Τετάρτη 14 Ιουλίου 2021

'Μέρες γιορτής (της Βικυς Μπάλλου)



Τις όμορφες μέρες σου 

να τις γιορτάζεις.

Όχι απαραίτητα με φίλους,

τραγούδια στη διαπασών,

φανφάρες και φορτωμένα τραπέζια.

Να τις γιορτάζεις εντός σου

ως τους αρμόζει.


Να στέκεις χαμογελαστά 

μπρος στον καθρέφτη σου

-όχι από αλαζονεία,

μα από περηφάνια-

να στολίζεις τη θωριά σου

με λόγια γλυκά, τιμητικά,

αντάξιά σου.


Να αφιερώνεις χρόνο

να συνειδητοποιείς τι κέρδισες,

για τι προσπάθησες,

να αναγνωρίζεις πόσο προσπάθησες.


Να ρουφάς κάθε λεπτό τους,

να ξεδιψάσει το μέσα σου 

για τον αγώνα του.

Να αισθάνεσαι τα κύτταρά σου

να πάλλονται ρυθμικά 

από αναζωογόνηση, από γνήσια ευθυμία

και την ψυχή σου να ξεχειλίζει

απ’ την αγαλλίαση που πεθυμούσες. 


Κι αφότου γευτείς τη χαρά

ως τις τρίσβαθες πτυχές σου

και την αφήσεις 

να σου μελώσει την καρδιά,

να σημειώνεις κάθε στιγμή

στο ημερολόγιο,

να μην λησμονήσεις τίποτα

-γιατί συχνά οι μνήμες 

συνορεύουν με τις λύπες. 


Να μην αρκείσαι

σε χλιαρά συγχαρητήρια,

άνευρα μπράβο 

κι άνοστους επαίνους.

Να μην επιτρέπεις σε κανέναν

-ιδίως σε σένα-

να υποτιμήσει 

τους κόπους που κατέβαλες,

τα σκαλοπάτια που σκαρφάλωσες,

τους δαίμονες που ξόρκισες,

τις κορυφές που τώρα ατενίζεις.


Να σε αγκαλιάζεις 

γενναιόδωρα, σφιχτά,

γιατί δεν είσαι μονάχα 

το τρόπαιο που κέρδισες·

κατεξοχήν και ανεπίστρεπτα

είσαι η μάχη που έδωσες

-και στην ουσία της

μόνο εσύ γνωρίζεις.


Δεν είσαι μονάχα

οι κακές στιγμές,

οι μελαγχολικές Κυριακές,

οι νύχτες που ‘χουν θλίψη·

είσαι και η λαμπρή ηλιαχτίδα της αυγής,

η υπόσχεση πώς θα τα καταφέρεις,

το επόμενο βήμα, 

η πρωτόγνωρη συνέχεια,

ο πολυπόθητος ιδρώτας του κάματου,

το αναστέναγμα της λύτρωσης

-για την ακρίβεια,

είσαι κυρίως αυτά.


Να τις χαίρεσαι 

τις όμορφες μέρες σου,

να τις εξυμνείς.

Μην τις αφήνεις 

να περνούν αδιάφορες, 

συμβιβασμένες.


Δεν είναι μια ακόμη μέρα·

είναι η Μέρα σου.


 - Βίκυ Μπάλλου

 

ΛΙΟΓΕΝΝΗΤΗ ΚΟΡΗ (του Κυριάκου Δοσαρα)


 


Μου σώνονται τα λόγια τώρα

δεν έχω χρόνο πολύ

και τούτη η μέρα μου δόθηκε

το κρυσταλλωμένο νερό της πηγής

απάνω στα χείλη σου να στάξω.


Σταυρώνω τα χέρια μου τώρα

δεν έχω χρόνο πολύ

και τούτη η μέρα μου δόθηκε

να σου στείλω το σ 'αγαπώ μου

με τα δικά μου χείλη

γιατί το τώρα μοναχά μου ανήκει

και το αύριο ούτε η ίδια η ποίηση

δεν το καρτερά.


Πονάω ακόμη τώρα

δεν έχω χρόνο πολύ

και τούτη η μέρα μου δόθηκε

για να καρφιτσώσω στα χρυσά σου μαλλιά

την ανατολή του τόπου σου

και το λιόγερμα των δικών μου ονείρων.


Ουρλιάζω τώρα

δεν έχω χρόνο πολύ

και τούτη η μέρα μου δόθηκε

για να σε κρατήσω με την άκρη των δαχτύλων μου

να μην μου δραπετεύσεις πάλι

σαν τις κατάμονες λεπτές σκιές

που κυνηγώ απελπισμένος αργά τα βράδια.


Σε ικετεύω τώρα

δεν έχω χρόνο πολύ

και τούτη η μέρα μου δόθηκε

να σ ' αγαπήσω πιότερο ακόμη.


Ακούμπησε το δάχτυλό σου ήσυχα ήσυχα

επάνω στα νοτισμένα μου μάτια

και πες μου σε παρακαλώ λιογέννητη κόρη

πως μ ' αγάπησες 

όπως αγαπούν τα διαβατάρικα πουλιά

τον συρτό λυτρωτικό αχό 

της ροδοδάχτυλης αυγής

λίγο πριν το μεγάλο τους πέταγμα.


