Ταξίδι στο χώρο της ποίησης και του λόγου. Ένας χώρος έκφρασης ανοιχτός σε όλους.
Κυριακή 26 Ιανουαρίου 2020
Αφανής ήρωας (της Άρτεμις Κριμιτσα)
Αφανής ήρωας η καρδιά,
μοναδικό της όπλο ο κτυπος
στις ραχοκοκκαλιες της μέρας τριγυρνά
με σφαίρες αγάπης οχυρωμένη
στην κάννη ενός τριαντάφυλλου ανθισμένη!!
"Άνθρωπο" υπομονετικά προσμένει
τον δύσβατο δρόμο της ειλικρίνειας
από το φαράγγι της αλήθειας
από το πυκνό δάσος του σεβασμού
ποιος θα τονε διαβεί,
με τις σφαίρες τις να τον πυροβολήσει
αγάπης χείμαρρος να πλημμυρίσει!!!
Λίγοι τολμούν να τονε δρασκελισουν
μα....όποιος τον καταφέρει
ενας άλλος ουρανός, πιο γαλανός
μες στη ψυχή του ροδοπέταλα,
η αγάπη θε να του φέρει!!!!
Άρτεμις Κριμιτσα
ΘΑΛΑΣΣΙΝΉ
Από την καλντέρα της ψυχής μου!!!
Σάββατο 25 Ιανουαρίου 2020
Τα άδεια ποιήματα (του Τάσου Βασιλειάδη)
Είναι κάποια Ποιήματα, ποιήματα άδεια,
Σαν κορμιά δίχως ψυχές…
Για αυτό, θρηνούν
τα βράδια παραπονεμένα, ποθώντας να γεμίσουν
νόημα οι άδειες τους λέξεις, να έχουν, επιτέλους,
κάτι να πουν….
Ένα τέτοιο άδειο ποίημα, είμαι και εγώ,
Τέτοια ποιήματα, γράφω και εγώ! Και θα
ήθελα πολύ, να γεμίσω νόημα, και εγώ,
και τα ποιήματα μου….
Για αυτό, σε ψάχνω, και θα σε βρω, ΘΑ ΣΕ ΒΡΩ,
Και θα γεμίσω τα γραπτά, τα λόγια, και την ζωη μου,
Με Νόημα!.... Και τότε, θα σε πάρω από το χέρι, και θα πάμε εκεί..
Εκεί, που όλα τα Νοήματα, φυσούν, σαν γλυκό απαλό
Αεράκι, πάνω από όμορφα, ανθοστόλιστα λιβάδια……
Που είναι όλα αυτά, μην με ρωτήσεις, αφού το ξέρεις…
Είναι μέσα
στις σκέψεις των ανθρώπων, μέσα και στις δίκες μου..Αλλά,
δεν χρειάζεται να σου πω, τίποτα άλλο..Θα το δεις μόνη σου,
Όταν θα έρθεις…
Τάσος Βασιλειάδης
Πότε γίναμε ποιητές; (της Ιωάννας Αθανασιάδου)
Πότε γίναμε ποιητές;
Νύχτα θολή ριζώσαμε σε χώματα άκαρπα.
Οι ρίζες μας άπλωναν με κόπο σε λέξεις δύσβατες.
Πάντα ένα μοναχικό μονοπάτι σκύλευε το πρόσωπό μας.
Γιατί και ο μόχθος της μέρας πολύς για να πλάσει το νόημά της
κι ο χρόνος των αγαλμάτων άλλαζε διαρκώς
ώστε δεν ξέραμε ποτέ την ηλικία τους
και πόσο ραγισμένη ήταν η καρδιά τους.
Όλα γύρω μας ήταν τόσο άγνωστα,
κι ατέλειωτοι οι αιώνες που έπρεπε να διαβούμε
για να συναντήσουμε το χτυποκάρδι των πουλιών.
Κρατούσαμε λίγο ουρανό στο χέρι μας,
γινόμασταν διάφανοι
κι αναρωτιόμασταν πόση νιότη έπλαθε τον πηλό της ψυχής μας.
Άχρονοι προχωρούσαμε
σε θάλασσες απέραντες,
ναυαγοί, περπατούσαμε λέφτεροι στον βυθό.
