Ταξίδι στο χώρο της ποίησης και του λόγου. Ένας χώρος έκφρασης ανοιχτός σε όλους.
Δευτέρα 13 Ιουλίου 2020
Ω, Μάνα (της Κατερίνας Μπαχαρη - Κουτσουνά)
Ω, ΜΑΝΑ !
Ω, μάνα που τα χείλη σου χαμογελούν ευθύνη!
Ω, μάνα, που τ´αστέρια σου σκεπάζουν την οδύνη !
Του ξάστερού σου τ´ούρανού ο θόλος μεγαλώνει
στο γέλιο του ύπνου του μωρού ,που ατόφιο σε θαμπώνει ......
Ω, μάνα η ηδονή σου, καθώς τη ρώγα του βυζιού δαγκώνει το παιδί σου
και τ´απαλό χεράκι τ´αγκαλιάζει, μ´ αδιάκοπο το ρούφηγμα τίποτα δεν το νοιάζει !
Το χόρτασε το γάλα σου, το γλύκανε η ψυχή σου, η αυγινή ευχή σου
σαν ήλιο, σαν αστερισμό, σαν μέλισσας το μέλι,
να´ρχονται κάθε δειλινό της νύχτας οι αγγέλοι,
να του φυτεύουν στ´όνειρο απέραντη ευτυχία,
ως το φεγγάρι τ´αργυρό, το γελαστό στην πρώτη ατυχία
να ζωγραφίζει μέσα σου το χαμογέλιο της χαράς....
Πλατειά να πέφτει η Άνοιξη στο καλωσόρισμά της ,
ν´ανοίγει τα φτερά της, θάλασσα στ´ άφρισμά της,
την αλισάχνη πρόσταγμα να ψήνει το κορμί,
καθώς τρανεύει το σκαρί κι αφήνεται σ´ορμή
μιας νιότης καλοκάγαθης κι αστραφτερής που ζει.....
Ω, μάνα, είσαι το στήριγμα κι η προσταγή μαζί !
Μάνα του αγέρα που έφεξε σαν πολικό αστέρι,
μάνα του νότου η ζεστασιά, το λιόγερμα της Δύσης,
το νου σου, την Ανατολή έξω να μην αφήσεις !
Εκείνο το νανούρισμα που πλάνευε τ´αυτιά του,
το λάγνο τ´άκουσμά του κι ας ήταν η ψευτιά του,
που του έγνεφε πως η ζωή χαρές είναι κι αστέρια,
που του έλεγε το πέταγμα χελιδόνια ή περιστέρια,
που σπαθαρούν μ´ανεμελιά, που σκιάζουν τα αιθέρια,
με τέχνη χτίζουν τη φωλιά, μ´αγάπη αντί μαδέρια,
που έφερνε τα μεταξωτά προικιά από την Πόλη,
φυλάκιζε τα όνειρα, να τα ζηλεύουν όλοι,
σαν τ´άπλωνε τις χαραυγές σεντόνια στα μπαλκόνια,
σαν ξάφριζε τα βλέμματα χωρίς καμμιά συμπόνια
κι έστελνε γράμμα μήνυμα με μηνυτές τ' αηδόνια
π´αγνάντευαν, π´ορκίζονταν να κελαϊδούν αιώνια
για ένα χειλάκι βύζαγμα, για ένα χεράκι αγάπη
στα πέντε αγγελοδάχτυλα, στη μοναχή ευτυχία ....
ασάλευτη, αδιαφέντευτη, μαγιάτικη ευωχία.........
Ω, μάνα των αστερισμών, των στεναγμών μου μάνα,
ας ήταν να μην άκουγα ποτέ μου την καμπάνα
του στεναγμού σου του στερνού, του χτεσινού, του αποσπερνού,
του ατέλειωτου, του αλλοτινού, της αστραπής πέρα από νου,
που αδέκαστος ορκίζεται στης ώρας σου τον τόκο, αλλού δε βρήκε τόπο,
παρά γαστέρα ορθάνοιχτη μονάχα τη δική σου, χαρά τρανή στον τρόπο,
που ευλόγησε ο έρωτας, που φίλησε η αγάπη, π´έδιωξε το σατράπη
της άδικης επέλασης στην αυγινή χαρά σου, μάτωσε το άρωμά σου
π´ομόρφαινε, που άγιαζε, που φύτευε η ΑΓΑΠΗ,
τρανή σαν το ψηλό βουνό, αγέραστη κι αιώνια !
Κατερίνα Μπαχαρη - Κουτσουνά
Κυριακή 12 Ιουλίου 2020
Αγάπησέ με (της Βίκυς Μπαλλου)
Θέλω να με πας στην αλάνα,
που έγδαρες πρώτη φορά το γόνατό σου.
