Δευτέρα 4 Ιανουαρίου 2021

ΒΟΥΤΑ ΣΤΑ ΒΑΘΗ (του Τάσου Βασιλειάδη)

 



Βούτα στα βάθη…. 

Αυτά τα βάθη

που βρίσκονται μέσα σου….. 

Η Άβυσσος

που κρύβεται μέσα σου, σου χαμογελά….


Ποιος είναι όμως αυτός, που το τόλμησε

αυτό, ώστε να ακολουθήσεις το παράδειγμα του;…

Ελάχιστοι, και πόσοι, άραγε από αυτούς ,να επέστρεψαν

από την άβυσσο αυτή;… Ποιος ξέρει, άραγε;…..


Ο Βελλεροφόντης, μπορεί  ακόμα να κυνηγά χίμαιρες.

Ποιος ξέρει; Όμως, που;…

Ο Οιδίποδας, ισως να έχει 

εξιλεωθεί, ίσως πάλι, και όχι….


Και όλοι αυτοί που Βούτηξαν στην Άβυσσο….

Στην Άβυσσο της βαθιάς, άγριας θάλασσας, που

Λυσσομανά αγριεμένη και τρικυμισμένη μέσα μας….

Εσύ, όμως, μην σκέπτεσαι το μετά, απλά, 

ΒΟΥΤΑ ΣΤΑ ΒΑΘΗ….


Τάσος Βασιλειάδης

[Εναλλαγή] (της Χρυσαυγής Τούμπα)



Κι όπως η νύχτα τυφλή το σπίτι γεμίζει

μετακινούνται οι σκιές πάνω στους τοίχους

θριαμβεύουν σύννεφα απειλητικά

παρασυρμένα από κάποιον ανύπαρκτο άνεμο.


Τα μάτια τη νύχτα νοσταλγούν

γίνονται δυο παγωμένα παράθυρα

περιδιαβαίνουν κατά μήκος του γκρίζου δρόμου

τρυφερά μυστικά στη μνήμη επανεμφανίζονται.


Είναι τη νύχτα που μπερδεύω πια την απουσία σου με το χειμώνα

τα μάτια σου με το κλείσιμο της μέρας

τα χέρια σου με τα σπασμένα κλαριά των δέντρων.


Μα το πρωί μια γάτα ερωτευμένη 

χα'ι'δολογιέται στα πόδια μου

ένα γέλιο μακρινό με το νήμα του ανέμου

φτάνει στο δέρμα μου - έχει ξημερώσει.


Μέρες ανάλαφρες  - και νιώθω στο σπίτι

ένα φως κατευναστικό

και μέρες που οι σιλουέτες των δέντρων 

ξεπροβάλλουν φαντάσματα στο παραθύρι.


Χρυσαυγή Τούμπα

Κυριακή 3 Ιανουαρίου 2021

Φοβούμαι μήπως χαθούνε (της Άρτεμις Κριμιτσα)



Την ποίηση του διαβάζω και έχω λιώσει 

Νοιώθω τόσο πολύ μικρή 

Φοβούμαι τους στίχους μου θα ξεγυμνώσει 

Εκείνος τους στόλιζε με βότσαλα 

Τους δικούς μου άραγε η θάλασσα θα σώσει;


Εκείνος με τον ηλιάτορα τους έλουζε 

Με μυρωδιές αλισμαρί και δυόσμο να μοσχοβολούνε 

Εγώ πείτε μου ποια είμαι εγώ

Τη μοίρα τους φοβούμαι 

Φοβούμαι μήπως στο βυθό της πέσουνε 

Πέσουνε και χαθουνε


Θαλασσινιά μου θάλασσα εσύ 

Πλημμύρα της καρδιάς μου

Μέθυσε τους στίχους μου

Κύματα βάλε στα όνειρά μου

Να μπαίνουν στις καρδιές 

Ωσάν την Άνοιξη

Λουλούδια να σκορπούνε 

Και δάκρυα αγάπης και χαράς 

Στα πέταλα τους γλυκά να ακουμπούνε 


Άρτεμις Κριμιτσα

Από την καλντέρα της ψυχής μου

ΜΗΝ ΕΙΔΑΤΕ; (της Κυριακής Δράκου)

 


Μην είδατε εκείνο το παλληκάρι που χάθηκε;

Απεγνωσμένα το ζητούσε η μάνα κι ο πατέρας.

Βαλσαμώθηκε η ειρήνη στο αλίμονο.

Βαδίζουμε ξυπόλητοι στην αναμονή της επιστροφής.

