Πέμπτη 24 Δεκεμβρίου 2020

Εφτάψυχη (της Νίκης Γκριζανοφσκι)

Εφτάψυχη με γέννησε η μάνα μου,

για να γιατρεύω μόνη τις πληγές μου.

Μ’  ανάθρεψε με χάδια που στερήθηκε.

Πόσες φορές στην μοίρα μου δεήθηκε


Σε μιαν αυλή με γιασεμιά ζωή σε γνώρισα,

στην ίδια αυλή που τη ζωή μου όρισα,

τα παραμύθια της γιαγιάς να τα λατρεύω,

το τέλος τους με ακρίβεια να μαντεύω


Στην ίδια αυλή τα γιασεμιά ξεράθηκαν

τα παραμύθια της γιαγιάς ξεχάστηκαν

κι οι γάτες πλέον δεν είναι εφτάψυχες,

μέσα  στις στράτες γίνανε άψυχες

.

Χειμώνες δύσκολοι, όλα προδόθηκαν.

και τα όνειρά μου τσαλακώθηκαν.

Στραβό χαμόγελο σε ότι κι αν πέρασα

για ένα τίποτα, μα μάνα γέρασα…


Στην ίδια αυλή τα γιασεμιά ξεράθηκαν

τα παραμύθια της γιαγιάς ξεχάστηκαν

κι οι γάτες πλέον δεν είναι εφτάψυχες,

μέσα  στις στράτες γίνανε άψυχες…


Νίκη Γκριζανοφσκι

Ανώνυμο (του Ντίνου Γλαρου)

  



Δεν προσπαθώ να σε αλλάξω 

προσαρμόζομαι σε αυτά που μου δίνεις 

και χέρι-χέρι προχωράμε 

σε μονοπάτια δύσβατα 

σε ανείδωτες θάλασσες. 

Τα μυστικά που κρύβεις 

δεν ξέρω αν θα τα βρω ποτέ 

μα θα σκάβω, εργάτης ακούραστος 

και τις πέτρες θα σπάω της Γνώσης 

κι όταν το βράδυ με τα χέρια ματωμένα 

θα ξαποσταίνω γερμένος στα μάτια σου 

θα ακουμπάς τις αλήθειες σου 

αμυδρή πληρωμή 

για τους κόπους της μέρας. 


Ντίνος Ι. Γλαρος

Τετάρτη 23 Δεκεμβρίου 2020

ΤΑ ΑΝΘΡΏΠΙΝΑ ΡΟΎΧΑ ΤΗΣ ΜΟΝΑΞΙΆΣ (του Πέτρου Βελουδα)

Μια αμμουδιά να κλάψει

αφήνοντας να κυλήσει σαν βοτσαλάκι χρυσοκίτρινο 

από το φιλί του ήλιου ένα ηλιόλουστο δάκρυ

ρούχο βρεγμένο στις θλιβερές απολήξεις

του μεθυσμένου χειμώνα...

Το δάκρυ αποκτάει αδιάβροχο εικονικό σώμα

στεγνωμένη η εγκατάλειψη του από τα μάτια

που θυμώνουν και δεν δακρύζουν

ούτε στη λύπη ούτε στους ματαιόδοξους καημούς.

Ο ουρανός το παίρνει το εικονικό δάκρυ από το χέρι

και με ταχταρίσματα το αποκοιμίζει τρυφερά

σε συννεφάκια ως μαξιλάρια...

Από τα βάθη του υποσυνείδητου του ήλιου

εγεννήθηκε ένας κόκκινος αστερίας

ζώντας μοναχικά κάθε τόσο στον καθρέφτη του ουρανού

πρόβαρε και διαφορετικά ρούχα.

Μια σαγηνευτική μεταμορφωμένη ως γυναίκα,

ένα πλάσμα φορώντας στα μάτια της

μακιγιαρισμένα τα εικονικά δάκρυα

του προτείνει ως ειδική της μόδας

να φορέσει την δικιά της κολεξιόν...

Η ίδια η μοναξιά έντυσε τον αστερία με ανθρώπινα ρούχα,

του ζωγράφισε με ματωμένα απ' την καρδιά της πινέλα

ένα σαρκαστικό...χαμόγελο.

Σε κάτι ψεύτικά αμαρτήματα ντυμένος την ετικέτα της μοναξιάς

Ένιωσε ξαφνικά ο αστερίας να αλλάζει ο έσω ψυχισμός του

και από μέσα του αναδύθηκε ένας χιονάνθρωπος

λέγοντας του "κρυώνω δάνεισε μου τα ρούχα σου να ντυθώ

εσένα σε ντύνει ο ήλιος"....