Να ξεθάψεις την πέτρα
-εκείνη την πρώτη πέτρα-
που ανέντιμα σε μάτωσε.
Να προσποιηθείς πώς σκοντάφτεις ξανά,
να γελάσεις ειρωνικά
-τώρα πια είσαι μεγάλος!-
μα να εμφανιστεί η ίδια ρωγμή
ανάμεσα στα φρύδια σου.
Να πάρω την πέτρα,
να τη στύψω στο σώμα μου πάνω,
ένα να γίνουν τα κύτταρά μου με το αίμα σου.
Θέλω να σε πάω στην πλατεία
που έσπασε η πρώτη μου κούκλα.
Να ανέβω το σκαλοπάτι
-εκείνο το πρώτο σκαλοπάτι-
που ύπουλα με γέμισε παράπονο.
Να κάνω πώς πέφτω πάλι απ’ τα ψηλά,
να μην παθαίνω κάτι
-έχω ψηλώσει πια!-
μα σιμά μου να σκορπίζεται
λίγη μελαγχολία.
Να μαζεύεις τα σπασμένα ένα-ένα,
να κόβεται το δέρμα σου,
να θάβονται εντός σου.
Θέλω να με πας στο δρόμο
που άφησες τις βοηθητικές του ποδηλάτου σου.
Να σκαρφαλώσουν –σαν τότε-
τα πέλματά σου στο πετάλι,
να οργώνεις κάθε κατηφοριά
με τα χέρια στον αέρα,
να πνίγεται ολάκερη η φύση στο καμάρι.
Να συναρμολογήσω τις ρόδες ξανά,
ν’ αντικαταστήσω αυτές τ’ αυτοκινήτου μου.
Θέλω να σε πάω στην ακρογιαλιά
που έκανα το πρώτο μου κολύμπι.
Να βαδίζω αγκομαχώντας
προς τα άπατα,
να τα βάζω με τον ωκεανό τον ίδιο
κι οι γονείς μου απέξω να χειροκροτάνε.
Να κάνεις γούρνες τα χέρια σου,
να ξεδιψάσεις με τις σταγόνες
που αγκάλιασαν το πρώτο μου επίτευγμα.
Θέλω να με πας στο μαγαζί
που άρπαξες το παιχνίδι, που τόσο λαχταρούσες.
Να κατεβάσεις το βλέμμα
με την ίδια έντονη ενοχή,
λες και δεν έχουν περάσει τόσα χρόνια,
και να σύρεις το χαστούκι προς το πρόσωπο.
Να αρπάξω τ’ αυστηρό σου χέρι βιαστικά,
να σου φιλήσω την παλάμη
κι έπειτα, να στ’ αγοράσω με δικό μου χαρτζιλίκι.
Θέλω να σε πάω στο θρανίο
που αντέγραψα πρώτη φορά απ’ την διπλανή μου.
Να ξεστομίσω ανέντιμα στη δασκάλα
πώς εκείνη έφταιγε
κι όταν χτυπήσω με τον χάρακα το χέρι,
να τον πετάξεις μακριά
και να μου εξηγήσεις μ’ υπομονή
εκείνη την άσκηση,
που δεν μου έμαθε κανένας.
Θέλω να με πας στο δωμάτιο
που πλήγωσαν πρώτη φορά την αγάπη σου.
Να πεις πώς δεν σε νοιάζει πια,
πώς το ‘χεις ξεπεράσει,
κι όταν προσπαθήσεις να θάψεις
εκείνο το δάκρυ τ’ ατίθασο,
να κάνω τα χέρια μου φωλιά
για τον ωκεανό σου.
Θέλω να σε πάω στο παγκάκι
που μου ράγισαν πρώτη φορά την καρδιά.
Να δω ξεψυχισμένη
τη χαρά και την ελπίδα μου,
ν’ αντικρίσω κουρελιασμένη την αξιοπρέπειά μου,
κι όταν λυγίσω,
να με σηκώσεις ήρεμα στους ώμους σου
μαζί μ’ εκείνα τα ξεχαρβαλωμένα μου κομμάτια.
Κι αφού ενώσουμε
κάθε μας πόνο
κάθε μας νίκη
κάθε μας λάθος
κάθε μας παράπονο
κάθε μας αγάπη
κι αφού συστήσουμε
τα λάθη
τα ραγίσματα
και τις ανατολές μας,
τότε να πάμε σε μέρος
άγνωστο και για τους δυο
-μόνο για δυο.
Να σου πω
πώς θα σ’ αγαπώ
για το καθένα σου ξεχωριστά.
Να μου πεις
ειλικρινά
κι εσύ το ίδιο.
