Οι μεγαλύτεροι έρωτες
έζησαν τη νύχτα.
Σε λαμπερά κοιτάγματα
που ανταλλάχθηκαν
ξανά και ξανά.
Σε συνωμοτικά χαμόγελα.
Και σ’ εκείνη
την αγαπημένη μου ανάσα,
λίγο πριν το
πολυπόθητο φιλί
που πάντα συγκρατεί
εντός της θραύσματα
από τόλμη και φόβο.
Οι μεγαλύτεροι έρωτες
έγιναν ποιήματα.
Κουβέντες που έφτασαν
στην άκρη της γλώσσας,
μα γλίστρησαν
ντροπιασμένες στο λαιμό.
Σχεδόν αναπόφευκτα
σκορπίστηκαν
σε γαλάζιες γραμμές
παλιών τετραδίων.
Από τον καημό τους
στοίχειωσαν
τις μουτζουρωμένες σελιδες
προσμένοντας
να βρουν τον αποδέκτη τους.
Οι μεγαλύτεροι έρωτες
έγιναν «παλιές υποθέσεις»
στις παρέες.
Ακούστηκαν σαν διηγήσεις.
Νοθεύτηκαν
με μπόλικο οινόπνευμα
και βλέμματα συμπόνιας.
Κάηκαν σαν
ισχνά τσιγαρόχαρτα.
Σφραγίστηκαν
ως «περασμένα, ξεχασμένα»
κι ας ξέρεις,
καλύτερα απ’ όλους,
πως δεν σβήστηκαν ποτέ,
μένοντας σαν
κατεστραμμένα αρχεία
στη μνήμη.
Οι μεγαλύτεροι έρωτες
κοιμούνται σε
χωριστά κρεβάτια,
σφιχταγκαλιάζοντας
υποκατάστατα.
Δεν υπάρχουν
σε όραση, όσφρηση,
γεύση, ακοή, αφή.
Έχουν εγκλωβιστεί
στο μυαλό μας.
Ζουν στην ακυβέρνητη
φαντασία μας.
Και καμιά φορά,
χωρίς να το θέλω
φορούν τ’ όνομα σου.
Οι μεγαλύτεροι έρωτες
πορεύτηκαν γυμνοί.
Έσβησαν πληγωμένοι.
Κατέληξαν ανολοκλήρωτοι.
Αρκεί ένα λεπτό
για να αναφλεχθούν
και μια αιωνιότητα
για να καταλαγιάσουν.
Όλοι χρωστάμε
σ' έναν μεγάλο έρωτα
μια συγγνώμη,
μια ημέρα της ζωής μας,
ένα φινάλε.
Έλενα Κορινιωτη
Ήταν βράδυ·
Δεκέμβρης ,Απρίλης, Αύγουστος
– τι σημασία έχει;
Ήταν βράδυ κι είχαν πεθάνει όλοι οι έρωτες.
Λιγοψυχούσε η ψυχή.
Αναζητούσε αλαφιασμένη
ένα κάτι, να σωθεί
απ’ την σκληρότητα του κόσμου.
Κάπως έτσι, αβίαστα– μοιραία,
άρχισαν οι παλάμες μου
να πλάθουν τη μορφή σου·
να κρατηθεί το είναι μου
απ’ την κορμοστασιά σου.
Σχημάτισα πέλματα φτερωτά·
-να υπερνικάς εμπόδια,
να έρχεσαι σιμά μου.
Σου έδωσα στέρνο τρυφερό
-να μ’ αγκαλιάζεις.
Το δέρμα κάτω απ’ το λαιμό
το έντυσα ολόλευκο
-ελεύθερο
για τα σημάδια του έρωτά μου.
Στα βάθη της καρδιάς σου
φύτεψα έναν ουρανό
με κάτι σύννεφα λουλούδια.
Τα μάτια δεν τ’ άγγιξα·
λογαριασμός της μοίρας.
Αυτός ήσουν, λοιπόν.
Τέλειος κι ατελής,
με κάνα δυο ψεγάδια λατρεμένα.
Ανέπνευσα λυτρωτικά.
Δάκρυσα που δεν σ’ είχα.
Τώρα κοιμάμαι πλάι σου
και σ’ ανασαίνω.
Δεν ξέρω πώς και γιατί ήρθες·
Ξέρω μονάχα,
πώς εγώ, αγάπη μου,
σ’ ευχήθηκα.
