Κυριακή 1 Δεκεμβρίου 2019

Το φύλλο το κίτρινο το χρυσό (της Πόλυς Μίλτου)


Φύλλο κίτρινο χρυσό, ξεχωριστό.
Δε σημαίνει τίποτα το λαμπερό σου χρώμα.
Προσπάθησες πολύ να βάλεις την πιο χαρούμενη όψη.
Να γίνεις ελκυστικό στα βλέμματα
Προσπάθησες να φέρεις ένα μήνυμα ειρήνης.
Όμως...
Ο αέρας σού φέρθηκε άδικα.
Άλλα, φύλλα ξερά, σκοτεινά, βρήκαν διαφυγή στη γη.
Άλλα, πιο μαραμένα και άχαρα έπεσαν σε χώμα καλό.
Άλλα, το ίδιο λαμπερά και πιο όμορφα...
Είχαν τύχη μεγάλη.
Τα γνώριζαν οι βροχές και τα έριξαν εγκαίρως.
Το ποτάμι τα μετέφερε στην πλάτη του να γίνουν τροφή.
Άλλα... είχαν τύχη εκλεκτή.
Τα θαύμασαν οι άνθρωποι.
Τα μάζεψαν με φροντίδα να τα κάνουν πίνακα χαράς.
Μα έτυχε εσύ να πέσεις σε λάθος χέρια, καημένο.
Έτυχε να ριχτείς σε λάθος δρόμους.
Έτυχε να μη σε γνωρίζει κανείς κι ας είσαι στη γη σου.
Έτυχε να μη σε αγαπήσουν οι περπατητές.
Έτυχε να μη σε στηρίξουν οι φίλοι...
Τώρα, στις λάσπες χωμένο περιμένεις μόνο
για ένα πάτημα αισχρό και σκληρό.
Να!...
Με χαμόγελο.
Να!...
Με δύναμη.
Κοίτα, περπατάμε στα νερά και σφυρίζουμε τραγούδια.
Είσαι άτυχο.
Δεν είχες κανέναν.
Κι αν είχες λάμψη στην όψη σου;
Κι αν ονειρευόσουν το αύριο;
Ε, και;
Δεν είχες κανέναν.
Αυτό έχει σημασία.
Είχες να αντιμετωπίσεις μόνο σου την απαξίωση όλων.
Ζούσες, βλέπεις, στον τόπο σου.
Μα δεν το ήξεραν όσοι δεν κάθισαν να μάθουν.
Ζούσες, βλέπεις, με ξένους- δικούς.
Και βρέχει αδιαφορία ασταμάτητα και επικίνδυνα.
Βρέχει ακόμα.
Κακόμοιρο, ολόλαμπρο φύλλο!
Μη χτυπιέσαι άδικα. Δε θα σε δει κανείς ποτέ.
Σώπα, κοιμήσου...
Η ζωή είναι άδικη... Οι άνθρωποι είναι άδικοι.
Οι φίλοι είναι άδικοι.
Σε ξέχασαν μόνο στο βάλτο. Δεν τους νοιάζει.
Κοιμήσου βαθιά! Έρχεται νύχτα!


Πόλυ Μίλτου

Σάββατο 30 Νοεμβρίου 2019

Η ευχή της μάνας (της Γεωργίας Λαμπαρα Τριανταφύλλου)

