Πέμπτη 1 Μαρτίου 2018

Χαριτωμένες Γνωριμίες στο Facebook (της Ζωής Χαλκιοπούλου)




Αίτημα φιλίας. Κοιτάζω προφίλ. Ευγενική φυσιογνωμία. Ρίχνω μια ματιά στις αναρτήσεις. Δε βρήκα και την αδερφή ψυχή αλλά ένα επίπεδο το έχει. Αποδοχή. Κι ακολουθεί ο συνταρακτικός διάλογος στο inbox:

-          Γεια σου τι κάνεις? Μιλτιάδης από Σπάρτη, ευχαριστώ για την αποδοχή.
-          Κι εγώ ευχαριστώ για το αίτημα, καλώς βρεθήκαμε.
-          Που μένεις? Εργάζεσαι? Πόσο χρονών είσαι? Παντρεμένη? Ζωή είναι το πραγματικό σου όνομα?
Δεν αρχίσαμε καλά, σκέφτομαι. Μα που έβαλα το ΑΜΦ μου? Είχα κάνει και ιατρικές εξετάσεις πρόσφατα.  Αντε να δούμε…
-          Με βαφτίσανε Υπάτιο αλλά χαϊδευτικά με φωνάζουν Ζωή.
-          Χα χα χα χα
Κοίτα που του άρεσε, ξανασκέφτομαι.
-          Έχεις πλάκα, μου λέει
-          Ότι μπορώ κάνω, απαντώ. Λοιπόν θα τα ξαναπούμε, χάρηκα πολύ.
-          Δε μου είπες, παντρεμένη?
-          Θα μου κάνεις πρόταση αν δεν είμαι?
-          Χα χα χα
Αναρωτήθηκα αν αυτά που αμολάω είναι όντως άξια για χα χα χα.
-          Έλεγα μήπως ήθελες να βγούμε για ένα καφέ.
-          Εσύ έλεγες, εγώ όμως δε πίνω καφέδες γιατί είμαι νευρική.
-          Εσύ πιες σοκολάτα.
-          Με συγχωρείς, έχω επείγουσα δουλειά.
-          Με την ησυχία σου, περιμένω.
Εμ θα περιμένεις  πολύ, λέω μέσα μου. Κάθε μέρα μήνυμα να μου υπενθυμίζει την παρουσία του. Κάθε μέρα να τον αγνοώ. Και καπάκι η ερώτηση:
-          Τελικά δε μου είπες, είσαι παντρεμένη?
Ευτυχώς που υπάρχει εκείνο το ευλογημένο μπλοκάρισμα, και ησύχασα δια παντός. Διότι πόση υπομονή να κάνει ο άνθρωπος με τους στόκους, με το συμπάθιο κιόλας.
Δε λέω, το φατσοβιβλίο μ αρέσει. Και τις χαζομάρες μας λέμε, και τα έσωθέν μας βγάζουμε με μέτρο, και αξιόλογους ανθρώπους γνωρίζουμε. Μα για να σπάσει η μονοτονία, πετάγονται κάποιοι σαν τον εν λόγω φίλο μας καλή ώρα. Και για να πω την αλήθεια, την επόμενη έρμη λυπάμαι που θα είναι πιο ευγενική από μένα. Θα μου πεις ο καθένας βρίσκει ότι του ταιριάζει. Βοήθειά μας….







Ελα (της Δώρας Μεταλληνου)

ΕΛΑ Να κοιτάξουμε μαζί το θάμα τα φεγγάρια,που ανατέλλουν στα μάτια μας το σκοτάδι που γίνεται καράβι και μας ταξιδεύει γίνεται φωλιά να κοιμήσει το μυστικό μας μια ζεστή φωλιά να κουρνιάσουμε ένα βελουδένιο πάπλωμα να μας σκεπάσει κι η ποδιά του ουρανού άστρα να κερνάει Πάντα με φόβιζε το Έρεβος... Τώρα με έλκει.... Δεν το φοβάμαι το σκοτάδι αρκεί να το ταξιδεύουμε μαζί Δε ζει ό άνθρωπος μόνος στα σκοτάδια. ΕΛΑ! Να κάνουμε το: ''ΜΕΓΑΛΟ ΤΑΞΙΔΙ ΤΗΣ ΜΕΡΑΣ ΜΕΣΑ ΣΤΗ ΝΥΧΤΑ!''



