Τρίτη 26 Ιανουαρίου 2021

"Χάδι της ζωής μου" (της Νορας Ξένου)



Μου θυμώνεις και το αίμα μου παγώνει.

Κάθε χαμόγελο το διαγράφει 

η σκληρή ματιά σου.

Τα δάκρυα μου, 

ζωγραφίζουν μαύρους κύκλους 

πνίγοντας όμορφες στιγμές 

του παρελθόντος.

Κράτα μου το χέρι, μίλησε μου.

Θέλω να σε νιώσω!! 

Είσαι η δύναμη μου!!! 

Χωρίς εσένα είμαι σαν πεταλούδα 

με σπασμένα τα φτερά της. 

Τα όνειρα γίνονται στάχτη 

όταν τα λόγια σου καίνε μέρος από αυτά.

Άφησε με να  χαϊδέψω το πρόσωπο σου, ηρεμώντας τις σκέψεις σου. 

Τίποτα δεν μπορεί να μας χωρίσει, 

είμαι κομμάτι του εαυτού σου, 

είσαι το χάδι της ζωής μου.

Χαμογέλασε μου και πάλι 

σκορπίζοντας την ελπίδα στα όνειρα μας.

Σ' αγαπάω!!! Δεν το νιώθεις;


Νόρα Ξένου

Δε ξεχνώ (της Ειρήνης Ανδρέου)



Περπατούσα αργά το βράδυ...

Μύριζε νυχτολούλουδο και γιασεμί

στην οδό Πενταδακτύλου.

Και στης Καντάρας την οδό 

βασιλικός και δυόσμος.

Στης προσφυγιάς τους κήπους

οι λεμονιές και οι ροδιές 

ολα τα δέντρα και τα άνθη

που φύτρωναν και στον βορρά 

φώναζαν το όνομά τους

κι ο  άνεμος τα ταξίδευε 

στις σκλαβωμένες τους αυλές

στις ρεματιές και τα βουνά. 

Άκουγαν οι μυγδαλιές

κι ετοίμαζαν την Άνοιξη

μαζί με τα κυκλάμινα.

Χρόνια και χρόνια ακούραστα

μάχονταν για  τούτο το όνειρο

τούτο το σμίξιμο ξανά. 

Τα πουλιά, οι πεταλούδες 

τα ζουζούνια σιγοντάριζαν

στο άσμα για αγάπη και ειρήνη

ίσως μερέψουν τα θεριά.. 

Τα μπαμ μπουμ τα κατατρόμαζαν

κι ευχόντουσαν ποτέ ξανά..... 

Κάθε δρόμος κι ένα χωριό

Κάθε σπίτι και πληγή

από τις μαύρες μνήμες

στους ματωμένους  πορτοκαλεώνες

και κυκλάμινα κι αυλές και θάλασσες.. 

Πώς να κλείσουν οι πληγές

σαν στον ορίζοντα αναβοσβήνει

η σημαία της ντροπής που μας θυμίζει

την μεγάλη προδοσία..

Τρίζουν οι νεκροί.. Ενός λεπτού σιγή...

Για τους νεκρούς και τους αγνοουμένους.

Οστά σχεδόν μισού αιώνα σε κάσες... 

τρύπια κρανία, Αθάνατοι, σημαίες 

στεφάνια, "τα ψεύτικα τα λόγια τα μεγάλα"..

 μάνες αυλακωμένες ανεξίτηλα..

Η σιγή ενός λεπτού αφορά τους άλλους..

Οχι τις μάνες των οδοφραγμάτων

Ο  χρόνος τους σταμάτησε στο μαύρο 

το μαντάτο σαν εξανεμίστηκαν

όλες τους οι ελπίδες............. 


Μύριζε νυχτολούλουδο και γιασεμί, βασιλικός  και δυόσμος

στις οδούς Πενταδακτύλου και Καντάρας

κι όλων των γραμμένων σε ταμπέλλες

αγαπημένων τόπων.. 

Μα θέλω τόσο πολύ να σεργιανίσω 

ελεύθερα δίχως ταυτότητα να δείξω

στον εχθρό στις όμορφες βουνοκορφές

 με τα κυκλάμινα στους πορτοκαλεώνες

Της Μόρφου και της Βασιλεύουσας

 κι απ' της Καντάρας το Κάστρο

και του Αποστολου Αντρέα την Μονή

ν' αγναντέψω την απέραντη

θάλασσα της αγαπημένης μας Κύπρου 

χωρίς τα τούρκικα ονόματα

στις ταμπέλλες με τα οποία

ασελγούν στα όμορφα μας μέρη...... 


ΑΜΗΝ.....

