Παρασκευή 11 Αυγούστου 2023

Τα μάτια που με κοίταξαν με αγάπη

 



Τίτλος:
 Τα μάτια που με κοίταξαν με αγάπη

Συγγραφέας: Ιωάννης - Ραφαήλ γ. Κρυονερίτης

ΕΙδος: Ποιητική Συλλογή

Εκδόσεις: Αυτοέκδοση

Έτος Έκδοσης: Αύγουστος 2023

Σελίδες: 60

Σχήμα: 14,8 Χ 21

ISBN: : 978-618-00-4725-7


Μάθε να μιλάς
με τη σιωπή.
Αν ήξερες
πόσες σιωπές
έρχονται ανάσες
να σου λένε σ’ αγαπώ
δεν θα ‘χες ανάγκη
τις λέξεις...




Τετάρτη 24 Μαΐου 2023

ΦΘΙΝΟΠΩΡΙΑΣΕ (της Αγιούπα Χρυσάνθου - Κωνσταντίνου)




Μια άνοιξη...

Ναι, μια άνοιξη αρχίνησα να ζω,

μια εποχή που σκόρπιζε παντού μυρωδιές μαζί και υποσχέσεις.

Έγινες ο ήλιος μου,

το φως που μου έδινε ζωή

και άνθησα...

Ένα ένα τα πέταλά μου άνοιξα για να δεχτώ εσένα.

Μια γεύση μόνο πήρα της δικιάς σου γλύκας

και χάθηκες μετά,

αφήνοντας πίσω σου σημάδι πως θα γυρίσεις.


Τώρα φθινοπώριασε

κι εγώ εδώ ακόμα περιμένω.

Τα κιτρινισμένα φύλλα απ’ το χώμα μαζεύω και μετράω...

Πρέπει να μαζέψω πολλά ακόμη,

ένα για κάθε υπόσχεση που μου ’χες δώσει.

Σε χρυσή κλωστή θα τα περάσω

και στον λαιμό θα τα κρεμάσω

να μην μπορώ από το βάρος

το πρόσωπό μου στον ήλιο ποτέ ξανά να σηκώσω...

Φθινοπώριασε κι εγώ εδώ ακόμα περιμένω...


Αγιούπα Χρυσάνθου - Κωνσταντίνου

Από την ποιητική συλλογή "Ανέμων αγκαλιά"





Πέμπτη 18 Μαΐου 2023

Άτιτλο (της Γεωργίας Κιουλάχογλου)

Δεμένο σ’ ένα σύννεφο 

χρυσό δεντρί η καρδιά μου

σκορπίζουν τα κλαριά μου

στις φλόγες της αυγής.


Πεφτάστερο μιας χαραυγής

στον ουρανό θα ανάψω

κι ύστερα θα με κάψω

στην άκρη της ζωής.


Στις λίμνες της μακριάς σιγής 

σε ατέλειωτα σκοτάδια

στα πιο βαθιά πηγάδια

στερνής μου της φυγής


και στην πηγή της λησμονιάς

νερό θα πιώ, θα κλάψω

χνουδάκι να πετάξω

πριν γείρω καταγής.


Σκόνη θα γίνω ένα πρωί 

κανείς δεν θα θυμάται

ποιος τάχα που κοιμάται

ήσυχος πια στη γης…


Κιουλάχογλου Χ. Γεωργία

Δευτέρα 8 Μαΐου 2023

Σκέψεις (της Κατερίνας Γαγανέλη)

 


Πριν από μερικά χρόνια φοβόμουν πολύ τ’ αεροπλάνα. Δεν ξέρω αν ήμουν κλειστοφοβική, σίγουρα πάντως πάθαινα κρίση πανικού και μόνο στη σκέψη ότι θα βρεθώ κλεισμένη σ’ ένα από αυτά...

