμίζουν το πρόσωπο σου, 

να κυλάνε στο σώμα σου, στάχτες 

να γίνονται στης λησμονιάς τα χείλη. 


Υποφέρω!!!!!!


Θα χορέψουμε αυτό το χορό 

των ματιών σου ;;;;;


 Σωτηρουλα Τζιαμπουρη

ΠΑΝΤΑ ΜΕΣΑ ΜΟΥ ΚΑΤΙ ΚΛΑΙΕΙ (της Φιλαρετης Βυζαντίου)


 


Όλο το μεσημέρι 

 ο ίδιος περίεργος ήχος

''Μαμά, κάτι κλαίει''

''Ο άνεμος της λύπης είναι, μη φοβάσαι''

''Να τον πάρουμε μέσα;''

''Δεν φιλοξενείται ποτέ το δάκρυ 

  μήτε ο καημός του ανθρώπου, παιδί μου''


Όλο το μεσημέρι σκάλιζα τα άχυρα της μνήμης

Τη μορφή της έψαχνα

Πώς ξεθωριάζουν στου χρόνου τα απόφωτα

οι μορφές!

Πώς σβήνουν τα λόγια τους!

Πάντα μέσα μου κάτι κλαίει

Η ανάσα της;

Τα μάτια της;

Τα χέρια της;

Η ευωδιά της;

Η προσευχή της;

Ίσως όλα αυτά μαζί

Μα όλα για μένα

Το ξέρω καλά

Κι αυτό με πονάει


Στοργή 

Σκέφτηκα να ζυγίσω ένα - ένα γράμμα χωριστά

Αδύνατον

Είναι βαριά  αυτή η λέξη

Την νοιώθω μέσα μου να βουίζει

σαν τον λεβάντε των Κυθήρων

και σαν μελτέμι κυκλαδίτικο

Είναι βαριά αυτή η λέξη

Δεν σε αφήνει ποτέ να κινδυνεύσεις

από βέβαιο πνιγμό

από τον βέβαιο εαυτό σου

από κάθε αποκοτιά και κάθε τρελή σου επανάσταση


Όλο το μεσημέρι 

ο ίδιος περίεργος ήχος

''Μαμά, εσύ είσαι;''

''Μη φοβάσαι ...ετοιμάζω το άσπρο  φουστάνι

για την Κυριακή 

για το ποίημά σου

που στεγνώνει τα δάκρυά του στον ήλιο

για την αγάπη

που άνθισε και ψάχνει στήθος να ακουμπήσει 

τα μικρά της λουλούδια 

για σένα 

που πάλι ξέχασες να ποτίσεις την προσευχή μου ...''


Φιλαρέτη Βυζαντίου

[ Φ.Β. 0200704  '' ΦΩΣ  ΕΚ  ΠΕΤΡΑΣ''  2018-2020]

Δευτέρα 12 Ιουλίου 2021

"Κεράκι ρεσώ" (της Μαρίας Δημοτακη)


 


Ήταν πρωί και 

είχα ξεχάσει πως κάποτε 

είχα γίνει θάλασσα για σένα

να μπορώ να σε πάω ταξίδια,

στεφανωμένα με ηλίου στέμματα.

Κι αν πάλι δεν ήθελες θυμάμαι,

στεκόμουν εκεί ατάραχα,

να μπορώ να σε ακούω,

να σε συντροφεύω πανσέληνα.


Είχα γίνει αέρας κάποτε για σένα.

Να μπορώ να αγκαλιάζω

αυθαίρετα την ψυχή σου,

τάχα μου τυχαία.

Μα το άρωμά της

γινόταν αέρας κι αυτό

και σ' έχανα,

γινόσουν αερικό,

κι όλο αγρίευε η πεθυμιά μου να σε πιώ.


Και γινόμουν ξαφνική βροχή 

για να μπορώ να κυλήσω,

να ποτίσω,

αυτό που αναρριχόταν

πάνω σε όλες τις αισθήσεις μου,

ένα αρωματικό κόκκινο αγιόκλημα, 

το σώμα σου.

Μα εσύ, έτρεχες σε υπόστεγα

και ομπρέλες δανεικές

και γω έπεφτα κάτω

σε τσιμέντο τραχύ, 

άνοστο και νεκρό.


Και έγινα κεράκι ρεσώ,

σε κηροπήγιο γυάλινο 

διακοσμητικό,

που μία νύχτα τ'άναψες

από περιέργεια να δεις,

θάμπωσε,

μαύρισε το γυαλί, 

και έλιωσα εκεί.

Όσο με ήθελες,

τόσο άντεξα,

τόσο έγινα.

Και έσπασα. 

Δεν ξανάγινα τίποτα πια.


   Μαρία Δημοτακη                

Άτιτλο (της Κωνσταντίνας Σταθακοπούλου)



Βράδυ ξεκίνησαν οι σπασμοί.

Είχε μιαν υπερφόρτωση το σκοτάδι, έπλεε και η ατμόσφαιρα  σε μια διάχυτη διόγκωση…

Τότε ήταν που έσκισε το περίβλημα του το ποίημα

Και άρχισε να διαστέλλει τη μήτρα του νου.

Ειπωμένα και ανείπωτα, τινάχτηκαν από το σώμα του χρόνου και

Αιχμαλώτισαν με μια αλλόφρονη σιωπή τους νευρώνες της στιγμής.

Αποσύνδεσαν κάθε λειτουργία τους κι άρχισαν να συσπώνται ετοιμόκοποι στην τελευταία εξώθηση της κραυγής.

Δε θυμάμαι τίποτα μετά.

Μόνο τη φωνή σου στο μαξιλάρι να μου ψιθυρίζει:

- Πάρε βαθιά ανάσα και σπρώξε να βγει ο στίχος.

- Ό,τι μένει στον εγκλεισμό του, νεκρό γεννιέται.

Δεν μου 'πες όμως, πως εκεί που είναι η γέννα, εκεί είναι και η ταφή… 

Αυτό δεν μου το ‘πες


Κωνσταντίνα Σταθακοπουλου


Katia Chausheva Photography