Μην είδατε το φως της λευτεριάς;

Η υπομονή εξουθένωσε τα σώματα, μα οι ψυχές κυλούν ελπίδα.


Μην είδατε αν το νήμα της ζωής του κόπηκε σε συρματοπλέγματα;

Μήπως πότισε τις παπαρούνες να ανθίσουν;

Ο πόλεμος έσταξε στα χείλη της μητέρας πόνο.

Σε μια γωνιά σιωπηλή με τα μάτια γεμάτα αλμύρα,

κρατά μια μαυρόασπρη φωτογραφία .


Το βλέμμα χαμήλωσε, τα  κατακόκκινα  της μάτια κοιτάζουν το βορρά.

Οι παπαρούνες δακρύζουν και το αγέρι ψέλνει τον εθνικό μας ύμνο.

Πέρασαν τόσα χρόνια…

Η μάνα με το μπαστούνι της πηγαίνει κάθε μέρα στα σύνορα.

Ψάχνει το χαμόγελο της, μα κανένα μαντάτο δεν την ησυχάζει...


Φεύγει κάθε μέρα  η ανάσα της, λιγόστεψε το φως στην πίκρα, στο κλάμα.

Το αναφίλημα του χρόνου ησύχασε, μα η θλίψη της  στάζει αναμονή.

Εκεί στα συρματοπλέγματα ταΐζει τα πουλιά, περιμένει μήνυμα αγκαλιάς.

Κι όλοι όσοι την βλέπουν, την φωνάζουνε σκιά της μοίρας του πολέμου.


Ήταν άνοιξη οι παπαρούνες άνθισαν,

εκείνη ακουμπούσε το αίμα του παιδιού της στα πέταλα τους.

Ξεκίνησε να φωνάζει μην είδατε το γιό μου;

Έγειρε κατά γης άφησε  την πνοή της στην ρίζα της γης.


Την επόμενη μέρα  τα δάκρυα της έσμιξαν με την πρωινή νοτιά.

Οι παπαρούνες έσταξαν σπόρους λευτεριάς.

Και οι περαστικοί περπατούσαν και ψιθύριζαν…

Μην είδατε τη λευτεριά;

Ελεύθερη η καρδιά ας μείνει, να ποτίζει με ειρήνη τη γη.


Κυριακή Δράκου

Σάββατο 2 Ιανουαρίου 2021

Οι όμορφοι άνθρωποι όταν χωρίζουνε.. (της Μπέττυς Κουτσιου)





Οι όμορφοι άνθρωποι όταν χωρίζουνε..

Γίνονται λίμνες.

Λυπημένες..

Σε μια ατελείωτη προσμονή από μία καταδικασμένη αγάπη.

Παραμονεύουνε μια στάλα ήλιο να τις ζεστάνει.

Να τις φωτίσει.

Περιμένουνε ένα καθαρό βλέμμα να βυθιστεί μέσα τους..

Να τους χαμογελάσει.

Να αρχίσει πάλι το φώς να αντανακλάει πάνω τους.


Οι όμορφοι άνθρωποι όταν χωρίζουνε..

Γίνονται λίμνες.

Έχουνε την θλίψη ζωγραφισμένη πάνω τους..

Έχουνε έναν γκρίζο ουρανό να τους συντροφεύει τα βροχερά τους απογεύματα..

Έχουνε την ήρεμη περηφάνια που τους ντύνει με ενα πέπλο μοναχικότητας.


Οι όμορφοι άνθρωποι όταν χωρίζουνε..

Γίνονται λίμνες.

Γιατί η θάλασσα είναι πολύ μικρή να χωρέσει τον εγωισμό τους..

Και  ο ωκεανός πολύ μεγάλος να αντέξει την αγάπη τους.

Έτσι σπάνε σε μικρά  μικρά κομμάτια..

Χωρίζουνε και πνίγονται μόνοι τους στα δικά τους δάκρυα.

Που ποτέ πιά δεν θα πέσουνε στην θάλασσα που αφήσανε.

Παρά μόνο θα σιγοκαίνε μέσα τους αιώνια..

Και θα πονάνε την δική τους καρδιά για πάντα.


Οι όμορφοι άνθρωποι δεν χωρίζουνε ποτέ..

Δεν μπορεί να σκιστεί μία αγάπη στη μέση..

Μπορεί μόνο να πεθάνει κάποτε και εκείνη..

Δίπλα τους..

Μαζί τους.         


Μπέττυ Κουτσιου