Ανασαίναμε τη δροσιά των ονείρων,
συλλαβίζαμε σαν για πρώτη φορά τις λέξεις,
πλάθαμε με το σχήμα και το χρώμα τους το πρόσωπό μας.
κι ο κόσμος ξεκινούσε απ’ την αρχή.
Ιωάννα Αθανασιαδου
Παρασκευή 24 Ιανουαρίου 2020
Δεν έχω την ικανότητα (της Αγγέλας Ντελια)
Δεν έχω την ικανότητα να ομορφαίνω τα πράγματα, αντίθετα...
Κάθε σκιά, ξέρω να την κάνω σκοτάδι...
Κάθε πληγή, την κάνω πόλεμο...
Κάθε πόνο, να τον κάνω σταύρωση...
Κάθε δάκρυ, το κάνω τρικυμία...
Κάθε αβεβαιότητα, να την κάνω καημό...
Κάθε σιωπή, την κάνω τάφο...
Κάθε αδικία, να την κάνω χρώμα λευκό...
Κάθε απάρνηση, την κάνω αιώρηση στον καιρό...
Και κάθε λέξη απροστάτευτη, την κάνω κι από έναν θάνατο!
Αγγέλα Ντελια
Κάθε σκιά, ξέρω να την κάνω σκοτάδι...
Κάθε πληγή, την κάνω πόλεμο...
Κάθε πόνο, να τον κάνω σταύρωση...
Κάθε δάκρυ, το κάνω τρικυμία...
Κάθε αβεβαιότητα, να την κάνω καημό...
Κάθε σιωπή, την κάνω τάφο...
Κάθε αδικία, να την κάνω χρώμα λευκό...
Κάθε απάρνηση, την κάνω αιώρηση στον καιρό...
Και κάθε λέξη απροστάτευτη, την κάνω κι από έναν θάνατο!
Αγγέλα Ντελια
Αφηστε με να βγω (της Εύας Λόλιου)
Πώς μπήκα σ' αυτόν τον κόσμο; Ποιος μ' έβαλε; Ζω χρόνια τώρα σε μια σωρό κοπριά, γεμάτος ψείρες. Κρύβομαι απ' τα άλλα σκυλιά, βλέπεις έχουμε πόλεμο, ανάμεσα στα αδέσποτα και τους ανθρώπους με τα λουριά στα χέρια.
Κάποιος μου κρύβει τον ήλιο επίτηδες.
Τα κτίρια είναι πολύ ψηλά, επίτηδες..
Αφήστε με να βγω!
Ψάχνω απεγνωσμένα τις νύχτες να βρω τον θεό, να του πω το παράπονό μου.Έστω έναν άνθρωπο με μπόλικη καρδιά να μ' ακούσει. Μα κάθε που συναντώ κάποιον και του μιλώ, το βάζει στα πόδια ή μου πετάει πέτρες.
Τα φώτα με τυφλώνουν, μ' αρρωσταίνουν καθώς τρέχουν στους δρόμους. Χωροφύλακες είναι, σέρνουν πίσω τους μεγάλα κλουβιά. Κλείνω τα μάτια να μη με βρουν στο σκοτάδι.
Δε συμφωνώ με τον πόλεμο, αγάπη ζητώ.
Μα εκείνος που με έβαλε, μ' άφησε ορφανό χωρίς να με δώσει σ' ένα από τούτα τα όμορφα σπίτια, με τις χαρούμενες ουρές και τα κατεβασμένα αυτιά στις αυλές. Δε ζηλεύω, χαίρομαι που υπάρχει θεός κι άνθρωπος για εκείνα. Τον δικό μου ψάχνω χρόνια τώρα, μα κάποιος μου έκρυψε το φεγγάρι, επίτηδες..
Από που ξεκινούν οι αναμνήσεις μου;
Θυμάμαι μια υγρή γλώσσα που έγλυφε την μουσούδα μου, μια παγωμένη μύτη να μ' οσμίζεται και δυνατά δόντια να με αρπάζουν απ' το λαιμό, χωρίς να πονώ. Να περάσουμε την λεωφόρο, φτάνοντας εκεί που ζούνε άνθρωποι σε σκηνές, με τις μεγάλες φωτιές στα βαρέλια και την μυρωδιά του ωμού κρέατος στον αέρα.
