Τετάρτη 9 Ιουνίου 2021

Άτιτλο (της Χάρις Παρασκευοπουλου)


 
Η πάροδος του χρόνου
-φαίνεται-
δημιουργεί τέρατα.

Δεν είναι τα πράγματα
ήρεμα τώρα πια.
Ούτε τρυφερά, όχι, όχι.

Βία ξεπροβάλλει μέσα από τα σκοτάδια
εκείνα με τα γελαστά πρόσωπα
και τα φώτα νέον

Εκείνη η βία που αναγνωρίζει
το δέρμα
σαν χαρτογραφείται από μακριά.

Να νιώθω το βλέμμα σου
παντού
επάνω μου.

Να έρχομαι σε σένα
με την πιο παράδοξη
μανία.

Χρόνε, έχθρέ μου
πολύτιμε,
ευχαριστώ.

Τελευταία
τα δώρα σου
γίνονται όλο και πιο ερωτικά.

Έτσι θα σε νικήσω,
αγγίζοντας του δέρματος
τη λαχτάρα...


Χάρις Παρασκευοπούλου

Ψίθυροι βουβοί. (της Γιώτας Κλουτσουνη Παπαδάκη)

 


Θα καίγονται όλα μέσα σου.
Σκόρπια χαλάσματα θα μοιάζουν.

Κι εσύ βουβά θα ψιθυρίζεις. 
Σε αγαπάω ακόμα.

Αγγίγματα τις νύχτες θα ζητάς.
Σε ξένο σώμα.

Μα στην ουσία, για μένα θα πονάς.
Το ξέρω ακόμα.

Ψίθυροι βουβοί θα σε τυλίγουν. 
Θα μοιάζουν με θηλιές και θα σε πνίγουν.

Αγάπη μου θα λες και θα δακρύζεις. 
Και τ' όνομά μου στα χείλη θα ψελλίζεις. 

Ψίθυροι κραυγές, θα κλαίει η καρδιά. 
Θα καίει το σώμα σου για μιά αγκαλιά. 

Έλα να με βρεις...
Άν μ'αγαπάς...
Μακριά από μένα πώς μπορείς;

Ψίθυροι βουβοί...
Κραυγές που γίναν με τον καιρό. 

Πονάει η αγάπη μάτια μου. 
Κι εγώ πονώ. 

Η ανάσα μου μακριά σου είναι μισή. 
Μου λείπεις και σε θέλω...
Βράδυ, πρωί.


Γιώτα Κλουτσουνη Παπαδάκη

Τρίτη 8 Ιουνίου 2021

Ποιητής του φωτός (του Κώστα Ζαϊκιδη)



Αν θες αλήθειες να μαθαίνεις πρώτος

τον ποιητή ν' ακούς και να πιστεύεις.

Στον λόγο του το ψέμα θα νηστεύεις,

στην ζωή σου θα είσαι ο πιλότος.


Η πένα του μελάνι κι αν στάζει,

τον λόγο τον σωστό θα ορθοτομεί

σχοινοβατώντας στην κόκκινη γραμμή.

Σαν το νυστέρι τις αλήθειες σφάζει.


Γλυτώνει ψέμα και υποκρισία.

Κομπάρσους μετρίου αναστήματος

και πληρωμένων με σταύρωσης λεφτά. 


Αποφεύγει δε την λογοκρισία

από πιόνια  βρώμικου συστήματος

που των αθώων το αίμα  αψηφά.


Κώστας Ζαϊκιδης

ΓΙΑ ΤΙΣ ΜΑΝΕΣ ΠΟΥ ΕΦΥΓΑΝ (της Άννας Γεωργαλή)



Αγαπημένες μάνες του κόσμου

μάνες των παιδιών 

του Χριστού η μάνα

του ληστή

του ορφανού 

του μετανάστη

μάνες του σπιτιού

στην καρδιά σας χωράνε 

όλες οι χαρές του κόσμου

και μαζεύονται όλες οι θλίψεις,

η αγκαλιά σας μυρίζει

φρεσκοψημένο ψωμί και βασιλικό,

στα χέρια σας μεγαλώνουμε

χέρια δουλεμένα και πονεμένα 

ταΐζουν 

γιατρεύουν 

κανακεύουν 

μαλώνουν

παρηγορούν

κι ύστερα φεύγετε...

μαζί σας θάβουμε τα παιδικά μας χρόνια

γινόμαστε το ομοίωμα σας

κι απομένει ένα αχ

μ'ένα ράγισμα στην καρδιά

η ευχή σας

και μια ανάλαφρη τρυφεράδα το πρωΐ

σαν έρχεστε αποβραδύς στα όνειρα μας.

Αγαπημένες μάνες.


Πόσο μου λείπεις μάνα

μου λείπει η γαλανή ματιά σου

μου λείπει να γυρνάω στο σπίτι μας

να είμαι η έγνοια σου

να νιώθω παιδί

το αγαπημένο παιδί σου.


Άννα Γεωργαλή

Δευτέρα 7 Ιουνίου 2021

Άτιτλο (της Ελευθερίας Θεοδώρου)



Εκεί που έσπασε ο στίχος

οι φιλημένοι λάθος

μαζεύουν τα κομμάτια τους

Συλλέκτες από ονόματα

και μυρωδιές σωμάτων

που πέφτουν στα πατώματα

λωρίδες από σάρκες

Και με γυμνά τα χέρια τους

καρφώνουνε τις λέξεις

Εκεί που ο στίχος έσπασε

φοβήθηκαν οι πόθοι μας

χαμήλωσε η αγάπη. 


Ελευθερία Θεοδώρου