Παρασκευή 13 Νοεμβρίου 2020

ΦΙΛΙ ΠΝΟΗΣ (του Βασίλειου Ν. Κατζικά)



Η ζωή μου,

το πολυτιμότερο δώρο, 

η ζωή μου, 

ένα ατύχημα,

απόρροια 

παράνομων προσπεράσεων,

ύβρις 

σε κάθε νόμιμη προτεραιότητα. 


Και τώρα,

κείτομαι 

ξαπλωμένος ανάσκελα, 

όχι νικητής 

πάνω στην ασπίδα μου,

αλλά ηττημένος 

πάνω στη καυτή άσφαλτο,

στην άσφαλτο 

των επιλογών μου.


Όλα, 

ένα- ένα τα λάθη μου,

περνούν

μπροστά από τα μάτια μου, 

δεν προλαβαίνω να γευτώ 

τη μνήμη της χαράς,

μόνο ένα δάκρυ 

και μετά άλλα, 

κυλάνε 

από τα μάτια μου.


Θεέ μου, 

δεν πρόλαβα να κάνω 

κάτι καλό ακόμη.


Δάκρυα, δάκρυα πολλά, 

όχι δικά μου, 

αλλά των άλλων,

πέφτοντας ζέχνουν 

και φουντώνουν 

τη κάψα της ασφάλτου,

μα τα δικά μου

εξατμίζονται αδύναμα 

να τη σβήσουν.

Νιώθω τα χέρια σου, 

τα δροσερά χέρια της αγάπης, 

να πιέζουν δυνατά το στέρνο μου,

ρυθμικά, 

ένα, δύο,....... τριάντα 

και Θεέ μου, περιμένω, 

αχ περιμένω το φιλί σου

να μου δώσει αναπνοή, 

το φιλί της ζωής. 


Βασίλειος Ν. Κατζικάς




δεν έπαψα (του Χρήστου Φλουρη)

 



εδώ στην εσχατιά της γης που θάλασσα δεν έχει

αντέχω ό,τι μ’ αντέχει

φιλώ ό,τι με πονά

σαπίζω… τι κι αν έλεγα πως θα σε πολεμήσω

θεριό να σε νικήσω

λόγια ήτανε κενά


μα υπάρχει κάτι μέσα μου που αρνείται να υποκύψει

που δεν μυρίζει σήψη

και κάμαρες κλειστές

που είναι γεμάτο πέλαγος και κύματα αφρισμένα

δρυμούς, δάση παρθένα

τρεχούμενες πηγές


γι’ αυτό και να ονειρεύομαι δεν έπαψα ως τα τώρα

να καρτερώ την ώρα

που θα αναμετρηθώ

με τα θεριά, με τα στοιχειά, με τη ζωή την ίδια

που μου ‘ταξε ταξίδια

μα μ’ έθαψε στο εδώ


και λέω «κάνε υπομονή» στον Σίσυφο εαυτό μου

τον βράχο το δικό μου,

θα τον κυλήσω εγώ

τα βάρη δεν ξεφόρτωσα ποτέ μου σ’ άλλες πλάτες

και μισεμούς κι αγάπες

μόνος μου τα περνώ...


Χρήστος Φλουρης

Πέμπτη 12 Νοεμβρίου 2020

Οι παρενθέσεις (της Ειρήνης Σκευοφύλαξ)



 Η ζωή είναι γεμάτη παρενθέσεις.

Ανοίγει μια, για να μπουν τα ωραία 

και την κλείνει, μόλις βαρύνει ο καιρός.  

Τέλος εποχής και μάζεψα παρενθέσεις. 

Που άνοιξαν, αλλά δεν έκλεισαν. 

Σαν τα τσουβάλια ρίχτηκαν σε μια γωνιά 

οι όμορφες στιγμές μας 

και ψάχνω στα χαμένα τα όσα άφησες. 

Μα τώρα μόλις έκλεισα μια μεγάλη παρένθεση. 

Με τύφλωσε το χρώμα και το φως. 

Με κούρασε το ξεκίνημα και το σταμάτημα.  

Τραβώ μια γραμμή κι αλλάζω σελίδα.

Παίζει ακόμα μάμπο το ραδιόφωνο.

Έλα να κλείσουμε μαζί την παρένθεση αυτή.

Σύρε το σύρτη και δες την άλλη μέρα. 

Η καρδιά μου ανοίγει να σε δεχτεί 

σαν την παρένθεση.

Κάνε κουπί και φτάσε με. 

Μη χάνεις τη ρότα σου. 

Ο άνεμος θα σ΄οδηγήσει. 

Δύσκολοι καιροί για ν΄αλλάξουμε ρυθμούς. 

Μα πιο δυσάρεστες οι παρενθέσεις, 

όταν κλείνουν αναγκαστικά.  

Νομίζω βρήκα τα χαμένα σου. 

