Σάββατο 3 Απριλίου 2021

Μόνο εγώ...(της Αγγελικής Ντελια)



Εγώ μόνο ξέρω τους φόβους μου και τους αντέχω...

Ένας σκοτεινός ουρανός ο κόσμος τους που  μέσα του με κομματιάζει...

Το σώμα μου περιφέρει σαν αποκαίδι στον αέρα μια από δω και μια πέρα και πιο πέρα...

Την ψυχή μου ταπεινώνει...

Την καρδιά μου μαχαιρώνει, την ψυχή μου δεν ακούω μέσα στην καταιγίδα που ολοένα δυναμώνει...

-Και υπακούω...

Μόνο εγώ...

Εγώ μόνο αναγνωρίζω τα δεσμά τους...

Τις πέτρινες φυλακές που ασφαλίζουν τα μυστικά τους, τον κλειδοκράτωρα κόσμο...

Τα χέρια τους που δαπανούν χειρονομίες στο όνομά μου....

Τα μάτια τους που βολεύονται να κοιμούνται και να ξυπνούν μέσα στα δικά μου...

Τα μάτια τους φωτιά, τα μάτια μου άδεια και τυφλά...

Μόνο εγώ...

Εγώ μόνο θυσιάζομαι για να τους κρατήσω κοντά μου... 

Εγώ τους τρέφω, τους ποτίζω απ' τους χυμούς της νιότης μου, τους φροντίζω...

Τους ερωτεύομαι αλλά και τους γεννώ, τους μεγαλώνω...

Για να τους ανήκω...

Μόνο εγώ...

Εγώ μόνο δεν τους αντιμάχομαι, δεν τους πολεμώ...

Αλλά ναι, με μάθανε να πολεμώ μαζί τους τη ζωή μου!


Αγγελική Ντελια

Αποβροχάρα μια γαλήνη…(του Αριστομένη Λαγουβάρδου)

 



Αποβροχάρα  μια  γαλήνη  είχε  ξεμείνει,

στου  δάσου  τα  δεντρά,  στα  μονοπάτια,

του  βουρκωμένου  σύγνεφου  τα  μάτια,

της  γης  τον  πόνο  είχε  απαλύνει.


Τέτοια  ώρα  ο  λογισμός  διψά  και  πίνει,

της  γης  τα  πλούτη,  από  χρυσά  κανάτια,

κι ως  βάρκα  κυλά,  με  γερά  ξάρτια,

και  της  ζωής  την  πίκρα  αργοσβήνει.


Μα  του  ηλιού  ο  χρωστήρας  ξαναρχίζει,

να  ροδοβάφει  σύννεφα  στη  Δύση,

κι είν’  έγνοια,  η  βροχή  να  μην  ξυπνήσει.


Στιγμές  γλυκές  της  σιωπής  που  ανθούνε,

στα  σπίτια  που  η  αυλόπορτά  τους  τρίζει,

κι οι  γκιόνηδες  αργά  μονολογούνε.


ύνε.

Παρασκευή 2 Απριλίου 2021

Άτιτλο (της Εύας Γεωργίου)



Αν  μ’ αγαπήσεις πραγματικά μου είπε

σαν με αποχαιρετούσε την τελευταία φορά,

δεν θα χρειάζεται να μετράς

μήνες,

ούτε μέρες

μέχρι να ξανάρθω…

Ούτε αναγκαίο να με ψάχνεις σε ημερολόγια

και χάρτες…

Θα με αισθάνεσαι από χιλιόμετρα μακριά

Θα φοράω έντονο άρωμα!

Θα με ξεχωρίσεις... 

απο τα αναρίθμητα αξεσουάρ των  αποχρώσεων μου

Θα μ’ ακούσεις …

Το τραγούδι μου δεν άλλαξε, πάντα ίδιο…   σαγηνευτικό!

Θα ξυπνήσω όλες σου τις αισθήσεις...

Κοίτα!

Πανηγύρι πολύχρωμο ο ουρανός !!

Στολίστηκε κι αυτός για την άφιξη μιας  Ανοιξης!


