Κυριακή 2 Μαΐου 2021

Άτιτλο (της Γεωργίας Κιτσουκη Βασιλειαδου)





 Φορτωμένες σ' ένα χρόνο
αμαρτίες μαζεμένες
Ένοχος φωνάζουν όλες
στέκονται αποφασισμένες
Βρίσκεσαι στη μέση μόνος
γύρω πέφτουνε σταγόνες
Θα ξεσπάσει καταιγίδα
χάνεται η κάθε ελπίδα
Σε έχουνε περικυκλώσει
απ τα πάντα αποκόψει
Ψάχνεις τον Θεό να βρεις
πρέπει για να στηριχτείς
Άρχισες να κλυδωνίζεσαι
πρόσεχε, μην απελπίζεσαι
Κάθε μέρα άλλη βροχή
σε τρομάζει, θα κρυφτείς
Κι όλο κρύβεσαι καλά
μα θα αποκαλυφθείς
Είναι έτσι δομημένα
να έρχονται όλα μαζεμένα
Για όλους δρομολογημένα
ή για σένα είναι φτιαγμένα
Όλα τώρα σε βαραίνουν
σε σειρά δύσκολα μπαίνουν
Άσκηση, δοκιμασίες
ίσως τίποτα τυχαίο
Χάσαμε ισορροπίες
μάθαμε για το ακραίο
Μια ανάσταση γυρεύεις
να ξεχάσεις, αυτό προσμένεις
Μα για να έρθει η Ανάσταση
προηγείται πάντα η κάθαρση..

Τετάρτη 28 Απριλίου 2021

ΠΑΝΤΑ ΤΟ ΤΕΛΟΣ (του Κυριάκου Δοσαρα)

 


Πάντα το τέλος
καραδοκεί σε μια ανύποπτη
στροφή του δρόμου μας.

Όσο κι αν τον στρώναμε στο διάβα μας
με τα νιογέννητα ολόφρεσκα άνθη της άνοιξης
τους μυρωδάτους από ουρανό στίχους μας
την ανάσα ζωής του απρόσμενου καινούργιου έρωτα
που μοιράζει απλόχερα φρούδες υποσχέσεις
την ελπίδα της παρθένας πρωινής ηλιαχτίδας
το ξεπροβόδισμα του απογευματινού λιογέρματος
τις θλιμμένες νότες του πιάνου εκεί κατά τα μεσάνυχτα
και το ναζιάρικο κρυφτό των άστρων
μέσα στις ζεστές μας παλάμες.

Πάντα το τέλος
καραδοκεί σε μια ανύποπτη
στροφή του δρόμου μας.

Όσο κι αν
η πολυπόθητη αρχή
ήταν στρωμένη με βάγια
υποσχέσεις για αιωνιότητα
ατέλειωτα παγωμένα ξενύχτια
σκέψεις από μια ακόμη ματωμένη πανσέληνο
και δάκρυα από φθαρτά υλικά.

Κι η ποίηση...

Πάντα φτωχή και πάντα παράταιρη
στις πολυάσχολες από ματαιότητα ζωές των ανθρώπων
ποιός την λογάριαζε όταν ούρλιαζε
ποιός την υπολόγιζε όταν δάκρυζε
ποιός χαιρόταν μαζί της όταν ερωτευόταν
ποιός την επισκεπτόταν όταν πονούσε
ποιός την λυπόταν όταν απλά σιωπούσε.

Ας της πετάξουμε φεύγοντας 
με το κεφάλι αλλού από ντροπή γυρισμένο
πριν αποχαιρετίσουμε για πάντα
ακόμη έναν δήθεν μεγάλο έρωτα
ένα ακόμη αρχαίο μαραμένο τριαντάφυλλο
επάνω στο νιόσκαφτο μνήμα της.