 Κυριάκος Δοσαρας

Τρίτη 13 Ιουλίου 2021

Άτιτλο (της Σωτηρουλας Τζιαμπουρη)



Της καρδιάς μου χορεύουν οι φλέβες. 

Σ' ένα χορό κεντημενο  μέσα από τα μάτια σου.


Αυτά τα ματια σου που με καλούν 

σ' αυτό το χορό των ψυχών. 


Σ' ένα ταξίδι διαδρομή στης 

ψυχής σου τον πόνο. 


Σ' αυτό το χορό των ματιών 

με βήματα, χάδια τον ήχο των δακρύων. 


Να γεμίζουν το πρόσωπο σου, 

να κυλάνε στο σώμα σου, στάχτες 

να γίνονται στης λησμονιάς τα χείλη. 


Υποφέρω!!!!!!


Θα χορέψουμε αυτό το χορό 

των ματιών σου ;;;;;


 Σωτηρουλα Τζιαμπουρη

ΠΑΝΤΑ ΜΕΣΑ ΜΟΥ ΚΑΤΙ ΚΛΑΙΕΙ (της Φιλαρετης Βυζαντίου)


 


Όλο το μεσημέρι 

 ο ίδιος περίεργος ήχος

''Μαμά, κάτι κλαίει''

''Ο άνεμος της λύπης είναι, μη φοβάσαι''

''Να τον πάρουμε μέσα;''

''Δεν φιλοξενείται ποτέ το δάκρυ 

  μήτε ο καημός του ανθρώπου, παιδί μου''


Όλο το μεσημέρι σκάλιζα τα άχυρα της μνήμης

Τη μορφή της έψαχνα

Πώς ξεθωριάζουν στου χρόνου τα απόφωτα

οι μορφές!

Πώς σβήνουν τα λόγια τους!

Πάντα μέσα μου κάτι κλαίει

Η ανάσα της;

Τα μάτια της;

Τα χέρια της;

Η ευωδιά της;

Η προσευχή της;

Ίσως όλα αυτά μαζί

Μα όλα για μένα

Το ξέρω καλά

Κι αυτό με πονάει


Στοργή 

Σκέφτηκα να ζυγίσω ένα - ένα γράμμα χωριστά

Αδύνατον

Είναι βαριά  αυτή η λέξη

Την νοιώθω μέσα μου να βουίζει

σαν τον λεβάντε των Κυθήρων

και σαν μελτέμι κυκλαδίτικο

Είναι βαριά αυτή η λέξη

Δεν σε αφήνει ποτέ να κινδυνεύσεις

από βέβαιο πνιγμό

από τον βέβαιο εαυτό σου

από κάθε αποκοτιά και κάθε τρελή σου επανάσταση


Όλο το μεσημέρι 

ο ίδιος περίεργος ήχος

''Μαμά, εσύ είσαι;''

''Μη φοβάσαι ...ετοιμάζω το άσπρο  φουστάνι

για την Κυριακή 

για το ποίημά σου

που στεγνώνει τα δάκρυά του στον ήλιο

για την αγάπη

που άνθισε και ψάχνει στήθος να ακουμπήσει 

τα μικρά της λουλούδια 

για σένα 

που πάλι ξέχασες να ποτίσεις την προσευχή μου ...''


Φιλαρέτη Βυζαντίου

[ Φ.Β. 0200704  '' ΦΩΣ  ΕΚ  ΠΕΤΡΑΣ''  2018-2020]

Δευτέρα 12 Ιουλίου 2021

"Κεράκι ρεσώ" (της Μαρίας Δημοτακη)


 


Ήταν πρωί και 

είχα ξεχάσει πως κάποτε 

είχα γίνει θάλασσα για σένα

να μπορώ να σε πάω ταξίδια,

στεφανωμένα με ηλίου στέμματα.

Κι αν πάλι δεν ήθελες θυμάμαι,

στεκόμουν εκεί ατάραχα,

να μπορώ να σε ακούω,

να σε συντροφεύω πανσέληνα.


Είχα γίνει αέρας κάποτε για σένα.

Να μπορώ να αγκαλιάζω

αυθαίρετα την ψυχή σου,

τάχα μου τυχαία.

Μα το άρωμά της

γινόταν αέρας κι αυτό

και σ' έχανα,

γινόσουν αερικό,

κι όλο αγρίευε η πεθυμιά μου να σε πιώ.


Και γινόμουν ξαφνική βροχή 

για να μπορώ να κυλήσω,

να ποτίσω,

αυτό που αναρριχόταν

πάνω σε όλες τις αισθήσεις μου,

ένα αρωματικό κόκκινο αγιόκλημα, 

το σώμα σου.

Μα εσύ, έτρεχες σε υπόστεγα

και ομπρέλες δανεικές

και γω έπεφτα κάτω

σε τσιμέντο τραχύ, 

άνοστο και νεκρό.


Και έγινα κεράκι ρεσώ,

σε κηροπήγιο γυάλινο 

διακοσμητικό,

που μία νύχτα τ'άναψες

από περιέργεια να δεις,

θάμπωσε,

μαύρισε το γυαλί, 

και έλιωσα εκεί.

Όσο με ήθελες,

τόσο άντεξα,

τόσο έγινα.

Και έσπασα. 

Δεν ξανάγινα τίποτα πια.


   Μαρία Δημοτακη