Παρασκευή 2 Απριλίου 2021

Η μυροφόρος Άνοιξη (της Συλιας Χαδουλη)



Μυστηριακοι ψαλμοί σταλαζουν μύρο αφεσης

στις αιμορραγουσες φλέβες της μυροφορου Άνοιξης

Το πετρωμενο  φιλι του Ιούδα χαράζει με κοκκινες σταγονες

στις λευκες σελίδες του ημερολογίου της αιωνιότητας

θεατρικές σκηνές ζωής και θανάτου

Καταδίκες σιωπής σκεπάζουν την Πύλη του Παραδείσου με χρυση σκόνη σκουριάς 

Αρχαίοι Θεοί δικάζουν τις λευκες ωρες αγαπης που δεν δόθηκαν

Εκείνες τις ωρες που η Άνοιξη βάδιζε με τον αραχνουφαντο χιτώνα της

κεντημένο  με τα χρωματα της νεογεννητης αυγής,

μεςα στις εποχες του χρόνου.

Τα λυτά μαλλια της στόλιζε  ενα στεφανι πλεγμένο με τις επτά μικρες Πλειαδες 

και ολάνθιστους λεμονανθους

Κοράλλια, κοχυλια και θαλάσσιες ανεμώνες 

εξαγνισμένα από την μήτρα της αρχαιας θαλασσας

αγκάλιαζαν τα κρινοδακτυλα της

Σκόρπιζε σπόρους αγαπης στο υγρό χώμα της χώρας 

των ανθρωπίνων τοπίων θλίψης  

Ευωδιαστοί άνεμοι δρόσισαν  με πικρό μέλι τα διψασμένα χειλη των λειμώνων της απουσίας 

Ιεροτελεστίες μυστικές υψώνουν υμνωδιες αισθήσεων και παραισθήσεων 

Έφηβος ηλιος σφραγίζει την ιερή τελετουργία 

της αφεσης και της λύτρωσης.


Συλια Χαδουλη

Franz Xaver Winterhalter

Πέμπτη 1 Απριλίου 2021

Στην οδό αμνησίας (του Νικόλα Παπανικολόπουλου)



Στην οδό Αμνησίας...

Εκεί τον γνώρισα.

Ήταν θυμάμαι εθνική εορτή...

Με κάλεσε να γιορτάσουμε

μαζί...

Όλη μέρα κουνούσαμε σημαιάκια,

τρέχαμε, γελούσαμε...

Όλη μέρα πάνω κάτω

βαδίσαμε παρέα..

Η ώρα πέρασε.. νύχτωσε...

Του πρότεινα να μείνει στο σπίτι

να συνεχίσουμε τη γιορτή.

Το δέχτηκε...

Γιορτάζαμε την πατρίδα μας

ως το πρωί...


Το πρωί έλειπε...

Πήγα.. τον βρήκα...

Στην οδό Αμνησίας

όπου τον πρωτοείδα..

Μου συστήθηκε πάλι

από την αρχή..

"Η πατρίδα" μου είπε

"σας χρειάζεται"..

κι εγώ που τόσο

τον είχα πλέον αγαπήσει,

"ναι" είπα..

"Είμαι διαθέσιμη

σε κάθε θυσία"...

Και τότε

με παντρεύτηκε...


Κάθε πρωί, έλειπε....

Τον έβρισκα πάντοτε στην ίδια οδό..

Ποτέ δε με θυμόταν το πρωί..

Τα βράδια μόνο, σα νύχτωνε..

με είχε έγνοια....Λίμναζε

καράβι τσακισμένο στην αγκαλιά μου.

και κάθε πρωί έφευγε...

Όλο και πιο μακριά...

Τουλάχιστον έτσι μου φαίνεται

καθώς περάσανε χρόνια..

Έπαψα να τον γυρεύω...

Περίμενα μόνη στο σκοτάδι,

να φανεί..

Έπαψε κι εκείνος

να λιμνάζει κάθε βράδυ.


Ένα βράδυ δεν ήρθε πια..

Δεν γύρεψα να μάθω..

Περίμενα με την πόρτα ανοιχτή...

Ύστερα σφράγισα την πόρτα..

Σφράγισα τα μάτια...

Σίγουρη πως είμαι μόνη,

άνοιξα το μπαουλάκι της καρδιά μου,

κι αράδιασα εμπρός μου

όλη μου τη ζωή...