Μαυροφορεμένη, κίνησε το πρωί.
Τα χέρια της παγωμένα από το κρύο.
Το κεφάλι σκυφτό και στο βλέμμα της σκοτάδι.
Τα πόδια της σχεδόν σέρνονταν.
Το σώμα της γερμένο εμπρός, όπως του σκλάβου που τον σέρνουν στη δουλειά.
Ένας άνεμος φύσηξε δυνατά και την έσπρωξε προς τα πίσω.
Παραπάτησε.
Αυτή η μικρή ήττα απέναντι στον άνεμο την πείσμωσε.
Όρθωσε το ανάστημα της, κράτησε την κάπα της σφιχτά με το χέρι στο λαιμό και προχώρησε.
Βρήκε το κουράγιο να φτάσει ως την πόρτα.
Όταν πέρασε την πύλη είχε πια συννεφιάσει.
Δεξιά κι αριστερά στο διάδρομο, τα καντηλάκια έφεγγαν σαν ευχές για τις ψυχές που χάθηκαν.
Το βλέμμα της σταθερό χάραζε την πορεία.
Μόλις έφτασε, κοίταξε τη φωτογραφία που δέσποζε στο μνήμα.
Χαμήλωσε τα βουρκωμενα μάτια της και τα δάκρυα χάραξαν τον δρόμο για την ψυχή της.
"Πόσο μαύρο θα φορέσεις ακόμα καρδιά μου για να βρεις το φως;" αναλογίστηκε.
Ήταν ο τέταρτος θάνατος που έζησε μέσα σε ένα χρόνο.
Ο πατέρας της, η αδερφή της, η μάνα της...
Λύγισε. Πόνεσε. Φώναξε.
Μα ο τέταρτος θάνατος στράγγιξε τη ζωή από μέσα της.
"Γιατί να ζει μια μάνα μετά το θάνατο του παιδιού της;" το ερώτημα που τη βασάνιζε τις νύχτες ήρθε ξανά στο μυαλό της.
Μια γυναίκα, μαυροφορεμένη κι εκείνη, πλησίασε κι έκοψε τον ειρμό της σκέψης της.
"Το παιδί σου;"
"Το παιδί μου." είπε με ένα λυγμό γατζωμένο στα χείλη της.
"Η ευχή της μάνας σ' ακολουθεί και μετά θάνατον."
Δεν πρόλαβε να τη ρωτήσει τι εννοούσε. Δεν τη ρώτησε καν ποιά ήταν. Αν είχε χάσει κι εκείνη παιδί.
Τα λόγια της γυναίκας ήχησαν σαν καμπάνα μέσα στην καρδιά της.
Κι αυτός ο απόηχος την τάραξε. Σαν να τη ζέστανε λίγο να ξεμουδιάσει από τον πολύ πόνο.
Πώς λίγες λέξεις μπορούν να σηκώσουν έναν σταυρό;
Αυτό είχε κάνει εκείνη η γυναίκα.
Μάνα δε σε κάνει η ζωή του παιδιού σου.
Μάνα σε κάνει η ατέρμονη αγάπη και φροντίδα σου γι' αυτό.
Η μάνα δεν παύει να αγαπά.
Η μάνα δεν παύει να φροντίζει.
Κι αν παύει η αγκαλιά κι αν παύει το χάδι, υπάρχει η ευχή.
Και με την ευχή της μάνας, η ψυχή του παιδιού μπορεί να φτάσει μέχρι τον παράδεισο.



Γεωργία Λαμπαρα Τριανταφύλλου



Υπό τους ήχους της βροχής (της Ελένης Ταϊφυριανού)



Στην πλάτη μου χτυπάει μια βροχή
χρόνια μονότονη χρόνια θλιμμένη,
κι η σκέψη μου και πάλι μεθυσμένη
από το κόκκινο κρασί
τρεκλίζει γύρω μου αλαφιασμένη.

Ξέχειλο το ποτήρι μου
το ήπια πάλι άσπρο πάτο,
μία τελευταία σταγόνα
στο χώμα σπονδή την αδειάζω
κι ύστερα το ποτήρι κομματιάζω...

Θεούς και δαίμονες
στον τοίχο στήνω
και με άσφαιρα γιατί
κάτω σωριάζω,
βαριά βλέφαρα τα κατεβάζω...

Της ζωής μου κομμένο το φρένο
κι άλλο δεν περιμένω τρένο
για μένα γυρισμό δεν έχει
κουράστηκε η καρδιά ν' αντέχει
να γείρει θέλει να κοιμηθεί
σαν σταματήσει η βροχή...

Ταϊφυριανού Ελένη

Παρασκευή 29 Νοεμβρίου 2019

Άτιτλο (της Λένας Βλαχοπούλου)

Έλεγα να βάλω
φραγή εισερχομένων
συναισθημάτων ...
να μην
δέχεται η ψυχή μου
άλλες
εντολές .
Αμφίδρομες
αισθήσεις να πάψουν...
Αχρονες ...εποχές και
επιρροές στιγμαιες με
τσάκιζαν ...
Τώρα που δεν
έχω άλλη επιλογή ο
χρόνος
έγινε εχθρός
και εγώ έχω
μια φορά να ζήσω.

Βλαχοπούλου Λένα

Φωνές (του Ντίνου Γλαρού)



Φωνές γνωστές, ανελέητες
που τον ύπνο χαλάτε
και την εγρήγορση κάνετε μαρτύριο.
Φωνές αγαπημένες από το πουθενά
είσαστε παντού
γίνεστε τα πάντα
για να σωπάσετε πάλι
όταν η συνείδηση αποκοιμηθεί.
Φωνές – σειρήνες
μαγεύετε το μυαλό
σέρνοντας το στην άπειρη λήθη
κάνοντας το να ακολουθεί
μόνο το δικό σας τραγούδι
με μια μέθη τόσο γλυκιά
που δεν μπορείς να αντισταθείς
δεν μπορείς να ξεφύγεις.
Φωνές – λέξεις
ανεκτίμητες, ασήμαντες
τον κόσμο αλλάζετε
ή κρύβεστε βουβές
να μη σας ανακαλύψουν
και τους τρομάξετε.
Μία λέξη
σκορπάει τον πανικό
αν δεν ειπωθεί στην ώρα της.
Φωνές αδιέξοδες
τη ζωή σταματάτε
για να την αρχίσετε αλλιώς
τη σκοτώνετε για να αναστηθεί πάλι.
Φωνές – ερινύες
την ψυχή βασανίζετε
για να οδηγηθεί στη λύτρωση.


Ντίνος Γλαρός


Σχέδιο : Αγγελική Φλυτζάνη