Βίκυ Μπάλλου
Κατηφορίζοντας απελπισμένη το δύσβατο μονοπάτι σκόνταψα κι έπεσα.
... όχι μια... πέντε φορές.
Ήταν κι αυτή η ξαφνική αναπάντεχη καταιγίδα.
Οι κεραυνοί πλήγωναν τα σπλάχνα τ ουρανού
κι εγώ πονούσα.
Τα δάκρυα μαρτυρούσαν την αδυναμία μου.
Με κόπο συγκρατούσα τα νεύρα μου.
Οι κακοί λογισμοί ... οι βλάσφημες σκέψεις γιγάντωσαν, θεριά έγιναν.
Με δυσκολία κρατιόμουν.
Από πού, δεν ξέρω.
Μια αχνή φωνή με προέτρεπε να κρατηθώ.
Υπομονή... θάρρος... ελπίδα, μου έλεγε.
Οι δυνάμεις μου με εγκατέλειπαν.
Ήμουν έτοιμη να καταρρεύσω.
Η φωνή δυνάμωνε κι η καταιγίδα επίσης.
Ποιός είστε επιτέλους; φώναξα απελπισμένη.
Πρώτη φορά σας ακούω.
Σου έχω ξαναμιλήσει, μου είπε με καθάρια και σταθερή φωνή.
από την κορυφή Του Σταυρού Μου....
Χρύσα Μπαφουτσου
Επίμονα μου λένε
γιατί γράφεις
γιατί γράφεις
δεν κουράστηκες να κοιλοπονάς
τόσες γεννήσεις
θανάτους τόσους πια
Δεν κουράστηκες
να σπέρνεις
δάκρυα να σπέρνεις
μαύρες ελιές
κόλλυβα πικρά
ρόδια γυαλιστερά της Περσεφόνης
και τόσα ξηροκάρπια της των ανθρώπων φθοράς
Δεν κουράστηκες να σπέρνεις
και θερισμό ποτέ σου να μην βλέπεις ;
Περπατώ και τους ακούω
που λένε
λένε
λένε
Δεν απαντώ
Θέλω
Μα δεν μπορώ
Προσκυνώ μέσα μου τη δική της φωνή
Περιπλανιέμαι στις ερημιές
ερωδιός μοναχικός
και ραμφίζω την αγαλλίαση της
Με τρώει το μαράζι της
Με πεθαίνει ο σεβντάς της
Με ανασταίνει το φιλί της
Προσκυνώ μέσα μου
τον άγιο έρωτά της
και κλαίω
Μη με λυπάστε
που δεν μιλώ
Μη με λυπάστε
που όλο κλαίω
Από τότε που γεννήθηκα
μέσα μου τραγουδάνε οι θάλασσες ακατάπαυστα
μέσα μου θρηνούνε οι αγέρηδες ακόπαστα
μέσα μου σβήνει και ανατέλλει ασίγαστα
το δικό της γαλήνιο φως
Μη με λυπάστε
Μόνον έτσι μπορώ να υπάρχω
πεπληρωμένη και ζωντανή...
Φιλαρέτη Βυζαντίου
[ Φ.Β. 21011020 ''ΦΩΣ ΕΚ ΠΕΤΡΑΣ'' 2018-2020]
Πότε ήταν να δεις, που κλέβαμε τις νύχτες απ' τους δρόμους, άδειες διαδρομές;
Σκαλιά τις κάναμε, τη μια πάνω στην άλλη.
Να ανεβούμε στις μακρινότητες των άστρων, θέλαμε.
.
Γέλα μου, έλεγες.
Γέλα μου.
Να μικρύνουν οι αποστάσεις. Να χωνευτούν με τις στροφές της σιωπής, να φεγγίσει η ευθεία του Θεού.
.
Τα χαράματα φυσάνε ενάντια οι όρκοι, σου ‘λεγα.
Μη μιλάς.
Τίποτα μην πεις.
Πέρνα μόνο απαλά τις λέξεις στη θάλασσα των χειλιών σου και μετά βούλιαξε τες στα ανείπωτα.
Υπάρχουν τόσοι φθόγγοι που ονειρεύονται να λιγοστέψουν τα κρίματα τους στο στόμα σου.
Πότε ήταν να δεις που σπάζαμε τους γρίφους της Ζωής πριν γίνουν Αγρύπνιες άλυτες;
Πάει τόσος καιρός. Πού να θυμάμαι,
Πού να θυμάσαι...
Κωνσταντίνα Σταθακοπούλου