Ταξίδι στο χώρο της ποίησης και του λόγου. Ένας χώρος έκφρασης ανοιχτός σε όλους.
Σάββατο 5 Σεπτεμβρίου 2020
Άτιτλο (της Αντριάνας Ονουφρίου Περικλέους)
Αν ήσουν άγγελός θ' άπλωνες
τα φτερά σου Το δάκρυ
μου θα στέγνωνες
μέσα στην αγκαλιά σου.
Θα πέταγες σαν Αετός
στα μύχια του νου μου.
Κάθε σκέψη πονηρή
θα 'διωχνες μακριά μου.
Θα χάιδευες με πούπουλα
τις άλικες πληγές μου.
Μα συ είσαι θνητός
κι εγώ το μόνο που ζητώ
είναι αγάπης θρόνο μαγικό
μέσα στην σκιά σου.
Αντριάνα Ονουφρίου Περικλέους
Άτιτλο (της Ιωάννας Καράμπελα)
Θέλω να έρθουμε κοντά,
να πιάσουμε τα όνειρα που δραπετεύσανε
Εχει ανάγκη από εσένα και εμένα η ψυχή
Από δυο' τρία χρόνια αρτηρίας αορτής,
να ζωντανέψει ο παλμογράφος του σπιτιού και πάλι.
Δεν κούρνιαξαν τα δέρματα στην σάρκα.
Παράλληλα,
κινούνται ανήσυχα στις διαβάσεις
και κάποτε το ένα,
το άλλο προσπερνά με παραβάσεις.
Έρχεται καταιγίδα...
Ντυσου, να μην πουντιάσεις.
Οι άνθρωποι,
σκοτώνουν τα λεπτά μη μείνουν μόνοι,
κι αφήνουν μέσα ένα σύρμα να τρυπάει ανασφάλειες...
Τα σύνορα γεννήθηκαν σηκώνοντας τους φράχτες.
Αυτό, θαρρώ είν αρκετό,
για να γεμίσει μία σταμνα με νερό,
να ξεδιψάσεις.
Οταν περνάω τα στενά και τα πλατιά που μας χωρίζουνε,
κρατάω ένα παλιοφάναρο που κάποτε μου χάρισες...
εχει χλωμιάσει η ατμόσφαιρα,
ρημάξανε τ' αναρριχωμενα για λίγο φώς,
να επιτελέσουνε την 'ερμη φωτοσυνθεση·
ρίχνω νερό
κι ρίζα τους,
δεν λέει να μεγαλώσει
Δυνάμωσε ο εγκέφαλος με ρύπανση
Σαν καπνισμένο μοτοσακό καίει το κύτταρο.
Το πνίγει στο ίδιο του το χνώτο.
Δεν θα κατηγορήσω τα σύννεφα που ξέρουνε να βρέχουν.
Έτσι κι αλλιώς,
γεννήθηκαν για να τραβούν τις μάζες του νερού...
εμείς όμως...
γεννάνε νεογνά
με ράμφοι και φτερά
και τα τα'ι'ζουμε στο στόμα.
Την πτήση τους,
μαθαίνουν μόνα από μικρά
και στην πορεία μας περνούν,
όμως απόψε,
ελειψες λιγάκι παραπάνω...
κοιμάμαι πλέον στο κρεβάτι το μονό'
είναι καλύτερα να στρώνεις όπου κάθεσαι.
Ιωάννα Καράμπελα
Παρασκευή 4 Σεπτεμβρίου 2020
Άτιτλο (του Νικόλα Παπανικολοπουλου)
Κι αν έχανα τη μιλιά μου...
Κι αν τα χέρια μου καιγόντουσαν
ξερόκλαδα που ξάπλωσε πάνω τους η σελήνη...
Αν τα μάτια μου σώπαιναν
και μαύρα τριαντάφυλλα φέρναν στη ψυχή...
Φωνή μου θα έκανα τα σύννεφα,
μιλιά την βροχή,
της καρδιάς μου ν’ ακούς τον χτύπο
που ξέρει λέξη μόνο μία: "Σ’ αγαπώ!"
Στο κορμί σου να κυλώ,
τα μαλλιά, τα χείλη το στήθος...
Στης σελήνης το φως
πλοίο που ταξιδεύει στην ανάσα σου,
συντρίμμι στα κύματα του παλμού σου,
όνειρο βυθισμένο σε θάλασσα αγάπης.
Σα τους τυφλούς, χνάρια θα μαζεύω
τριγυρνώντας ανάμεσα στ’ άστρα των πόθων,
πλανήτες καινούριους θ’ ανακαλύπτω
στα μέρη που δε φτάνει των ανθρώπων το φως
και ψιθυριστά θ’ ακουμπώ τ’ όνομά τους
πάνω στα χείλη σου..