ΔΕΝ ΞΕΧΝΩ


Ειρήνη Ανδρέου

Δευτέρα 25 Ιανουαρίου 2021

Το κουδούνι (του Νικόλα Παπανικολόπουλου)

Κάποιος στον πάνω όροφο σέρνει έπιπλα. Η γειτόνισσα με την βροντερή φωνή από την απέναντι πολυκατοικία, μαλώνει τον μικρό της γιο που ούτε δυόμιση δεν είναι ακόμα, γιατί όπως ωρύεται, αντί να παίζει φρόνιμα όπως όλα τα παιδάκια, κάνει την πρώτη ηλιθιότητα που θα του κατέβει στο νου..  Κάποια τηλεόραση ενημερώνει ακατάπαυστα πως κάθε κακό προέρχεται από μας, ενώ κάθε τι καλό, από τις ευγενείς προθέσεις και τους καλούς σχεδιασμούς των αρμοδίων. Υπάρχει κάποιο συνεργείο, η βοή από τα εργαλεία τους, που τρυπάνε, κόβουν, βιδώνουν, ακούγεται συχνά πυκνά. 

  Ο χρόνος, λένε οι νεώτερες θεωρίες, είναι επίπεδος, ένα διάνυσμα με αρχή μέση τέλος, όλα εκεί… ακίνητα, καθώς όλα έχουνε ήδη συμβεί. Και είναι η νόηση, η συνείδηση, που μας επιτρέπει να κόβουμε βόλτες πάνω στο ακίνητο σώμα του χρόνου, ζώντας κάθε στιγμή, το σημείο δηλαδή όπου η συνείδηση  κάθε φορά επικεντρώνεται, σαν νιογέννητη, μοναδική, και πέρασμα από μια νοητή κατάσταση που ονομάζουμε “πριν”, σε μια κατάσταση που αποκαλούμε “μετά”. Μπορούμε να βιώσουμε την ίδια στιγμή άπειρες φορές, να την αντιληφθούμε σε πολλές διαφορετικές εκδοχές της    χρησιμοποιώντας την φαντασία… 

  Επικεντρωμένος σε αυτή την θεώρηση ο Γιώργος, επιλέγει να αγνοήσει όλο τον θόρυβο γύρω του, απολαμβάνοντας την μουσική από το youtube, σαν να ήταν μόνο αυτός εκεί, κι η μελωδία. Πάνω σ’ ένα λευκό χαρτί, στριμώχνει συναισθήματα και σκέψεις, τόσο ασφυκτικά που στο τέλος το σχίζει, το πετάει, και αρχίζοντας πάλι από την αρχή, χάνεται σαν να βυθίζεται σε ένα απέραντο ωκεανό, αναμεταξύ μουσικής και των εικόνων που προσπαθεί με τις λέξεις να φτιάξει.

Το κουδούνι χτυπά… Βυθισμένος στον κόσμο του, ο Γιώργος το αγνοεί θέλοντας να συνεχίσει το το εσωτερικό του αυτό ταξίδι. Όμως, όποιος κι αν βρίσκεται πίσω από την πόρτα, χωρίς καμιά ενσυναίσθηση πόσο ταράζει τον Γιώργο, πατά επίμονα το κουδούνι ξανά. Τα μάτια του μικραίνουν, αναλογίζεται αν έχει νόημα να αγνοήσει κι άλλο τον απρόσκλητο επισκέπτη, ή μήπως είναι πιο φρόνιμο να τελειώνει με αυτόν μια και καλή, ανοίγοντας την πόρτα. Απρόθυμα σηκώνεται από την καρέκλα κι ανοίγει την πόρτα. Κοιτά δεξιά, κοιτά αριστερά, την ξανακλείνει.. “Πάει”, σκέφτεται, “όποιος κι αν ήταν δεν είναι, έφυγε ευτυχώς!” Μα το κουδούνι ξαναχτυπά, τώρα βροντούν και την πόρτα… Κοιτά από το ματάκι, κανείς! Ανοίγει την πόρτα διάπλατα, σίγουρος πως κάποιος του κάνει πλάκα, και φωνάζει αν είναι κάποιος εκεί. .. Καμιά απάντηση. Αφουγκράζεται.. κανείς δεν ακούγεται στην σκάλα… Θυμωμένος, τρέχει καθώς μένει στον πρώτο όροφο στο ισόγειο να ανακαλύψει τον φταίχτη… Κανείς! Ανεβαίνει τρέχοντας, προς τα πάνω.. Σκέφτεται πως όποιος είναι , έχει κρυφτεί στην πάνω σκάλα… ο νους του πάει πλέον, από την απλή φάρσα σε κλέφτες… Πάλι κανείς. Τώρα φοβάται, τρέμει πως, καθώς βιαστικά κατεβαίνοντας την σκάλα είχε αφήσει την πόρτα μισάνοιχτη, πως, όποιος ή όποιοι κι αν είναι, μπορεί πλέον να βρίσκονται μέσα στο σπίτι του…  Ανοίγει την πόρτα ορθάνοιχτη. Κοιτά, ακούει, σκέφτεται… Παίρνει τάχα τηλέφωνο… “Έλα Κώστα, μπορείς να κατέβεις λίγο στο σπίτι , κάτι παράξενο συμβαίνει.. ναι, ελάτε μαζί…!” Κλείνει τάχα το τηλέφωνο.. Προχωρά μέσα με προσοχή… Ψάχνει σαν κομάντο σε αποστολή ένα ένα τα δωμάτια με όλες τις προφυλάξεις… κανείς…. Ξαναψάχνει, βεβαιώνεται, κλειδώνει την πόρτα. Μα η πόρτα ξαναχτυπά. Στέκεται πίσω της, παραμονεύει από το ματάκι την επόμενη φορά… Περιμένει  ώρα χωρίς τίποτα να συμβαίνει, κάνει να φύγει, κι η πόρτα πάλι χτυπά. Σχεδόν κλαίει από τα νεύρα του, μα δεν ανοίγει… Το έχει πάρει απόφαση, πως, δεν θα δώσει καμιά σημασία -  κάποια στιγμή θα περάσει κι αυτό όπως όλα… Κάθεται στον καναπέ, με κεφάλι σκυμμένο και περιμένει την ανακουφιστική τούτη στιγμή. Να ακούσει πάλι μουσική, ούτε λόγος… Τώρα δεν μπορεί να κάνει τίποτα άλλο πέρα από αυτό: Να περιμένει. 

