Τρίτη 11 Μαΐου 2021

Άτιτλο (της Ευδοξίας Γουργιωτη)

 
Φίλησα κι εγώ
τον βάτραχό μου
και έκανα ένα βήμα πίσω
να δω τη μεταμόρφωσή του.
Τρία, δύο, ένα...τίποτα!
Τον ξαναφιλάω πιο
δυνατά αυτή τη φορά.
Περιμένω...αλλά πάλι
δεν έγινε κάτι.

Έμεινα με τα γυάλινα
γοβάκια στα χέρια μου. 
«Μα τι νόμιζες;» άκουσα 
μια φωνή να μου λέει. 
«Αλλάζει ο άνθρωπος 
στα ξαφνικά; Ψάξε για εκείνον που το ένστικτό σου, θα είναι από 
την αρχή καλό. Όσα φιλιά και να δώσεις, 
αν ο άλλος δε σε θέλει,
τούμπες να κάνεις μπροστά του, δε θα συγκινηθεί διόλου». 

Άκουσα τη φωνή μέσα μου, και πήρα το δρόμο της επιστροφής. Ούτε πρίγκιπα θέλω, 
ούτε άσπρα άλογα. Έναν άνθρωπο να με θέλει 
όπως τον θέλω κι εγώ. 
Αυτό μόνο.

   Ευδοξία Γουργιωτη

Δευτέρα 10 Μαΐου 2021

Ριζωμένα πρέπει (της Μαρίας Μηνά)



Δίπλα στη πόρτα
χρόνια έτοιμη η βαλίτσα.
Έβγαλε ρίζες  φράξαν την πόρτα.
Από το σπασμένο τζάμι
 κοιτούσα τους δρόμους .
Ορθάνοικτοι και φωτεινοί .
Από μακριά μου έγνεφαν ζώντας,
αυτοί που μου δίδαξαν 
πως να μη ζήσω .
Καλά  περνούσαν.
Πήγα να ξεκλειδώσω τη πόρτα
δεν είχα χέρια.
Πήγα να ξεφωνίσω δεν είχα στόμα.
Ρίχνοντας μια τελευταία ματιά
κατάπια τα μάτια μου.
Η καρδιά μάτωσε
λύγισαν τα γόνατα.
Μα δεν προσκύνησα.
Τη πλάτη όρθωσα και
 την γροθιά 
πριν ξεψυχήσω.


                       

Άτιτλο (της Κούλας Κραντα)



 Στερεψαν τα δάκρυα μάνα! Δεν είναι που πέρασε καιρός...
Είναι που έχει στενέψει ο χώρος των νεκρών... 
Οι άνθρωποι πεθαίνουν σε φυλακές μόνοι δίχως χέρι γνώριμο να τους κρατάει...
Μα και γεννιούνται πιά μόνοι μάνα!
Κλεισμένοι σε πέτρινα κελιά, 
ψάχνουμε μάταια από τα παράθυρα να δούμε  ήλιο  χαράς ν ανατέλλει...
Δεν ανταλλάσουμε χειραψίες 
ούτε αγκαλιαζομαστε όπως παλιά μάνα.
Μας φόρεσαν φιμωτρα σαν επικίνδυνα σκυλιά...
Μισεψαν τα χαμόγελα και γνωριζόμαστε μόνο από τα μάτια... 
Κοιμήσου εν ειρήνη μάνα! 
Σταμάτησα να κλαίω πια....

Κυριακή 9 Μαΐου 2021

Λευκή σημαία (του Γιώργου Τσιβελεκου)



Σαν ιστιοφόρο μ' άσπρα πανιά 
Να 'ρθει ντυμένη η ελπίδα 
Μέσα στα νοσοκομεία του κόσμου
Και στο χέρι μ' ανυψωμένη μια λευκή σημαία
Για να δείξει πως έρχεται εν ειρήνη 
Να κηρύξει εκεχειρία
Μεταξύ της αιώνιας πάλης
Ανάμεσα στη ζωή και τον θάνατο.  
-Γι' αυτό κι είναι λευκά τα νοσοκομεία.
Δεν είναι ψυχρά ή άψυχα.
Τη συμφιλιωτική τους διάθεση 
Προσπαθούν να δείξουν.
Η θάλασσα επιτέλους να ημερέψει
Και τα κύματα να κοιμηθούν στο ακρογιάλι,
Χωρίς παφλασμούς, ήσυχα κι ονειροπόλα
Με την αίσθηση πως βρήκαν
Σ' ένα κλειστό κοχύλι
Το μυστικό της αθανασίας,
Έπαψαν πια να γεμίζουν οι τάφοι με σώματα
Κι όσες ψυχές δεν πρόλαβαν να σωθούν,
Ένα άσπρο περιστέρι πέταξε ψηλά 
Να τις μαζέψει και να τις φέρει πίσω στη γη,
Γιατί ακόμα κι ο παράδεισος 
Εμπνευσμένος απ' το μεγαλείο της είναι.

ΜΙΚΡΗ ΚΛΩΣΤΗ (της Λίτσας Μοσκιου)

 



Εκείνες τις μέρες τις σκοτεινές

που έβρεχε ασταμάτητα

-που πλάι μου περπάτησες

σαν ένας άγνωστος τρελός

με μιαν ομπρέλα κλειστή

που τόλμησε να πολεμήσει

με πείσμα κι επιμονή

δικούς μου δαίμονες-

σ' αγάπησα...


Τις βιαστικές κινήσεις

των δαχτύλων σου

- που με αγωνία προσπαθούσαν

να δέσουν και να πλέξουν

εκείνη την μικρή κλωστή

γύρω απ' το χέρι μου 

την μικρή κλωστή λέει

που στην άλλη άκρη της

είχε δεμένο τον ήλιο-

πόσο τις λάτρεψα.


Λίτσα Μοσκιου