Κλείσε γρήγορα την παρένθεση,

να μη χαθούν και πάλι. 

Όλη η ζωή μας στιγμές μικρές, 

που ταξιδεύουν σε μιαν άγνωστη διαδρομή. 

Στο τέλος θα μετρήσουμε την αξία τους. 

Προς το παρόν, σαν ανθρωπάκια παρατάσσονται 

οι παρενθέσεις και δε μπαίνει κανένα άλλο σημείο στίξης, 

Εσένα σου άρεσαν πάντα τα αποσιωπητικά, 

ενώ εγώ σου έλεγα να βάζεις που και που μια άνω τελεία.

Μα της ζωής αρέσουν οι παρενθέσεις 

και μεις περιμένουμε στην άκρη της στροφής, 

μήπως εξηγήσουμε το νόημά τους. 

Σαν τα κουτάκια του κρυμμένου θησαυρού 

οι παρενθέσεις. 

Στοιβάζονται να βρουν τον άνθρωπό τους. 

Κι εγώ δε προσδοκώ να γίνω ο ερμηνευτής τους, 

μα ν΄αποκτήσω το τέλος της αρχής του.


Ειρήνη Σκευοφύλαξ


Άτιτλο (του Νικόλα Παπανικολοπουλου)

 


Την ώρα που χτυπά ο κεραυνός

και κάνει τις καμπάνες να ραγίζουν,

τα μάτια σου ως θάλασσα μαυρίζουν

ναυάγιο σκορπώντας τον καιρό.


Το όμορφο παλάτι των ονείρων

μια κάμαρα γυμνή και θλιβερή,

γεμάτα τα συρτάρια υποχρεώσεις

δεν σού’ μεινε γωνία να σταθείς.


Περνάν και φεύγουν οι ανθρώποι

μαζί τους όλο έφευγες και συ,

απόμεινε μονάχα μια καρέκλα

κι ολόγυρα παρέα η σιωπή.


Θυμάσαι; Όχι, αρνείσαι να θυμάσαι,

τον δρόμο από την πόρτα σου κοιτάς,

το φως που όλο έρχεται και φεύγει,

χωρίς ένα χέρι την πόρτα να χτυπά.


Την ώρα που χτυπά ο κεραυνός

θυμάσαι κι ας αρνείσαι να θυμάσαι.

Δάκρυ κυλάς βουβά ως τον βυθό,

νεκρή με τους νεκρούς σου αντάμα.


Νικόλας Παπανικολόπουλος


(Πίνακας της ζωγράφου Υulja Βlucher )

Τετάρτη 11 Νοεμβρίου 2020

ΑΝ ΠΟΤΕ ΜΕ ΧΑΣΕΙΣ (της Νορας Ξένου)



Και αν ποτέ με χάσεις ...

θέλω να θυμάσαι πάντα

στα χέρια σου βαστούσες μια πεταλούδα

που προσπαθούσε να πετάξει

σε μια πτήση ελευθερίας.

Μια πεταλούδα που χάιδευε τρυφερά

τα μαλλιά σου.

Μαγεία ένιωθε στα δάχτυλα σου

τα μεγάλα και το δέρμα της έτρεχε να προλάβει,

να ξεχάσει τη μαγεία των νυχτών.

Νυκτερινές πτήσεις ανάμεσα στη βροχή και στο στήθος

των σιωπών, όταν σφράγιζες το στόμα

με εκείνο το φιλί

και βροχή ξανά στο στήθος σαν νυχτερινός

επισκέπτης σιωπής που έρχεται με

φερμουάρ να σφραγίσει τον έρωτα.

Η μελωδία να προσπαθεί νότες να εναρμονίσει

έως την εγκατάλειψη του φιλιού από πάθος.

Ένας τυφώνας τα χείλια σου παίζουν με την ηδονή ασταμάτητα λες και θα χαθούν από το πεντάγραμμα.

Και αν ποτέ με χάσεις ..

να θυμάσαι ότι κάθε φιλί

μαχαίρωνε τον πόνο πριν γίνει πληγή ανοιχτή

μέσα μας.

Κι αν ποτέ με χάσεις

μην ζεις στις αναμνήσεις, τις αισθήσεις

και τα συναισθήματα που λαχταρούσες,

άσε την μνήμη και την επιθυμία να σε κάνει να νιώσεις χωρίς καθυστέρηση.

Η ζωή μικρή είναι και χάνεται μέσα στις στιγμές.

Τις αισθήσεις σου άσε να χορεύουν στην απαλότητα της πεταλούδας,

προσκαλώντας να νιώθουν μαζί σου τον πόθο.

Αστέρι θα είμαι και θα απαλύνω τον κάθε πόνο σου

με την μαγεία του χορού, όσο θα ζεις απολαμβάνοντας.


Νόρα Ξένου


Κείμενο από το βιβλίο μου "Μια κραυγή από Αναστεναγμούς"