Να αποκριθούμε τελικά
πώς μόνο έτσι αξίζει
ν’ αγαπιούνται οι άνθρωποι.
Βίκυ Μπαλλου
Άτιτλο (της Βασιλικής Σταθοπούλου)
Δεν ξέρεις τι νιώθεις...
Εσύ που ήξερες πάντα δεν ξέρεις τι νιώθεις..
Κινείσαι αργά αλλά μηχανικά από τη μια..
Απ' την άλλη μοιάζεις σαν μαριονέτα σε σκοινί που το κουναει
η ζωή..Αυτή η πόρνη..
Νιώθεις ότι έχεις παγώσει από συναισθήματα...
Δεν νιώθεις ούτε μίσος ούτε αγάπη...
Τα χείλη σου κάνουν γκριμάτσες αηδιας..
Σιχαίνεσαι τα πάντα γύρω σου...
Τους γύρω σου...
Δεν ανεχεσαι ούτε κι αυτούς που δηλώνουν
ότι σ αγαπάνε..
Λες δεν νιώθεις ..Αλλά νιώθεις..Μια απίστευτη κουραση..
Σωματική που δεν κουνάει την ψυχή..
Ψυχική που δεν κουνάει το σώμα..
Νιώθεις τελικά...Αυτό το ρημαδι το κενό..
Αυτό το τίποτα που σου καίει το μυαλό..
Εσύ φταις θα πούνε πάλι..
Πάντα εσύ φταις για όλα εξαλλου....
Όλοι οι άλλοι που σε κατάντησαν έτσι τώρα ουδεμία
ευθύνη φέρουν...
Δεν σε νοιάζει πια..
Το μόνο που θέλεις είναι να παγώσεις...
Να μην αισθάνεσαι τίποτα...
Εξάλλου γιατί να αισθάνεσαι σ' έναν κόσμο
που γύρω σου καταρρέει μερα με την μερα?
Τι νόημα έχει?
Βασιλική Σταθοπούλου
Σάββατο 11 Ιουλίου 2020
Λογική (της Νέλλης Κουμεντάκη)
Ένα δάκρυ
που τρέχει μου ενισχύει
τις άγευστες λέξεις, λογικη
που αιωρείται και παγώνει τη σκέψη!
Που να φτάσει
το πρέπει να ξεγελάσει
τα θέλω, ν' αποτυπώσω στη μνήμη,
απατηλά να πιστεύω!
Να σε ποθώ
να μην σ' έχω, να παγώνω
μακριά σου, αγκιστρωμένη η σκέψη
ναυαγός στα ονειρά σου!
Λαθραία κινούμαι,
συντροφιά τη βροχή
στη ψυχή μου κατάσαρκα
να σε φορώ ολημερίς!
Ένα αγέρι στους ώμους
μ' αγγίζει δειλά, με συνεπήρε
η σκέψη σου μου λείπεις
τι βαθιά μοναξιά!
Νέλλη Κουμεντάκη
Η ΜΠΟΥΚΛΑ ΤΟΥ ΗΛΙΟΥ (της Φιλαρέτης Βυζαντίου)
Σηκώθηκε χαράματα
Τρύπωσε στη φυλλωσιά της ανατολής
Αθέατη στην πίκρα
Αόρατη για τον πόνο
Μηδαμινή μπροστά στο κάλλος της αναδυόμενης ημέρας
Έφερε στα χείλη της μια μπουκιά ζεστό ψωμί
Το φίλησε
Μετά το μοίρασε στα πετεινά του ουρανού
Αυτή δεν το χρειαζόταν
Αυτή ανήκε στους πεινασμένους της γης
Ξέπλεξε κατόπιν μια μπούκλα από την κόμη του ήλιου
Την πέρασε στο λαιμό της κόσμημα
Ανέπνευσε βαθιά
Η ζωή καθόταν κουλουριασμένη στα πόδια της
Φοβισμένη και απροστάτευτη
Την χάϊδεψε τρυφερά
Την αγκάλιασε
Έβγαλε προσεκτικά ένα καρφί από την μία παλάμη της
''Μη φοβάσαι'' της ψιθύρισε
Εμείς οι δυο μπορούμε να αλλάξουμε τον κόσμο
Κοιτάχτηκαν στα μάτια σαν ερωτευμένα παιδιά
Χαμογέλασαν με επιείκεια η μία στην άλλη
Και άρχισαν να σιγοσφυρίζουν έναν χαρούμενο σκοπό
Τί κι αν ο κόσμος δεν άλλαζε ποτέ;
Αυτές πίστευαν στην κλεμμένη μπούκλα του ήλιου ...!
Φιλαρέτη Βυζαντίου
''ΑΞΟΔΕΥΤΟ ΦΩΣ'' 2017-2020]
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)