Δώρα Μεταλληνού


Μάνα μου (της Ελένης Ταϊφυριανού)


Πολλές φορές σε ζήτησα
με δάκρυα στα μάτια...
Δεν χόρτασα να σε φωνάζω,
δεν χόρτασα να λέω την λέξη...
Μαμά...μαμά μου...μανούλα...
Πεινάω...για την αγκαλιά σου,
διψάω...για τα φιλιά σου...
Μαμά...μαμά μου...μανούλα...
Μεγάλωσα...μεγάλωσα πολύ,
όμως ακόμα θέλω σαν παιδί
να τριφτώ στην ποδιά σου...
Να χαιδευτώ στην αγκαλιά σου...
Μαμά...μαμά μου...
Πονάω πολύ...
Πολλά τα λουλούδια που αγκάλιασα,
μα είχαν μαχαίρια
κρυμένα μέσα τους,
που μ' έκοψαν βαθιά...
Κι οι αγάπες που με ξελόγιασαν,
αγκάθια μυτερά και με λάβωσαν...
Μαμά...μαμά μου...
Ούτε κι ο θάνατος μου χαρίστηκε,
αυτός με τραυμάτισε, πιότερο απ' όλους...
Με τύλιξε με πνιγερό αγκάλιασμα...
Με φίλησε, με φαρμακερό φιλί...
Έντυσε το κορμί
και την ψυχή, με μαύρο χρώμα...
Μαύρο σαν τη νύχτα...
Τη νύχτα που δεν έχει αστέρια,
και που δεν περιμένεις να ξημερώσει πια...
Έλα μάνα μου, το βράδυ στ' όνειρό μου,
αγκάλιασέ με...παρηγόρησε με...
Ν' ανασάνει λίγο η καρδιά μου...
Έλα Μάνα μου...
Έλα Ζωή μου...
Έλα Αναστασία...


Ελένη Ταϊφυριανού.

Τετάρτη 28 Φεβρουαρίου 2018

Κρυφτό (του Χρήστου Παπαχρυσάφη)

5…10…15…20…25…30…35…40…45…50…55…60…65…70…75…80…85…90…95…100.
Φτου και βγαίνω… Ένας τέτοιος, φτουυυ!… και άλλος ένας, φτούυυ!…  και άλλοι δύο, φτου, φτου.
Εκεί που παλιά, στα παιδικά μας χρόνια, ξέραμε όλο τον κόσμο, όχι με το όνομα του απλά, αλλά με το παρατσούκλι του, τώρα είμαστε άγνωστοι μεταξύ αγνώστων. Ξένοι μέσα στην πόλη μας, μέσα στην γειτονιά μας, μέσα στην πολυκατοικία μας. Και το κρυφτό που παίζαμε μικροί τώρα έχει αλλάξει. Τώρα παίζουμε κρυφτό στην ίδια μας την ζωή. 

Κρυβόμαστε από τον σπιτονοικοκύρη μας γιατί δεν έχουμε να πληρώσουμε το ενοίκιο. Κρυβόμαστε από τον διαχειριστή για να γλυτώσουμε τα κοινόχρηστα. Δεν σηκώνουμε τα τηλέφωνα μην τυχόν και μας πάρουν από τις τράπεζες για τα χρέη μας. Και ενώ παλιά μας φώναζαν με το όνομα μας, Γιώργο, Γιάννη, Χρήστο, τώρα μας φωνάζουν «ει εσύ» και καμιά φορά και «ψιτ εσύ». Ούτε ένας φίλος, ούτε καν ένας γνωστός στον ορίζοντα.
Μόνοι.
Φτωχοί.
Μόνοι και φτωχοί.
Εκεί που παλιά ταΐζαμε με τα αποφάγια μας τα σκυλιά και τις γάτες της γειτονιά, σε λίγο καιρό θα μας ταΐζουν αυτά. Όχι ότι θα μας ρίχνουν τα αποφάγια τους. Απλά θα μιμηθούμε τους παππούδες μας στην κατοχή. Δεν θα αφήσουμε τετράποδο να κυκλοφορεί ελεύθερο.
Χμμμ…
Φυσικά και αστειεύομαι.
Όταν λέω ότι δηλώνω φιλόζωος το εννοώ. Απλά τα γράφω αυτά για να διασκεδάσω με την μοναξιά μου. Την αποξένωση που σας έλεγα?
Τέλος πάντων. Θα επανέλθω άλλη φορά στο θέμα. Άλλωστε για να φτιάξω ένα καφέ ήθελα και γύριζα με το φλιτζάνι στη γειτονιά 2 ώρες να βρω λίγη ζάχαρη και τελικά τζίφος. Τι στο καλό παλιά αυτό έπιανε! Τώρα μάλλον μόνο στα ελληνικά σίριαλ γίνεται και αυτό γιατί βοηθάει στην πλοκή του σεναρίου.
Τι να κάνω?
Πάλι πικρό θα τον πιω τον καφέ;


Χρήστος Παπαχρυσάφης





Μαζί σου (της Αναστασίας Κουτσούκου - Κλεάνθη)

Το δείλι έγερνε βαρύ στα βλέφαρά σου. Κι εγώ, κομμάτι αυτού του δειλινού έγερνα έρμαιο στα χέρια σου. Δεν ήξερα τι είχα τι πίστευα... τι αγαπούσα... Ήθελα να' μαι στα χέρια σου, ήθελα ν' αγαπώ ήθελα να υπάρχω ήθελα να' σαι εκεί. Δεν το 'ξερα,δεν έψαχνα, για να μπορώ να ζω, για να 'χώ μια αιτία να υπάρχω εκεί,μαζί σου.

Αναστασια Κουτσούκου - Κλεάνθη