Κυριακή 22 Αυγούστου 2021

Άτιτλο (της Τζούλιας Παπα)

 


Το πράσινο της πατρίδας μου 

χάθηκε μες το μαύρο της φωτιάς...


Το γαλάζιο του ουρανού της καλύφθηκε από πυκνό καπνό...


Ο καλοκαιρινός χρυσός ήλιος της,

κόκκινος έγινε από ντροπή 

στα έργα των ανθρώπων...


Κι εγώ μια στάλα άνθρωπος 

κλαίω και θρηνώ

τα δάση που έπαιξα παιδί,

το κελάιδημα των πουλιών 

που σώπασε,

την ανάσα που μου πήραν...

 

Σκάλισα στάχτες και αποκαίδια 

λίγη ελπίδα για να βρω.

Καμμένη γη...

Κουφάρια ζώων με τη φρίκη 

και τον πόνο χαραγμένα στα αθώα πρόσωπά τους.

Δακρυσμένα μάτια και 

κόποι μιας ζωής, χαμένα...


Με χέρια καθαρά σκάλισα τη φρίκη, λίγη ελπίδα για να βρω...


Τι κι αν λερώθηκα, τι κι αν άγγιξα 

τη φρίκη του θανάτου...

Βρήκα ελπίδα στο Θεό και άναψα καντήλι...

Δε μου έμεινε τίποτε άλλο πια...


Μια προσευχή, 

θυμίαμα σ' εκείνον, 

να αναστήσει 

την πατρίδα μου ξανά 

μέσα από τις στάχτες...


Τζούλια Παπα



Photo: Giorgos Stamkos.

Σάββατο 21 Αυγούστου 2021

Άτιτλο ((της Κατερίνας Ηρακλέους)



Την γη δεν την κρατούν τα πόδια της,

σηκώνεται, πέφτει,

παραπατά, 

η όραση της δεν την βοηθά,

και τα χέρια όπου αγγίξει για να στηρίξει το σώμα της καίνε και γεμίζουν στάχτη ,


η γη, 

η γη που ποτέ δεν έκλεισε τα μάτια της σε τόσους αγώνες μάχης,

που την πατούσαν οι ανδρειωμένοι για την λευτεριά της Πατρίδας τους ,


εχουν θαφτεί βαθιά στο χώμα της άξιοι λεβέντες,

άξιες μάνες, μικρά παιδιά και γέροι,

όμως τότε ένιωθε ηρώα γη ,

των ηρώων η στράτα,


σήμερα, χθες, μέρες τώρα τις βγάζει τα σωθικά της η φωτιά, 

δεν έμεινε λίγος ίσκιος να γείρει να ξεκουραστεί, 


παλεύει με την λαίλαπα που δεν παλεύεται,

η φωνή της έκλεισε, 


η γη φοβάται, 

της παίρνουν σιγά σιγά το οξυγόνο της!


Κατερίνα Ηρακλέους

Παρασκευή 20 Αυγούστου 2021

Θέατρο σκιών (της Μαρίας Μηνά)

 


Άπλωσα ένα μπερντέ,

θέατρο σκιών η ζωή μου.

Προστατευμένη πίσω του,

παριστάνω ότι απλώνω μπουγάδα. 

Μα στέλνω μηνύματα με παντομίμα.

Εύκολα ερμηνευμένα,

μα σαφώς παρεννοημένα .


Τέλος παράστασης, υποκλίνομαι. 

Κανείς δεν χειροκροτά.

Α μόνη είμαι, φύγανε όλοι.

Ας διπλώσω το μπερντέ,

μυρίζει μαλακτικό...

Τον βάζω στην λεκάνη, 

ανάβω σίδερο,

στο δυνατό  να τον κάψω...

Ακούω ένα χειροκρότημα...

Α εσύ είσαι  χαχα!!!

Είπα κι εγώ...


   Μαρία Μηνά                    

Πέμπτη 19 Αυγούστου 2021

Ε, ΑΝΘΡΩΠΕ (του Ντίνου Γλαρού)

 



Το χειρότερο είναι να έχεις πεθάνει 

πριν από το φυσικό σου θάνατο  


Ε, άνθρωπε 

που νομίζεις πως είσαι 

ο βασιλιάς της Γης 

το κέντρο του Σύμπαντος, 

προσκυνώ σε πολυξεμωραμένε μου 

βασιλιά της Βλακείας. 


Δέξου τα ταπεινά μου 

πολύτιμα δώρα

απ’ όλο τον κόσμο διαλεγμένα 

για την άπληστη Μεγαλειότητά Σου: 

τον τελευταίο κέδρο 

για να τον κάψεις στο τζάκι σου, 

το τελευταίο ζώο 

επιβεβαίωση της κυριαρχίας σου,

το τελευταίο καθαρό οξυγόνο 

σε μπουκάλι πλαστικό, 

τον τελευταίο άνθρωπο 

ταριχευμένο.