Εύα Γεωργίου


Η μυροφόρος Άνοιξη (της Συλιας Χαδουλη)



Μυστηριακοι ψαλμοί σταλαζουν μύρο αφεσης

στις αιμορραγουσες φλέβες της μυροφορου Άνοιξης

Το πετρωμενο  φιλι του Ιούδα χαράζει με κοκκινες σταγονες

στις λευκες σελίδες του ημερολογίου της αιωνιότητας

θεατρικές σκηνές ζωής και θανάτου

Καταδίκες σιωπής σκεπάζουν την Πύλη του Παραδείσου με χρυση σκόνη σκουριάς 

Αρχαίοι Θεοί δικάζουν τις λευκες ωρες αγαπης που δεν δόθηκαν

Εκείνες τις ωρες που η Άνοιξη βάδιζε με τον αραχνουφαντο χιτώνα της

κεντημένο  με τα χρωματα της νεογεννητης αυγής,

μεςα στις εποχες του χρόνου.

Τα λυτά μαλλια της στόλιζε  ενα στεφανι πλεγμένο με τις επτά μικρες Πλειαδες 

και ολάνθιστους λεμονανθους

Κοράλλια, κοχυλια και θαλάσσιες ανεμώνες 

εξαγνισμένα από την μήτρα της αρχαιας θαλασσας

αγκάλιαζαν τα κρινοδακτυλα της

Σκόρπιζε σπόρους αγαπης στο υγρό χώμα της χώρας 

των ανθρωπίνων τοπίων θλίψης  

Ευωδιαστοί άνεμοι δρόσισαν  με πικρό μέλι τα διψασμένα χειλη των λειμώνων της απουσίας 

Ιεροτελεστίες μυστικές υψώνουν υμνωδιες αισθήσεων και παραισθήσεων 

Έφηβος ηλιος σφραγίζει την ιερή τελετουργία 

της αφεσης και της λύτρωσης.


Συλια Χαδουλη

Franz Xaver Winterhalter

Πέμπτη 1 Απριλίου 2021

Στην οδό αμνησίας (του Νικόλα Παπανικολόπουλου)



Στην οδό Αμνησίας...

Εκεί τον γνώρισα.

Ήταν θυμάμαι εθνική εορτή...

Με κάλεσε να γιορτάσουμε

μαζί...

Όλη μέρα κουνούσαμε σημαιάκια,

τρέχαμε, γελούσαμε...

Όλη μέρα πάνω κάτω

βαδίσαμε παρέα..

Η ώρα πέρασε.. νύχτωσε...

Του πρότεινα να μείνει στο σπίτι

να συνεχίσουμε τη γιορτή.

Το δέχτηκε...

Γιορτάζαμε την πατρίδα μας

ως το πρωί...


Το πρωί έλειπε...

Πήγα.. τον βρήκα...

Στην οδό Αμνησίας

όπου τον πρωτοείδα..

Μου συστήθηκε πάλι

από την αρχή..

"Η πατρίδα" μου είπε

"σας χρειάζεται"..

κι εγώ που τόσο

τον είχα πλέον αγαπήσει,

"ναι" είπα..

"Είμαι διαθέσιμη

σε κάθε θυσία"...

Και τότε

με παντρεύτηκε...


Κάθε πρωί, έλειπε....

Τον έβρισκα πάντοτε στην ίδια οδό..

Ποτέ δε με θυμόταν το πρωί..

Τα βράδια μόνο, σα νύχτωνε..

με είχε έγνοια....Λίμναζε

καράβι τσακισμένο στην αγκαλιά μου.

και κάθε πρωί έφευγε...

Όλο και πιο μακριά...

Τουλάχιστον έτσι μου φαίνεται

καθώς περάσανε χρόνια..

Έπαψα να τον γυρεύω...

Περίμενα μόνη στο σκοτάδι,

να φανεί..

Έπαψε κι εκείνος

να λιμνάζει κάθε βράδυ.


Ένα βράδυ δεν ήρθε πια..

Δεν γύρεψα να μάθω..

Περίμενα με την πόρτα ανοιχτή...

Ύστερα σφράγισα την πόρτα..

Σφράγισα τα μάτια...

Σίγουρη πως είμαι μόνη,

άνοιξα το μπαουλάκι της καρδιά μου,

κι αράδιασα εμπρός μου

όλη μου τη ζωή...

Όνειρα παλαιά.. όνειρα ξεχασμένα...

Πριν ξημερώσει,

κουρασμένη να κλαίω στα γόνατα...

μπήκα στο μπαούλο

και τό  'κλεισα.... 


Νικόλας Παπανικολόπουλος