Τετάρτη 12 Μαΐου 2021

Η πρόσκρουση (της Γεωργίας Λαμπαρα Τριανταφυλλου)

 



Εκεί που τρέχαμε με ιλιγγιώδη ταχύτητα, 
φρέναρε ξάφνου η ζωή 
κι από την πρόσκρουση πετάχτηκαν 
συνήθειες, μάσκες, φτιασιδώματα και συμπεριφορές. 
Γέμισε ο τόπος ακρωτηριασμένους χαρακτήρες 
να παλεύουν να παραμείνουν ζωντανοί στην εντατική του σπιτιού τους.
Κι ένας εαυτός παραμελημένος και κατακρεουργημένος να παρακαλά για λίγη φροντίδα, δείχνοντας τα χρόνια τραύματά του, με την ελπίδα, στην αδράνεια των θυτών του, να γιατρευτεί.

Το βιβλίο (του Γιώργου Βομπρα)

 


Όλα τά βιβλία τού κόσμου γύρω μου
Όλα τά βιβλία τού κόσμου πάνω σου
Όλα τά βιβλία τού κόσμου μέσα μου

Όπου κι αν περπατήσω, όπου κι αν συγχρωτιστώ, όπου κι αν εκκλησιαστώ, ένα βιβλίο μπροστά μου...εσύ

Σέ διαβάζω καθημερινά, εντρυφώ στίς σελίδες σου θέλοντας καί μή...
Άλλοτε εκστατικός, άλλοτε έκθαμβος, πότε πότε αγωνιωδώς καί κάποτε κάποτε
βαριεστημένα...αηδιασμένος

Ένα βιβλίο γύρω μου... 
Ένα βιβλίο μέσα μου..
Ενα βιβλίο πρός ανάγνωση
Ένα βιβλίο γιά διάγνωση

Γιώργος Βομπρας


Τρίτη 11 Μαΐου 2021

ΓΙΑ ΝΑ ΣΕ ΣΥΝΑΝΤΩ (του Λευτέρη Ασπροπουλου)

 



ξέρεις

πολλές φορές προσπαθώ

με λέξεις βαριές και δυσκολονόητες

να διασύρω

τη θνητότητα των διαστάσεων 

στις οποίες ερωτευτήκαμε


όχι επειδή εχθρεύομαι 

την πεπερασμένη φύση μας

- απεναντίας, είναι ανακουφιστική –

απλά να, βλέπεις

το ένστικτο της επιβίωσης


κι αφού δε θα μείνω για πάντα

τεκμηριώνω

με το δικό μου μάταιο τρόπο 

ότι τάχα αντιτάχθηκα 

όσο μπορούσα στο αναπόφευκτο


ακόμα κι έτσι όμως

πού και πού

θα συναντιόμαστε


επειδή σε αγαπώ


θα διαπερνώ το είναι σου

ίσως ως προβολή

είτε ως παραίσθηση εγγύτητας

ή ως μια τεμνόμενη τυχαιότητα

που διχοτομεί την ύπαρξή σου

στο πριν και το μετά 


ναι, θα συναντιόμαστε


όχι όπως παλιά 

όμως όσα περάσαμε

αρκούν 

για ν' αποτινάξω από πάνω μου

την εξάρτηση όποιας παρούσας

ή μελλοντικής ζωής

για όσο


μην ανησυχείς


σου το ‘χα πει 

όταν ήμασταν έφηβοι

σου το ξαναθύμισα 

και προχτές που ενηλικιωθήκαμε

ότι πεθαίνουμε νέοι


όλοι πεθαίνουμε νέοι


κάποιοι σαν πυροτέχνημα 

διασκορπίζονται άπληστα

στις έναστρες νύχτες


κάποιοι μ’ ένα μακάριο ‘κάποτε’

γκριζάρουν δίχως σκέψεις

σε αποκαρωμένους ορίζοντες


κάποιοι άλλοι πιο τολμηροί

βιτσιόζικα χαμογελούν 

και καυλώνουν με το ‘παράλογο’


είτε έτσι, είτε αλλιώς

πεθαίνουμε νέοι, ναι


κι εγώ πασχίζω απλά

να προλάβω 

να καμπυλώσω ποιητικά το χωροχρόνο

για να σε συναντώ όποτε γουστάρω

ως μια ανομοιοκατάληκτη 

αυθεντικότητα

που αποστηθίστηκε.


Λευτέρης Ασπροπουλος

Άτιτλο (της Ευδοξίας Γουργιωτη)

 
Φίλησα κι εγώ
τον βάτραχό μου
και έκανα ένα βήμα πίσω
να δω τη μεταμόρφωσή του.
Τρία, δύο, ένα...τίποτα!
Τον ξαναφιλάω πιο
δυνατά αυτή τη φορά.
Περιμένω...αλλά πάλι
δεν έγινε κάτι.

Έμεινα με τα γυάλινα
γοβάκια στα χέρια μου. 
«Μα τι νόμιζες;» άκουσα 
μια φωνή να μου λέει. 
«Αλλάζει ο άνθρωπος 
στα ξαφνικά; Ψάξε για εκείνον που το ένστικτό σου, θα είναι από 
την αρχή καλό. Όσα φιλιά και να δώσεις, 
αν ο άλλος δε σε θέλει,
τούμπες να κάνεις μπροστά του, δε θα συγκινηθεί διόλου». 

Άκουσα τη φωνή μέσα μου, και πήρα το δρόμο της επιστροφής. Ούτε πρίγκιπα θέλω, 
ούτε άσπρα άλογα. Έναν άνθρωπο να με θέλει 
όπως τον θέλω κι εγώ. 
Αυτό μόνο.

   Ευδοξία Γουργιωτη

Δευτέρα 10 Μαΐου 2021

Ριζωμένα πρέπει (της Μαρίας Μηνά)



Δίπλα στη πόρτα
χρόνια έτοιμη η βαλίτσα.
Έβγαλε ρίζες  φράξαν την πόρτα.
Από το σπασμένο τζάμι
 κοιτούσα τους δρόμους .
Ορθάνοικτοι και φωτεινοί .
Από μακριά μου έγνεφαν ζώντας,
αυτοί που μου δίδαξαν 
πως να μη ζήσω .
Καλά  περνούσαν.
Πήγα να ξεκλειδώσω τη πόρτα
δεν είχα χέρια.
Πήγα να ξεφωνίσω δεν είχα στόμα.
Ρίχνοντας μια τελευταία ματιά
κατάπια τα μάτια μου.
Η καρδιά μάτωσε
λύγισαν τα γόνατα.
Μα δεν προσκύνησα.
Τη πλάτη όρθωσα και
 την γροθιά 
πριν ξεψυχήσω.