Κανείς από τότε δε ξαναφόρεσε τα ρούχα της μοναξιάς,

τόσο ο αστερίας οσο και ο χιονάνθρωπος

ξεδίψασαν από το νερό της...Ανθρωπιάς

και τα δάκρυα τους έχοντας ψυχή

κυλούσαν γαλήνια πάνω σε φέρετρα 

της ανθρώπινης λιγοστής μα και σύντομης για ...δάκρυα ματαιότητας!.


Πέτρος Βελουδας

Τρίτη 22 Δεκεμβρίου 2020

Το σύμπαν λαλεί (του Βασίλη Σπανού)



Μιλάμε, ζούμε και πράττουμε

σαν να είμαστε μόνοι στο σύμπαν,

σαν να είμαστε κυρίαρχοι αυτής της κοσμικής αρένας,

πάνω σε μια χλωμή κουκίδα φωτός,

πάνω σε μια γωνιά ενός πίξελ

μιας άπειρης συμπαντικής οθόνης.

Ελάχιστοι της παρακμής

μοναχικοί επιβήτορες της σκόνης

ροπές μιας ατέρμονης διαφυγής από την ευθύνη

και την συνείδηση,

μανιώδεις καταναλωτές μιας σούπας απληστίας

με μπόλικο εγώ.

Είμαστε εδώ

καταδικασμένοι να ζούμε την αδιαφορία του σύμπαντος

σαν να μην υπάρχουμε καν, σαν να μην υπήρξαμε ποτέ.

Κανένα παρελθόν δεν νοιάζεται για μας

κανένα μέλλον δεν μας συμπονά

κι ούτε παρόν δεν θα βρεθεί την μοίρα μας να στέρξει.

Καταντήσαμε επιδειξίες ενός παραλογισμού αλαζονείας

τυφλοί ακόλουθοι μονόφθαλμων δογμάτων

ζαλισμένα κύτταρα

κάτω απ' το πέλμα του καρκίνου του χρήματος

συμπιεσμένες ζωές και κελύφη δίχως περιεχόμενο.

Εκστασιασμένες σημαίες χωρίς ιστούς

πεσμένες στο χώμα.

Ότι είμαστε, ότι γνωρίσαμε, ότι αγαπήσαμε

ότι χαρήκαμε ή λυπηθήκαμε

ότι ακούσαμε και ότι ζήσαμε

πάνω σ' αυτή την χλωμή κουκίδα φωτός

είναι ένα πολύ μικρό μέρος

εμπρός στο δέος και το μέγιστον,

μια μαρμαρυγή ελάσματος φωτός ανακλωμένου

κι ένα ζαλισμένο πέταγμα πεταλούδας

σε αστρική καταιγίδα.

Πέρα μακριά στην τύχη του απέραντου

το σύμπαν λαλεί

της μοναξιάς μας την εορτή και το ρημαδιό της ερημιάς μας

συνθλίβοντας ακατάπαυστα την σιγή μας.

Μαδά τα πρόσκαιρα άνθη των κήπων μας 

και ανακράζει το άπειρο.

Η σάρκα μας, η αίσθηση μας, η συνείδηση μας

σταυρώνονται σε τόπους εφήμερους χωλαίνοντας τον θάνατο

καταμεσής στον χρόνο 

που χτίζει και γκρεμίζει επί πάσης αβύσσου

δείχνοντας καγχάζοντας την ουλή του.

Είμαστε μια ρυτίδα ύλης στο μάγουλο του σύμπαντος

στοιχειωμένο χρονικό

φυλλομετρημένο απ' το απέραντο

σημαδεμένα ηλεκτρόνια δεσμώτες του πυρήνα τους

μια άδικη του κόσμου ικεσία

εμπρός στα παράφορα κοσμικά συμβάντα

και στο αδιάστατο.

Αυθαιρεσία αφανισμού 

πάνω στα σανδάλια της αιωνιότητας

νερό Αχερούσιο που γλύφει την προσωρινότητα.


Βασίλης Σπανός

ΖΩΗ ΜΟΥ ΕΣΥ (της Αθανασίας Δαμπολια)



Φίλα με ν' αντέχω την απουσία σου. 

Φίλα με δίχως αύριο. 

Φύσα με στο στόμα να πάρω ζωή

απ' την ανάσα σου. 

Δωσ' μου την γλύκα των χειλιών σου να γευτώ

να τραγουδώ παιάνες. 

Να απαγγέλω το "Άσμα ασμάτων"

ψιθυρίζοντάς σε στ' αυτί. 

Πάρε τους κτύπους μου για πλήκτρα

ακούγοντας το σ' αγαπώ μου.... 

και δημιούργησε τη δική μας μελωδία. 

Πάρε τα πάντα μου, γιατί είναι δικά σου

και χάραξέ μου την ύπαρξή σου επάνω μου

να μην μου λείπεις. 

Κλείσε με στην αγκαλιά σου 

και σφράγισε το στόμα μου

με το πιο ποθητό φιλί σου. 

Και άσε... να χαθώ για πάντα μέσα σου. 


Αθανασία Δαμπολια