Έπειτα θυμάμαι μια μεγάλη χούφτα που μ' έπιασε με ορμή και έτρεχε, έτρεχε, αφήνοντας πίσω την γλώσσα ματωμένη στην άσφαλτο. Ξύπνησα σε μια βρώμικη γη, χωρίς στοργή.
Ψάχνω να την βρω χρόνια τώρα στον ίδιο δρόμο αλλά και σε άλλους πιο μακρινούς. Μα μάταια...
Να ρωτήσω την χούφτα γιατί με άφησε σε αυτόν τον κόσμο;
Ποιος θεός την έβαλε να με σώσει;
Σήμερα είναι μια νύχτα χωρίς σκοτάδι.
Δε κλείνω τα μάτια μου.
Μήπως κ. χωροφύλακα έχετε μπόλικη καρδιά;
Μήπως είστε εσείς ο άνθρωπος ή ο θεός που χρόνια γυρεύω;
Και νόμιζα πως θα έβρεχαν τα μάτια σας σήμερα τόσο δα ήλιο, να τελειώσει ο πόλεμος..
Αφήστε με να βγω!
Εύα Λόλιου
Κάποιος μου κρύβει τον ήλιο επίτηδες.
Τα κτίρια είναι πολύ ψηλά, επίτηδες..
Αφήστε με να βγω!
Ψάχνω απεγνωσμένα τις νύχτες να βρω τον θεό, να του πω το παράπονό μου.Έστω έναν άνθρωπο με μπόλικη καρδιά να μ' ακούσει. Μα κάθε που συναντώ κάποιον και του μιλώ, το βάζει στα πόδια ή μου πετάει πέτρες.
Τα φώτα με τυφλώνουν, μ' αρρωσταίνουν καθώς τρέχουν στους δρόμους. Χωροφύλακες είναι, σέρνουν πίσω τους μεγάλα κλουβιά. Κλείνω τα μάτια να μη με βρουν στο σκοτάδι.
Δε συμφωνώ με τον πόλεμο, αγάπη ζητώ.
Μα εκείνος που με έβαλε, μ' άφησε ορφανό χωρίς να με δώσει σ' ένα από τούτα τα όμορφα σπίτια, με τις χαρούμενες ουρές και τα κατεβασμένα αυτιά στις αυλές. Δε ζηλεύω, χαίρομαι που υπάρχει θεός κι άνθρωπος για εκείνα. Τον δικό μου ψάχνω χρόνια τώρα, μα κάποιος μου έκρυψε το φεγγάρι, επίτηδες..
Από που ξεκινούν οι αναμνήσεις μου;
Θυμάμαι μια υγρή γλώσσα που έγλυφε την μουσούδα μου, μια παγωμένη μύτη να μ' οσμίζεται και δυνατά δόντια να με αρπάζουν απ' το λαιμό, χωρίς να πονώ. Να περάσουμε την λεωφόρο, φτάνοντας εκεί που ζούνε άνθρωποι σε σκηνές, με τις μεγάλες φωτιές στα βαρέλια και την μυρωδιά του ωμού κρέατος στον αέρα.
Έπειτα θυμάμαι μια μεγάλη χούφτα που μ' έπιασε με ορμή και έτρεχε, έτρεχε, αφήνοντας πίσω την γλώσσα ματωμένη στην άσφαλτο. Ξύπνησα σε μια βρώμικη γη, χωρίς στοργή.
Ψάχνω να την βρω χρόνια τώρα στον ίδιο δρόμο αλλά και σε άλλους πιο μακρινούς. Μα μάταια...
Να ρωτήσω την χούφτα γιατί με άφησε σε αυτόν τον κόσμο;
Ποιος θεός την έβαλε να με σώσει;
Σήμερα είναι μια νύχτα χωρίς σκοτάδι.
Δε κλείνω τα μάτια μου.
Μήπως κ. χωροφύλακα έχετε μπόλικη καρδιά;
Μήπως είστε εσείς ο άνθρωπος ή ο θεός που χρόνια γυρεύω;
Και νόμιζα πως θα έβρεχαν τα μάτια σας σήμερα τόσο δα ήλιο, να τελειώσει ο πόλεμος..
Αφήστε με να βγω!
Εύα Λόλιου
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)




