Δευτέρα 24 Αυγούστου 2020

Η αγάπη γητευτής (της Βίβιαν Ασπροπουλου)



 
Η αγάπη γητευτής,
σαΐτα που υφαίνει το ρούχο της ελπίδας,
γερό στημόνι, φόρα το...
μην τ' αποστρέφεις την ώρα που σ' αρνήθηκε η χαρά,
μεταξωτή κλωστή κέρωσε η ανάσα της το φικάρι,
να θυμάσαι, η γύμνια παγώνει...καίει,
την ψίχα της ψυχής σου συρρικνώνει
και τότε,
τότε δραπέτης της ζωής κι αν γίνεις...
τόπο κι αν ψάχνεις σκιερό,
να ξαποστάσεις από τη λάβα που' καψε η προδοσία...η απώλεια τα σωθικά....
δραπέτης για να αποφύγεις το κτύπημα των βράχων
και το χαστούκι της βροχής της ξαφνικής...
κι αν καταγάλανο ουρανό θα ψάξεις
σ' απάνεμες στεριές της γης,
τα μαύρα σύννεφα και του ανήμερου βοριά η σκόνη,
άλλο να μην βαραίνουν το σεντούκι της ψυχής,
τι κρίμα που μαζί με τα μπαγκάζια...
λυτή πήρες την αλυσίδα σου μαζί....
κάβο δεν βρήκες να τη δέσεις πίσω,
ν' αφήσεις αγκυροβολημένους καημούς....
Αόρατη σκιά οι αναμνήσεις...
μοχλός που σέρνει καταχθόνια βαγόνια ,
τα ολόγιομα με όλα κείνα της ζήσης σου
που αμαύρωσε ο καπνός τους ομορφιές...
σπασμένες ράγες χωρίς ελπίδα κι αγάπη η ψυχή σου η λαβωμένη...
σ' όποιο τόπο κι αν βρεθεί...
θυμήσου, φόρα το ρούχο της ελπίδας,
η αγάπη  θα έρθει να σε βρει...
ο πόνος το όνειρο  φυλάκισε σε κλουβί...
η αυταπάρνηση σου έκλεψε το κλειδί...
και εκείνη άβουλη κι ευάλωτη πίστεψε...
φοβήθηκε η ψυχή πως ποτέ της σωτηρία δεν θα βρει...
Λησμόνησε πως η αγάπη είναι ο ίσκιος στον κάβο της συλλογής...
είναι η κάθαρση της ψυχής....
κάθε φορά που το σκαρί των αναμνήσεων σε θύελλες ταξιδεύει,
άνοιξε το καλαντάρι της αγάπης, θυμήσου και τότε,
τότε, θαύμα απολέπισης στου χρόνου τη φθορά,
σμιλεύει τον πόνο,
συντροφιά στου πλήθους σου την μοναξιά,
αναγέννηση...άνθη και βλαστοί χαράς...
φόρα το το ρούχο της ελπίδας,
στους ώμους περιστέρια κεντημένα
στο ράμφος τους τα όνειρα σου...
φόρα το, μη φοβηθείς να ταξιδέψεις...
μην αρνηθείς λιμάνια...
κάβους και στεριές να αναζητήσεις...
Ο φόβος μη γίνει άγκυρα στους βράχους που ξεσπάει το κύμα....
και βάλτος σου η θλίψη...
Το όνειρο δεν είναι αγέρι...
δεν είναι φύλλο που απολιθώνεται και χάνεται στη λάσπη...
Το όνειρο είναι το σκαρί και εσύ ο καπετάνιος
αν δεν αλλάξει η καρδιά σου πλεύση...
αν δεν ξεκλειδώσεις το κλουβί,
τα ίδια αυτά τα υποχθόνια βαγόνια,
ολάκερη ζωή,
κυρτοί οι ώμοι τς ψυχής...
η αγάπη μάτια μου είναι πάντα ο γητευτής!