Νύχτα βροχερή θα γίνω
ν’ αφουγκραστώ κάθε σου επιθυμία,
αγιόκλημα ευωδιαστό
στο πιο βαθύ σου "θέλω", να ριζώσω!`
Νικόλας Παπανικολόπουλος
μάθε (του Χρήστου Φλουρη)
Του πόντου ανάστροφα γυρίσαν τα νερά
κι αλλαξοδρόμισε του καραβιού η γοργόνα
κι εκεί που έβλεπες στο βάθος τη στεριά
σ’ ωκεανό νιώθεις βαθύ να πλέεις ακόμα
είναι ο καιρός αγριεμένος και βαρύς
του Ωρίωνα τ’ άστρο, προμηνύει καταιγίδα
κι αναρωτιέσαι πως με μια σαθρή σανίδα
να προχωρήσεις κι απ’ τη θάλασσα να βγεις
κι εκεί που αρχίζεις να μαυλίζεις το βυθό
να καλοπιάνεις με χοές τον Ποσειδώνα
ακούς φωνή από τα τρίσβαθα του αιώνα:
«Άκου καλά για να σωθείς τι θα σου πω:
φτύσε απ’ το στόμα σου το κέρμα που μασάς
δεν ήρθε η ώρα σου κι αν έρθει δεν τ’ ορίζεις
πρέπει να νοιάζεσαι για εκείνα που γνωρίζεις
για τ’ άλλα ας νοιαστεί ο θεός κι ο σατανάς
κανείς δε βρήκε τη στεριά στα κουτουρού
μα δεν αρκούν μόνο τα σχέδια επί χάρτου
διάβασε όλα τα σημάδια του καιρού
τα χούγια μάθε του νερού και του κυμάτου
και μάθε αν θες στη θάλασσα να βγεις ξανά
να κάνεις κι άλλα υπερπόντια ταξίδια
όλες οι θάλασσες δεν κυβερνιούνται ίδια
δεν είναι ίδια όλου του κόσμου τα νερά…
Χρήστος Φλουρης
Πέμπτη 3 Σεπτεμβρίου 2020
"Δρόμοι μοναξιάς" (της Ειρήνης Σκευοφύλαξ)
Νυχτώνει πάλι.
Άδειοι οι δρόμοι.
Σιωπή παντού.
Μιλώ μαζί της,
μα δεν αντέχεται,
νύχτα χωρίς μιαν αγκαλιά.
Κι αν φυσάει αυτό το βράδυ,
παίρνει τα όνειρα πιο μακριά.
Ψυχή που δε γιατρεύτηκε,
θεριό που δεν ημέρεψε.
Χάδι που δε δόθηκε,
πορεία που δεν τέλεψε.
Ό,τι μάτωσε, δεν έκλεισε.
Κι ό,τι άναψε, δεν έσβησε.
Μια καληνύχτα να΄λεγα
και να μην άκουγα
το θόρυβο της σιωπής.
Ουρανό να΄βλεπα μ΄ αστέρια .
Κι ένα χορό με το φεγγάρι να΄κανα.
Να σου μίλαγα λίγο, για μια νεράιδα,
που όλο φεύγει κι έρχεται.
Παίρνει τα θέλω μου,
μόνο πρέπει μου χαρίζει.
Πρόσωπο αλλάζει, για να με ξελογιάσει.
Χρώματα κι αρώματα μοιράζει,
αλλά εμένα, δε με σκιάζει.
Την έμαθα πια.
Δε με ξεγελά.
Αλλάζει ονόματα, μα ίδια μένει.
Πλάνα μάτια έχει.
Λέει σε σένα θα με φέρει.
Μα κι αν ανοίγεται το κατάρτι,
το πλοίο στη στεριά κολλά .
Δεν ταξιδεύει, δεν πιάνει λιμάνι.
Μόνο άγκυρα ρίχνει στα παλιά.
Με μια θλίψη ταξιδεύει,
η αγάπη να σε βρει.
Στα σύννεφα θρόνο φτιάχνει,
περιμένει για να΄ρθείς.
Φωτιά η σκέψη κούρσεψε,
τα χρόνια ένα - ένα.
Νόμιζε πως με ξέχασες.
μ΄ αλίμονο, για σένα.
Κι αν η ψυχή αγκαλιάζεται
κι ένα με το σκοτάδι γίνεται,
είναι το φως πιο δυνατό,
αγάπης που δε σβήνεται.
Ας είναι λοιπόν βουβή η νύχτα
κι η σιωπή της δυνατή.
Σαν σαϊτιά η καληνύχτα
κι από τ΄αστέρι πιο φωτεινή.
Ειρήνη Σκευοφύλαξ
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)