Κυριάκος Δοσαρας

ΣΤΗ ΧΩΡΑ ΤΟΥ ΑΝΥΠΑΡΚΤΟΥ (της Σοφίας Κοντογεώργου)

Διάφανα πουλιά 
στη χώρα του παραμυθιού 
με ηλιαχτίδες στα φτερά τους 
ζωντανεύουν θρύλους
Τόποι της φαντασίας 
ντύνουν τα μάτια με το ασύλληπτο 
κεντούν την ελπίδα 
της ύπαρξης του ανύπαρκτου
Ονειρικές καταδύσεις
στο κέντρο αρχέγονης αγκαλιάς αναδυόμενων κόσμων
Αλλόκοτες εκρήξεις χρωμάτων 
συνθέτουν ανείδωτους πίνακες 
μυστικής δημιουργίας 
Η θάλασσα συναντά τον ουρανό 
στην άκρη του ουράνιου τόξου μετουσιώνοντας την ορμή της κατάκτησης 
σε οργασμό της παράδοσης
Ο νους, ανυπάκουος ταξιδευτής 
γνέθει με κόκκινη κλωστή 
τη λαχτάρα της διαφυγής 
προς το ασύνορο σύμπαν 
της ελευθερίας του. 

Τρίτη 27 Απριλίου 2021

ΟΜΟΙΑ ΑΝΟΙΞΗ (της Κατερίνας Κουτσουνα Μπαχαρη)

 
Ποιο μάρμαρο να στήσω στου λιθόξοου την πόρτα, 
για να  σου φτιάξει άγαλμα που σού πρέπει;




Ποιες φεγγαροβραδιές να κατεβάσω,
πάρτι να κάμουμε αντάμα θησαυρέ μου;
Σε ποια σελίδα του κορμιού σου να καρφώσω τη Σελήνη,
να σε φωτίζει μαγικά τις νύχτες;
Στην οικουμένη απόκαμα να ψάχνω ευτυχία
για σένανε γυναίκα ,
που ανάλαφρη στον ουρανό κρεμιέται ..
Σαν καντηλέρι που φωτίζει τις ζωές μας !
Να μη γκρινιάζει η θάλασσα 
που έκλεψες τ´όνομά της..
Σου ταίριαξε τόσο πολύ....
Κι αν τ´αργυρό φεγγάρι καθρεφτίζεται 
στα γαλανά νερά της ......
Εσένα βλέπω στους αφρούς ..
Εσένα στα λιογέρματα.....
Εσένα στους βυθούς της....
Απέραντή  μου πεθυμιά στ´απέραντό σου διάσελο 
γυρεύω το θρονί που κάθεται η γυναίκα, όμοια  Άνοιξη.....


Πονάω (του Σπήλιου Παναγιωτοπουλου)

 




Είμαστε ίσοι όλοι απέναντι στον νόμο

χρόνια κοιμόμουν μ΄ένα τέτοιο παραμύθι

μα στα πλευρά μου ξαφνικά νιώθω έναν πόνο

όμοιο με εκείνον που και 'συ έχεις στα στήθη.


Και εγώ πονάω

κι όσο πονάω

πάνω στα πρέπει σας σαν λύκος θα ορμάω

τώρα πονάω

κι όσο πονάω

τις δόλιες λέξεις σας σαν όρνεα θα προγκάω.


Κάτσε ρε ήρεμος και κοίτα την δουλειά σου

μιλούν οι ειδήμονες για σένα στα κανάλια

κι όσο εσύ κοιτάζεις μόνο τη κοιλιά σου

το μπον φιλέ θα σου το τρώνε τα τσακάλια.


Αν τ΄όνειρο σου μοιάζει πες μου μ΄οπτασία

να κυνηγάς τα φώτα κει τέλος του δρόμου

κι αν νιώθεις πες μου και εσύ ευαισθησία

πάνω στο σώμα απ΄το βαρύ χέρι του νόμου.


Και εγώ πονάω

κι όσο πονάω

πάνω στα πρέπει σας σαν λύκος θα ορμάω

τώρα πονάω

κι όσο πονάω

τις δόλιες λέξεις σας σαν όρνεα θα προγκάω


Σπήλιος Παναγιωτόπουλος