Άτιτλο (της Συλιας Χαδουλη)


Μυστικιστική Ιερουργια της πανάρχαιος θρησκείας υψώνεται εξαγνίζοντας την απεραντοσύνη του σύμπαντος κοσμου
Παραδίδεται γυμνή η ψυχη στην αίγλη ενός ονείρου
ντυμένου με πορφυρη τήβεννο και ακάνθινο στεφανο μετουσιωμένων παρελθοντικών ανομημάτων
και ιαματικών σιωπών ληθης
Σκαλίζει η αλφαβητος των άστρων με τις ακρες των χρυσών  γραμμάτων
της  ποιήματα αισθήσεων και παραισθήσεων
Δάκρυα αστεροειδών κεντουν  τα πέπλα της νυχτας  με αστρικά μαργαριτάρια
φωτίζοντας την ουτοπική αναζήτηση  των Κρεμαστών Κήπων της Βαβυλώνας
Άμωμος θυσία τα θραύσματα των ανθρωπίνων συνειδήσεων στο βωμό
των αιωνιων αιμάτινων τραυμάτων  της δακρυσμένης αιωνιότητας
Μύστες ψαλμών ικεσιας και αφεσης προσδοκούν την Αναγέννηση του ζωοδοτου Φωτος
ως την Εσχάτη Ικεσια εκπλήρωσης της γενεσιουργου θυσίας του Υπερουσιου Ενός Κυρίου ημων,
των μικρών εσωτερων σταυρικων  θανάτων των προσδοκιών εγκόσμιων τόπων,
των φασμάτων  τραυμάτων αιματος, της προδοσιας των ρόδων, της γήινης ουτοπίας των πάντων
Ικετεύομεν  Σε
Ιέρεια της αγνότητας του άμωμου φωτος της υπέρτατης Αγαπης
σφράγισε με μύρο ροδοπέταλων ως σφραγιδολιθο  της ιερότητας της  ύπαρξης σου
τα αιματινα τοπία της ύπαρξης των ανθρωπίνων.

Συλια Χαδουλη




Άτιτλο (του Ιωάννη Τούμπα)


Άκουσα πολλά σ' αγαπώ...
Τα πιο πολλά μια αλληγορία ήταν...
Όταν υπάρχει αγάπη
κανείς δεν καταπιέζει
Και κανένας δεν καταπιέζεται.
Η αγάπη δεν είναι κατάκτηση. Ιδιοκτησία. Κυριαρχία.
Η αγάπη είναι ενσυναίσθηση.
Δίνει στην ανθρωπιά το δικό της σχήμα.
Την μορφή και το αποτύπωμα της.
Τι αριστούργημα ο άνθρωπος που αγαπά!
Σε νοιώθει.
Σε καταλαβαίνει.
Σε κατανοεί.
Σε κοιτάζει σαν σε καθρέπτη.
Είναι ίδιος με σένα.
Πως θα ζήσει η κακία εδώ...
η μισσαλοδοξία.
Η πλεονεξία...
Η ζήλια...
Αφού δεν υπάρχει τίποτα για να τις θρεύει...
Τώρα καταλαβαίνω την αγάπη τελικά.
Να χαίρεσαι με την χαρά του άλλου και ας μην είσαι εσύ ή αιτία.
Να βαδίζεις  δίπλα στον άλλο.
Δεν έχει σημασία από που ερχόμαστε και προς τα που πάμε...
Να βαδίζεις...
Όρθιος... Στο ύψος σου... Δίπλα του...
Κι όταν εκείνος δεν μπορεί να στηριχτεί στα  δικά του πόδια...
Κι είναι μεγάλο το βάρος του για τα δικά σου πόδια..
Να συνεχίσεις...
Να τον κράτας αγκαλιά.