Βρίσκεται, όμως, ο κατάλληλος άνθρωπος στη ζωή σου και σε κάνει να ξεπερνάς τους πιο μύχιους φόβους σου…

Τώρα, πλέον, όταν ταξιδεύω δε χορταίνω να κοιτάζω από ψηλά και να σκέφτομαι τον κόσμο που ζει κάτω από τα πόδια μου...

Ζευγάρια που αγαπιούνται...

Μανάδες που θηλάζουν μωρά…

Άντρες που γυρίζουν ή πάνε στη δουλειά...

Έφηβοι που χτυπάει για πρώτη φορά η καρδιά τους δυνατά στο πρώτο φιλί…

Γέρους που αναπολούν τα νιάτα τα μπερμπάντικα...

Γυναίκες παρατημένες που πνίγουν τον καημό τους τυλιγμένες στον καπνό ενός σέρτικου τσιγάρου, σαν τη μοναξιά τους…

Νέους οπλισμένους με δύναμη και ορμή χάρη στα νιάτα τους, να βγαίνουν για διασκέδαση…

Κι εμένα να γυρίζω στη φωλιά του σπιτιού μου, να ποτίσω τα βασιλικά μου, που άντεξαν στη ζεστή, παρόλο που τα εγκατέλειψα για τόσες μέρες…

Ποιοι είμαστε; Τι είμαστε;

Από ‘κει ψηλά αντιλαμβάνομαι πόσο μικρή είμαι στην απεραντοσύνη του σύμπαντος κι αντιλαμβάνομαι πόσο μόνοι είμαστε όλοι μας…

Αόρατη μπορεί να είμαι για σένα, αλλά όχι για όλους...

Παραδόξως, χαίρομαι για όλα αυτά που έχω και είναι τόσα πολλά...

Δε μιζεριάζω...

Ξαναβρίσκω τη σταθερή περπατησιά μου και δοξάζω τον Θεό κάθε μέρα!



Από το βιβλίο Οὐαὶ ὑμῖν





Τρίτη 21 Φεβρουαρίου 2023

Εκείνη η Λέξη (του Βαγγέλη Ιωσηφίδη)


Μαζεύτηκαν τα μεγάλα κεφάλια μπροστά στο ποίημά του. 
Το περικύκλωσαν. Έστυβαν σοφία εκλεκτή, αποθησαυρισμένη. 
Όλο το κατακερμάτισαν, κόμμα δεν έμεινε ανεξήγητο. 
Εκείνη μόνο τη Λέξη δεν μπορέσαν να ερμηνεύσουν κι επέπλεε αντάρτικα στον ωκεανό της διανόησης. Τα κύματά του χτυπούσαν ματαιοπονώντας σε Εκείνην, που τον χλεύαζε με την παρουσία Της.
"Παρείσακτος τολμηρός, με μια λογοτεχνική αναίδεια που συναρπάζει".
"Άδεια ποιητική, από αυτές που μονάχα οι μέγιστοι φυτεύουν στα χωράφια των σκέψεών τους".
"Ω η Λέξη! Μειδίαμα της Τέχνης παμπόνηρο".
"Μοντέρνα σκέψη, μυσταγωγική η Λέξη, καθώς και ρηξικέλευθη".
"Σημάδι αντήχησης: κοινός ήχος, άλλο νόημα, μία ψυχή ενωμένη".
"Οικοδόμημα ανήκουστο, ανυπέρβλητο, μεγάλο όσο η Μία Λέξη!".
Οι ερμηνείες, που σαν κύματα ψηλώναν, θαυμασμό έφερναν στην ομήγυρη και χειραψίες δέους από τον έναν τρανό διανοητή στον άλλον. 
Άκουσε το σούσουρο κι ο Ποιητής και, σαν είδε τη λέξη την ταλαιπωρημένη, τη χαμένη στη θύελλα των πανάξιων βλεμμάτων, δαγκώθηκε. Ψιθύρισε στον πιστό του σύντροφο:
"Αυτή η λέξη πώς ξέφυγε στο τελικό κείμενο; Οτοκορέκτ ήταν, διάολε!"