  Καθώς περίμενε, και περίμενε, και περίμενε, κάποια στιγμή οι περίοικοι ανήσυχοι αποφασίσανε να βρούνε τον Γιώργο, να δουν αν είναι καλά, αν πέθανε ή ζει… Καθώς όποτε κι αν χτυπήσανε δεν πήραν απάντηση ζητήσανε την βοήθεια της αστυνομίας. Το σπίτι άδειο, φώτα σβηστά, μια μυρωδιά από σέπια νεκρών ρόδων… Ένας παλιός υπολογιστής σ’ ένα γραφείο, μια λιτή κρεβατοκάμαρα και μια καρέκλα, λίγα σκονισμένα βιβλία στο ράφι. Κανείς δεν ήξερε να πει κάτι, κανείς δεν έμαθε ποτέ. Αν μπορούσανε ωστόσο να δουν μέσα στα σωθικά του υπολογιστή, θα βλέπανε πως ο Γιώργος ήταν ακόμα εκεί, χωρίς ν' ακούει από καιρό μουσική, περιμένοντας...

   Αυτό που δεν γνώριζε ο Γιώργος, είναι πως την πόρτα του χτύπαγε η ίδια η ζωή… Που όπως όλα, έτσι κι αυτή, στο τέλος πέρασε.

Νικόλας Παπανικολόπουλος

για όσους δεν μπορούν (του Χρήστου Φλουρη)

 



ο κόσμος όλος άφταιγος κι εγώ μονάχα φταίω 

αυτή είναι η μεγάλη μου πληγή 

δεν έμαθα να κλαίγομαι γι’ αυτό συνέχεια κλαίω

για όλους τους απόκληρους στη γη 


για τα εν γνώσει μου πενθώ και για τα εν αγνοία 

 για τα εν συνειδήσει μου θρηνώ

που ήξερα τι χαλκεύεται στου κόσμου τα χαλκεία

μα είχα επιλέξει να σιωπώ


κι έλεγα «εγώ δεν έφταιξα δεν πείραξα κανένα 

δεν θέλησα ποτέ μου το κακό» 

πιστεύοντας πως κρίνομαι μόνο απ’ τα πεπραγμένα 

κι όχι για όσα ανέχομαι να ζω 


μα ξάφνου ακούστηκε ηχώ απ’ τα τρίσβαθα του εντός μου

σαν από μια βαθιά δεξαμενή

να ρίξω –λέει -  στα Τάρταρα το χαϊδεμένο «εγώ» μου

να βγάλω για όσους δεν μπορούν, φωνή



Χρήστος Φλουρης


Κυριακή 24 Ιανουαρίου 2021

Θαύμα η αγάπη (της Παρασκευής Κηπουριδου)



Αν σε κουράσει ο σκληρός κόσμος

και η ελπίδα σου ξεφτίσει

της θλίψης δεν είναι λύση ο δρόμος

η αγάπη θα σε βοηθήσει.


Αν αξημέρωτη η νύχτα σου μοιάζει 

και κάθε άστρο έχει σβήσει 

αν η μοναξιά της ζήσης σε τρομάζει

η αγάπη θα σε βοηθήσει.


Αν την καρδιά σου βρίσκεις άδεια

και το όνειρο έχει λακίσει

με αγάπης χάδι σπάσε τα σκοτάδια

η αγάπη θα σε βοηθήσει.

 

Σε αληθινής αγάπης γείρε αγκάλη

γαλήνης χάδι να σου χαρίσει

για να νιώσεις της χαράς τη ζάλη

η αγάπη θα σε βοηθήσει.


Αν ευτυχία δεν μπορείς να δρέψεις

και ανέλπιδο σε έχει ντύσει

μη βασανίζεσαι με μαύρες σκέψεις

η αγάπη θα σε βοηθήσει.


Αν θαρρείς πως η αγάπη έχει χαθεί

και αδυνατεί να ανθίσει

σε απίθανα μέρη υπάρχουν οι ανθοί

η αγάπη θα σε βοηθήσει.


Παρασκευή Κηπουριδου