Σου αξίζουν Αφέντη μου 

αιώνες πολλούς κοπίασες 

για να καταστρέψεις τα πάντα, 

τώρα το μόνο που μένει να αφανίσεις

είναι το Βασίλειό Σου. 


Ε, άνθρωπε 

συμβουλάτορας κακός η πλεονεξία, 

χτίζεις πόλεις ολάκερες 

μηχανές του χρήματος 

Ντουμπάι της ματαιοδοξίας

που θα βουλιάξουν στην άμμο. 

Δεν καταλαβαίνεις, κοντόφθαλμε, 

ότι πεθαίνεις; 


Ε, άνθρωπε 

στου μυαλού σου την έρημο βρέχει 

τα αποτελέσματα των επιλογών σου, 

σταγόνες – κέρματα το αίμα σου 

στιλπνό χαλάζι τα λάθη σου 

φωσφορίζουν στο σκοτάδι 

του φανατισμού σου. 


Ε, άνθρωπε 

καημένε, μικρόμυαλε ανθρωπάκο 

ξύπνα 

έρχεται η θάλασσα 

να σε πνίξει. 


Ε, άνθρωπε

το πιο επικίνδυνο ελάττωμα 

είναι η Ανοησία. 


Ντίνος Γλαρός



από τη συλλογή ΣΤΗΣ ΠΟΙΗΣΗΣ ΤΗΝ ΑΚΡΗ (ποιήματα 1997-2017)

Τετάρτη 18 Αυγούστου 2021

Έφηβη νύχτα. (του Βασίλη Σπανου)

 


Στις στροφές των χελιδονιών οι λέξεις
που δεν μίλησες
Στο καμένο πρόσωπο της αξόδευτης τόλμης σου
οι συστάδες των δειλινών
θα τινάξουν τις ρυτίδες των παραλείψεων.
Με ένα ματσάκι γιασεμιού
περιπλανάται στην θάλασσα η λέμβος
εκτεθειμένη,
Θα βρει πέρα λιμάνι, άλλη λέμβο με πανί
πριν έρθει ο εσπερινός με νερό αβάσταγο;
Τα εξαρτήματα των συλλαβών
που κρέμονται στο αχανές στόμα του καιρού
κι οι κρυμμένες λέξεις, σωσίβια ιστών αράχνης
κοιτούν την άβυσσο κάτω,
γραβατωμένων στην ομοιογένεια του χωνευτηρίου
ιεροφάντες μιας έξωθεν εικόνας σε αποχή διαρκείας.
Ταπώσαμε με βουλοκέρι το μόνο που είναι δικό μας
την φωνή μας,
αλίμονο δεν θα υπήρξαμε ποτέ,
ούτε στην απογραφή των σκιών δεν παρευρεθήκαμε,
δεν έχουμε βάθος, δεν έχουμε μάζα  
μήτε όγκο,
δεν διεκδικήσαμε κανένα κομμάτι ψυχής
έστω μια σημαδούρα από Όλυμπο η ένα καντήλι Γαλαξία.
Αναμένοντας, μοναχός μελαγχολώ, κρυμμένος μένω,
πέρα από την παραμεθόριο της Εδέμ της απραξίας
βαθύ χαράκωμα μπροστά απ' την Αχερουσία,
ένα λυκόφως αυτόφωτο στην πόρτα της λησμοσύνης,
τοξεύοντας νεύματα απορώ αν θα πετύχω
έστω μια ακτίνα αμυδρού φωτός.
Ασθμαίνουν σε κύκλους συμπαντικούς τα λόγια μου,
περιπλανώμενες πλειάδες
με προσωπεία που κρύβαμε επιμελώς,
ανεπαίσθητα αγγίγματα χρωμάτων,
παραλίες με αλάτι στο στόμα των παρειών του μέλλοντος,
όνειρα της διαφυγής από τον κονιορτό των ερειπίων.
Ίσως αντιληφθώ,
ότι είμαι κάτι περισσότερο απ' αυτό που μου έμαθαν να είμαι,
ένας ζωντανός στων σκελετών το πλήθος,
μια τόλμη αταξίδευτη η μια λέμβος για άλλα λιμάνια,
μια δύσκολη υπόθεση
η μια εικόνα χωρίς τον φόβο του θανάτου,
ένα σκουλήκι που τρώει τις συστάδες των δειλινών
μέσα σε σημαδούρες από Όλυμπο και Γαλαξία.

Ίσως να αντιληφθώ ότι υπήρξα,
αλάτι που έλιωσε από τον αφρό των μεγάλων λεωφόρων
αφήνοντας το ίχνος του στις παρυφές των νόμων,
μια σκεπτόμενη διαδήλωση θερινής νύχτας,
ένας συμπαντικό λάθος
που άφησε τον άνθρωπο μονάχο του στον Άδη
να οδεύει εν Εδεμιαία περιβολή.



Βασίλης Σπανός