Όνειρα παλαιά.. όνειρα ξεχασμένα...

Πριν ξημερώσει,

κουρασμένη να κλαίω στα γόνατα...

μπήκα στο μπαούλο

και τό  'κλεισα.... 


Νικόλας Παπανικολόπουλος

Άτιτλο (του Ιωάννη Τούμπα)





Τα βράδια δεν κοιμάμαι είπες. 

Δε μου λείπει όμως ο ύπνος.

Τα όνειρα

Που τα έβαλα για ύπνο

από νωρίς.

Κι εκείνα κάνουν

ότι κοιμούνται.


Αυτά μου λείπουν.


Δε θα ψάξω κάτι,

για  να σταματήσει ο πόνος απόψε είπες.

Θα σκοτώσω τον πόνο απόψε...


Ένα ταξίδι είμαστε σου απάντησα...

Και δε θα πάς πουθενά

οσο μένει ο εαυτός σου ο ίδιος.

Η ζωή -και κάποιες φορές ο θάνατος-

είν' ένα δώρο.

Όταν 

σταματήσεις να πονάς.


Τα όνειρα σου

 αληθινά μπορούν να γίνουν.

Αν  πιστέψεις σε αυτά.

Ποια είναι η αλήθεια;

Για ποια αλήθεια μου μιλάς; 

Ποια αλήθεια πονάει;

Κάποια στιγμή

ολοι κοιτάζουμε στο παρελθόν. Όλοι 

Γυρίζουμε πίσω

Και βλέπουμε ότι ήμασταν  ευτυχισμένοι.

Τότε.

Στα αλήθεια.

Και δεν το ξέραμε.


Διάλεξε που

και πως θα κοιτάζεις.

Την ομορφιά να βλέπεις μόνο όταν κοιτάζεις πίσω.

Την ομορφιά

Κι οταν κοιτάς μπροστά.

Η ομορφιά μιας στιγμής ονείρεμενης μπορεί ν' αξίζει πιο πολύ από το ίδιο τ' όνειρο.


Αν αγαπάς

Θα 'σαι σε τόπους και

σε μέρη ονειρεμένα

Και το  αύριο

από το σήμερα

Πολύ πιο όμορφο

θα μοιάζει.

Ένα ταξίδι είμαστε.

Για να πας μακριά

Το πρώτο βήμα είναι ν' αγαπάς.

Να αγαπάς όμως 

Κι εσένα. 

Κι εκείνο

τον εαυτό σου που αρνείσαι . 

Που συνέχεια αφήνεις πίσω.

Που απρόσκλητος σε ακολουθεί.

Και κάπου κάπου θα σε βρίσκει.


Σώπασες...


Δε θέλω κάτι

για να σταματήσει ο πόνος απόψε είπες.

Σήμερα θα νικήσω.

Θα σκοτώσω τον πόνο απόψε.


Ο πόνος και ο χρόνος δεν είναι δάσκαλοι από μόνοι τους. 

Η παύση του πόνου και το χάσιμο του χρόνου διδάσκουν. 

Έτσι... 

Πιο πολλά μαθαίνεις με μια αγκαλιά.

Κι Όταν δεν έχεις αυτή την αγκαλιά...

μάζεψε μέσα σου με μιαν ανάσα σου τον πονο όλου του κόσμου...

Ολων των ανθρώπων...

Ολων των ζώων.. Όλων των δέντρων... των πουλιών...

 Κι ετσι.. 

Όταν τον πόνο 

θα έχεις μοιραστεί... 

Δίχως να τον φοβηθείς... 


έτσι 

 που τον έκανες δικό σου 

μπορείς να τον σκοτώσεις... 

Χωρις να πεθάνεις μερικές φορές.


Ιωάννης Τούμπας

Τετάρτη 31 Μαρτίου 2021

Άσε κάτω τον μουσακα! (της Βηθλεέμ Νασλα)

 



Είχα καρδιά γαρούφαλλο 

έσταζε μόνο μέλι,

για 'σένα μόνο χτύπαγε

και φώναζε σε θέλει.


Τα μάτια μου τα άνοιγα

μόνο να σε κοιτάζω,

στον ύπνο μου τον βραδινό

εγώ να σε φωνάζω.


