Δευτέρα 10 Μαΐου 2021

Άτιτλο (της Κούλας Κραντα)



 Στερεψαν τα δάκρυα μάνα! Δεν είναι που πέρασε καιρός...
Είναι που έχει στενέψει ο χώρος των νεκρών... 
Οι άνθρωποι πεθαίνουν σε φυλακές μόνοι δίχως χέρι γνώριμο να τους κρατάει...
Μα και γεννιούνται πιά μόνοι μάνα!
Κλεισμένοι σε πέτρινα κελιά, 
ψάχνουμε μάταια από τα παράθυρα να δούμε  ήλιο  χαράς ν ανατέλλει...
Δεν ανταλλάσουμε χειραψίες 
ούτε αγκαλιαζομαστε όπως παλιά μάνα.
Μας φόρεσαν φιμωτρα σαν επικίνδυνα σκυλιά...
Μισεψαν τα χαμόγελα και γνωριζόμαστε μόνο από τα μάτια... 
Κοιμήσου εν ειρήνη μάνα! 
Σταμάτησα να κλαίω πια....

Κυριακή 9 Μαΐου 2021

Λευκή σημαία (του Γιώργου Τσιβελεκου)



Σαν ιστιοφόρο μ' άσπρα πανιά 
Να 'ρθει ντυμένη η ελπίδα 
Μέσα στα νοσοκομεία του κόσμου
Και στο χέρι μ' ανυψωμένη μια λευκή σημαία
Για να δείξει πως έρχεται εν ειρήνη 
Να κηρύξει εκεχειρία
Μεταξύ της αιώνιας πάλης
Ανάμεσα στη ζωή και τον θάνατο.  
-Γι' αυτό κι είναι λευκά τα νοσοκομεία.
Δεν είναι ψυχρά ή άψυχα.
Τη συμφιλιωτική τους διάθεση 
Προσπαθούν να δείξουν.
Η θάλασσα επιτέλους να ημερέψει
Και τα κύματα να κοιμηθούν στο ακρογιάλι,
Χωρίς παφλασμούς, ήσυχα κι ονειροπόλα
Με την αίσθηση πως βρήκαν
Σ' ένα κλειστό κοχύλι
Το μυστικό της αθανασίας,
Έπαψαν πια να γεμίζουν οι τάφοι με σώματα
Κι όσες ψυχές δεν πρόλαβαν να σωθούν,
Ένα άσπρο περιστέρι πέταξε ψηλά 
Να τις μαζέψει και να τις φέρει πίσω στη γη,
Γιατί ακόμα κι ο παράδεισος 
Εμπνευσμένος απ' το μεγαλείο της είναι.

ΜΙΚΡΗ ΚΛΩΣΤΗ (της Λίτσας Μοσκιου)

 



Εκείνες τις μέρες τις σκοτεινές

που έβρεχε ασταμάτητα

-που πλάι μου περπάτησες

σαν ένας άγνωστος τρελός

με μιαν ομπρέλα κλειστή

που τόλμησε να πολεμήσει

με πείσμα κι επιμονή

δικούς μου δαίμονες-

σ' αγάπησα...


Τις βιαστικές κινήσεις

των δαχτύλων σου

- που με αγωνία προσπαθούσαν

να δέσουν και να πλέξουν

εκείνη την μικρή κλωστή

γύρω απ' το χέρι μου 

την μικρή κλωστή λέει

που στην άλλη άκρη της

είχε δεμένο τον ήλιο-

πόσο τις λάτρεψα.


Λίτσα Μοσκιου

Σάββατο 8 Μαΐου 2021

Καμιά φορά (του Σπήλιου Παναγιωτοπουλου)

 




Καμιά φορά θέλω να κλάψω, δίχως γιατί

έτσι όπως κλαίνε τα σκυλιά όταν πονάνε

καμιά φορά μεμψιμοιρώ από ντροπή

όταν μικρά παιδιά κατάφωρα πεινάνε.


Καμιά φορά θέλω να κλάψω σαν γατί

που η ρόδα βρήκε, μια νυχτιά, προτού να στρίψει

ψάχναμε μέρες, γύρω, στήναμε αυτί

μα δεν τα βρήκαμε ποτέ που τα ΄χε κρύψει.


Και για την φίλη, την πιστή μου, την καλή

πάνε δυο χρόνια φέτος τρία καλοκαίρια

μου ξεψυχούσε κάποια νύχτα σαν κι αυτή

και την κρατούσα ο αδαής σφιχτά στα χέρια.


Καμιά φορά θέλω να κλάψω στη σιωπή

για τα αδέσποτα που ξέμειναν στ΄ αγιάζι

με κατατρύχει κι η εικόνα είν΄ νωπή

εκείνον που 'δαμε στους κάδους να βουλιάζει.


Καμιά φορά θέλω να κλάψω σαν παιδί

κείνο που παίδευε ο ήλιος πριν ξυπνήσω

βέβηλες σφαίρες του τρυπούσαν την ψυχή

κι εμείς φωνάζαμε ''πάρτε τους όλους πίσω.''


Καμιά φορά θέλω να κλάψω σαν μωρό

αυτό που βρήκανε να κλαίει στα σκουπίδια

κι ομολογώ... πενθώ ακόμα τον χορό

που 'θελα τόσο μα κοιτούσα απ΄τα στασίδια.


Για τα χαμένα τα όνειρα μας τα λωλά,

κι όμως το δάκρυ μου αρνιέται να κυλήσει

και ίσως το δάκρυ μου να άλλαζε πολλά

αν τις εικόνες δεν τις είχε συνηθίσει.


Και έτσι ζητώ αν έχεις δάκρυα περισσά

κι αγνή καρδιά, κλάψε για τούτα και για 'μένα

ίσως μια χίμαιρα τα πάρει τελικά

και όλων τα δάκρυα μαζί, να γίνουν ένα.


Σπήλιος Παναγιωτόπουλος

Φεύγουν οι άνθρωποι (της Σοφίας Τανακίδου)




Φεύγουν οι άνθρωποι
οι αγκαλιές αδειάζουν
η μοναξιά κι ο πόνος
μες στη καρδιά φωλιάζουν.
Φεύγουν οι άνθρωποι
χωρίς ένα αντίο
στο νοτισμένο χώμα
αφήνουν το σαρκίο.

Που πήγε η δική σου
ψυχή για να τη δω;
Σε θάλασσα αρμενίζει
πετά στον ουρανό;

Ποιο κύμα μου την πήρε
και πλέει στα βαθιά
Ποιο άστρο την κρατάει 
και δεν το μαρτυρά.

Που πήγε η ψυχή σου
κανείς δεν απαντά
και έχει σκοτεινιάσει
ο νους και η καρδιά.

Φεύγουν οι άνθρωποι
μην κλάψεις μου 'χες πει
αν έχουν ζήσει λίγη,
μα αληθινή ζωή.
Φεύγουν οι ανθρώποι
κι αν φύγω πρώτα εγώ
κι εκεί θα σε προσέχω
κι εκεί θα σ´αγαπώ.

Μα το "εκεί" δεν ξέρω
το ψάχνω να το βρω
κι ακούω τη φωνή σου
λίγο πριν τρελαθώ.
"Μες στην ψυχή σου είναι
το μέρος που θα ζω"


Σοφία Τανακίδου