Κυριακή 29 Δεκεμβρίου 2019

Άτιτλο (της Μαρίας Νάντη)

Μα Τον Θεό,
αν ήμουν Τυφλή,
θα ορκιζόμουν ότι είστε
λυσσασμένα σκυλιά

έτσι όπως σας ακούω
να τρώγεστε μεταξύ σας ...

Όμως τώρα που βλέπω,

μετά λύπης μου γνωρίζω
πως είσαστε άνθρωποι ...


Μαρία Νάντη



Σάββατο 28 Δεκεμβρίου 2019

Η ζωγραφιά της λίμνης (της Σοφίας Τριανταφυλλίδου)



Πήγαμε στην λίμνη.
Η μαμά επέμενε. Ήμασταν τέσσερις.
Εγώ, η μαμά, ο missa το αγαπημένο μου αρκουδάκι και εκείνος που στο σπίτι
τον φώναζα ''πατέρα".
Ο missa δεν συμφώνησε ποτέ μ' αυτό το όνομα, ήθελε να  τον φωνάζουμε
"τρόμο", ίσως επειδή εκείνος τον κλώτσαγε και τον έβριζε κάθε φορά, που τον συναντούσε μες στο σπίτι.
Εμένα δεν μ' ακούμπησε ποτέ, η μάνα φρόντιζε να με κρύβει πολύ καλά...
Οταν εκείνος γύρναγε στο σπίτι και μύριζε ποτό, εκείνη κατέληγε πάντα με μεγάλες μελανιές στο σώμα της και σημάδια από τις παλάμες του στο πρόσωπό της.
Όταν εκείνος κοιμόταν εκείνη έκλαιγε ασταμάτητα και όταν την ρωτούσα;
_ "Γιατί κλαις; Γιατί έχεις σημάδια;"
Εκείνη  μου έλεγε ότι ο μπαμπάς είναι μεγάλος ζωγράφος και την ζωγραφίζει, τίποτα δεν είναι αληθινό από όλα αυτά, σκιές και χρώματα είναι, ακόμη και τα δάκρυα ψεύτικα είναι.
Εκείνη την μέρα στην λίμνη, ο πατέρας κωπηλατούσε κατσουφιασμένος,
εκείνη δεν έβγαζε άχνα και εγώ κρατούσα το αρκουδάκι μου σφιχτά στην αγκαλιά μου.
Ξαφνικά ακούγεται ένας δυνατός θόρυβος, εκείνος πέφτει στην λίμνη και βυθίζεται.
Η μητέρα πετά με δύναμη στην λίμνη το βαρύ αντικείμενο που  κρατούσε, από αυτό  είχε ακουστεί ο κρότος.
Αρπάζει τα κουπιά και αρχίζει να κωπηλατεί ασταμάτητα, κοιτώντας μόνο μπροστά.
Εγώ κοιτώ κάτω από την βάρκα. 
Η σκιά του πατέρα που κωπηλατεί θυμωμένα είναι ακόμα εκεί.
Σήμερα ζωγράφισε η μαμά!

Σοφία Τριανταφυλλίδου






                             

Πλάνο ζωής (του Αποστόλου Α Φεκατη)


Και τότε έσκυψε και είδε
πως καθυστέρησε να ζήσει
πως καθυστέρησε να ονειρευτεί
πόση αργή πορεία είχε ο έρωτας
πως ένα μπλέ κορμί αρνήθηκε την βροχή
πως ο ουρανός στα στήθια της
ποτάμι μυρίζει.

Και τότε έσκυψε και είδε
πως καθυστέρησε η θάλασσα χρώμα ' αλλάξει
πως καθυστέρησε η ζωή νόημα στις ψυχές
να δώσει
πόση αργή πορεία είχαν τα μάτια της στο φως
πως ο ήλιος της πληγώθηκε στα συρματοπλέγματα του

Και τότε έσκυψε και είδε
πως καθυστέρησαν να συναντηθούν οι μοίρες
πόση αργή πορεία είχε η γεύση της Άνοιξης .
Πως το πλάνο της ζωής δεν ήταν έτοιμο..


Απόστολος Α. Φεκατης






Παρασκευή 27 Δεκεμβρίου 2019

Άτιτλο (της Αντριανας Περικλέους Ονουφρίου)

Μήν ψάχνεις την αλήθεια.
Έχει χαθεί στις παρυφές
του σκότους της προσποίησης
και της ανειλικρίνειας!!!
Κι εσύ ταξιδευτής του ονείρου,
κείτεσαι σε τσουρουφλισμένο
πέπλο αγάπης με χέρια
υψωμένα στο άπειρο κυνηγώντας
χείμερες ελπίδας.
Μια κραυγή βγαίνει απ την γη.
Κόσμος ξένος, αέναος, μικρός.
Άνθρωποι σκόρπια κουφάρια, ψυχή
χλωμή, πνοή λευκή,
χείλη ερμητικά κλειστά.
Λέξεις ανείπωτες, ξεφτισμένα  φτερά,
Πώς να πετάξεις;; Πώς;;;;


Αντριάνα Περικλέους Ονουφρίου





ΤΑ ΜΑΤΙΑ ΣΟΥ (της Τζένης Τσιουγκου)



Ένα μυστήριο διαπέρασε τον απαλό άνεμο,
σαν μια χαραυγή να φώτισε το σκοτάδι της νύχτας…
Μυστικές λέξεις ήχησαν στην απέριττη σιωπή,
μια αναταραχή άγγιξε τ’ αλμυρό νερό
και μια γλυκιά ανατριχίλα αγκάλιασε το κορμί.

Μια γοργόνα χόρεψε στον βυθό της θάλασσας,
στις σπηλιές των νησιών η ηχώ του έρωτα χάιδεψε τα κοχύλια
και οι γλάροι φτερούγησαν ξένοιαστοι στους αιθέρες.

Αναπνοές ζωής τραγούδησαν για την άνοιξη
κι ένα αηδόνι κελάηδησε στης νύχτας τ’ αστέρια.
Ένα αστέρι έπεσε
και φώτισε βιαστικά την απεραντοσύνη του κόσμου.
Μια αναπόφευκτη επιθυμία αναστάτωσε το κορμί
κι ένας πόθος χρωμάτισε κόκκινη την σελήνη.

Μια στιγμή μονάχα και η γη ξεκίνησε να γυρνά απ’ την αρχή,
ένα φως και οι γαλαξίες αναστήθηκαν,
μια γλυκιά μελωδία
και οι εποχές πλημμύρισαν αρώματα απόκοσμα…
Κι όλα άλλαξαν σε μια στιγμή…
Μια στιγμή αλησμόνητη στου χρόνου το χάος,
μια στιγμή δημιουργημένη απ’ τα μάτια σου.
Μια λάμψη ξαφνική και μια έκρηξη πάθους
που μ’ έντυσε με του έρωτα τα φιλιά….
Ένα βλέμμα από σένα και μια άνοιξη ανθισμένη στα μάτια σου…
Όλα φερμένα απ’ τα μάτια σου, όλα για τα μάτια σου…
Τα εξαίσια μάτια σου…


Τζένη Τσιουγκου