Σ' είχα εγώ κορώνα μου

αφέντη στη ζωή μου,

χατίρι δε σου χάλαγα

ήσουνα η ψυχή μου.


Μα φάνηκες αχάριστος

δε με γλυκοφιλούσες,

έσταζες δηλητήριο

και με ποδοπατούσες.


Με παρελθόν ασήκωτο

γυναίκες μύριες είχες,

πρόσθεσες κι εμένανε

στη συλλογή που είχες.


Σαν μέλισσες τις μάζευες

και περηφανευόσουν,

καρδούλες σε γεμίζανε

κι εσύ κοκκορευόσουν.


Χαράμι παν οι κόποι μου

κλεισμένη στη κουζίνα,

να μαγειρεύω φαγητα

ίσα με μια ντουζίνα.


Στην αγορά βγήκα λοιπόν

τα υλικά να φέρω, 

για να μπορώ το μουσακά 

καπέλο να σου φέρω. 


Βηθλεέμ Νασλα

Κάποτε ένας «δράκος» (της Βίβιαν Ασπροπουλου)

 



Κυλάει το ποτάμι της ζωής

και εσύ θαρρείς πως παρασύρει και τις σάπιες ρίζες

κι είναι της ψυχής σου το νερό καθάριο

 από μνήμες που χωλαίνουν τη χαρά σου... 

Στην κοίτη του αναμοχλεύονται 

και εσύ σαδιστικά κάποιες φορές θες να τις σκαλίσεις

όπως απόψε με τα νέα στις ειδήσεις...

Άγουρο παιδί που ήσουν ακόμη,

ζωντάνεψε από τα παραμύθια σου ένας δράκος με μορφή αγίου, που ήθελε την αθωότητα σου να λεηλατήσει... 

αμύνθηκες, το κακό αφουγκράστηκες, 

σύγχυση κυρίευσε την παιδική ψυχή σου, 

ο κόσμος σου άσχημος ξάφνου έγινε, 

έτρεξες, φοβήθηκες πολύ,

την στιγμή μυστικό την έκανες, την καταχώνιασες, 

θαρρούσες πως θα την ξορκίσεις

και του σπιτιού σου την γαλήνη, 

σου είπε ο δράκος πως αν μιλήσεις, 

με μιας θα την γκρεμίσεις...σιώπησες!

Φοβήθηκε κι ο δράκος τα τρομαγμένα σου ματάκια, 

δώρα σε γέμισε να εξαγοράσει τη σιωπή σου κι αποκοιμήθηκε...

ξύπνησε πιο επιθετικός, τότε που η νιότη άνθιζε στο εφηβικό κορμί σου...

Θυμήσου! 

Ύπουλα σου αφηγούταν ιστορίες ερωτικές,

να ξυπνήσουν τα κύτταρα της ηδονής, 

να αφεθείς στην βρώμικη την αγκαλιά του, 

να κάνει λάφυρο την αθωότητα σου... 

Εκείνο το μαρτύριο σε ποιον να το εξομολογηθεί το άγουρο παιδί, 

η έφηβη που καρτερούσε τον πρίγκιπα της να φανεί, 

να ζήσει τον έρωτα, το πάθος, την θεμιτή αγάπη;  

   Φραγμούς έβαζε η συνείδηση, σιγή-σιωπή,

οργίασε η φαντασία και έπλασε τρομακτικές εικόνες, 

λες συντέλειας του κόσμου θα ερχόταν αν μιλούσε...

δυνάμωσε το αίσθημα της φυγής από το πατρικό

κι όταν ήρθε ο πρίγκιπας που έπλασε στα όνειρα της, 

νόμισε πως τις σάπιες ρίζες 

το ποτάμι της ζωής θα αφάνιζε για πάντα...

Απόψε με τα νέα στις ειδήσεις,

σαδιστικά τις ξέβρασε του ποταμού η κοίτη,

και ξέρει πως η μόνη λύτρωση

είναι το μυστικό να ξεσφραγίσει,

κάποιο άγουρο παιδί να σώσει...

κάποιας έφηβης ευάλωτης τον φόβο να νικήσει, αν της τύχει, 

να βγει και να το διαλαλήσει, 

 οι δράκοι να κρυφτούν στα παραμύθια ! 


Βίβιαν Ασπροπουλου