Ιωάννης Τούμπας


Κυριακή 23 Αυγούστου 2020

Διαφορά (του Χρήστου Παπαχρυσαφη)



Γεννήθηκες την άνοιξη που ανθίζουν τα λουλούδια.
Γεννήθηκα φθινόπωρο που πέφτουνε τα φύλλα.
Εσέ η ζωή σου είναι όμορφα τραγούδια
και στη ζωή μου όλα ήτανε μαυρίλα

Εσύ που ότι έπιανες γινότανε χρυσάφι.
Και εγώ που ότι έπιανα γινόταν στάχτη, χώμα.
Που την μορφή σου αποτυπώνουνε ζωγράφοι
και στην δική μου τη ζωή δεν βρήκαν χρώμα

Που όπου βρεθείς σε αγαπούν και σ΄ αγκαλιάζουν
και όπου βρεθώ ο κόσμος φεύγει, μένω μόνος.
Που όταν προφέρουν τ’ όνομα σου μέλι στάζουν
και όποιος προφέρει τ’ όνομα μου βγαίνει φθόνος

Τώρα μου λες ότι πλαστήκαμε ο ένας για τον άλλο
μα ο χρόνος πέρασε και χάθηκε κανείς δε ξαναζεί.
Πως θες λοιπόν να ζήσουμε έναν έρωτα μεγάλο
αφού δεν γίνεται να είμαστε εμείς οι δυο μαζί

Ζήσ’ τη ζωή σου εσύ και πίσω μη κοιτάξεις
έχεις και νιάτα κι ομορφιά  μη το ξεχάσεις.
Στιγμές που φύγαν δεν μπορείς να τις αλλάξεις
και όσες θα ‘ρθούν πρέπει να ζήσεις πριν τις χάσεις

Χρήστος Παπαχρυσαφης


Άτιτλο (της Αντριάνας Αρβανιτιδου)


Μια νεραίδα κάθε βράδυ έρχεται πάνω στο προσκεφαλό μου. Λίγο πριν τα μάτια κλείσω, με μαγεύει η λάμψη από την χρυσόσκονη που σκορπάει στο σκοτεινό μου δωμάτιο. Είναι πανέμορφη σαν οπτασία,
μα τα μάτια της με μαγεύουν και όλα με μιας γίνονται ένα θαύμα.
Μου χαμογελάει και όλους τους φόβους μου παίρνει μακριά. Με το μικρό της το ραβδάκι ακουμπάει την καρδιά μου, με μιας θυμάμαι αγάπη τι θα πει. Ότι ξέχασα θυμάμαι και τον έρωτα ζω ξανά από την αρχή.
Τα μάτια μου δακρύζουν μα δεν είναι υγρά δάκρυα, είναι χρυσά σαν την σκόνη που στα χέρια της κρατά. Η ψυχή μου για άλλη μια φορά χαμογελάει, τα όνειρα σε μια στιγμή γίνονται μπροστά μου αληθινά.
Το χαμόγελο σου νεραίδα μου γλυκιά, μου θυμίζει την ελπίδα που κάθε βραδυ, με την παρουσία σου μέσα μου χτυπάει. Μεταξύ ύπνου και ξύπνιου ζω το αδύνατο, το ανέθικτο. Ανοίγω μια πόρτα σε όλα αυτά που λαχταρώ.
Χορεύεις ύπαρξη μαγική γύρω μου και οι αισθήσεις μου ξυπνούν και με πάθος θυμούνται ότι με λόγια δεν λέγεται.
Η μορφή σου τόσο ζωντανή, θεσπέσια κίνηση μοναδική, σε παραμύθι ζω έστω και μια στιγμή.
Λίγο πριν πέσω σε ύπνο βαθύ η καρδιά μου έχει λυτρωθεί. Με ένα φιλί στο μέτωπο με αποχαιρετάς, υπόσχεση δίνεις πως κάθε μου βήμα θα φωτίζεις, όταν όλα στην ζωή μου θα έχουν χαθεί στο σκοτάδι.
Νεράιδα μου γλυκιά, για μένα κάνεις ταξίδι μακρινό. Κάθε βράδυ το δάκρυ σου, μου καθαρίζει το μαύρο της ψυχής μου.

Αντριάνα Αρβανιτιδου