Τρίτη 31 Μαρτίου 2020

Μεταμόρφωση (της Αθανασίας Δαμπολια)


Αναδύομαι σαν τριαντάφυλλο
μέσα στην νύχτα μας
όταν οι οσμές του έρωτα
ξεχύνονται σαν χείμμαρος.

Γλυστρούν τα κορμιά μας
χορεύοντας...
βιώνοντας τρανταχτές ηδονές,
χαρίζοντάς μας ευφορία.

Το φως της πανσελήνου
μάρτυρας της ευτυχίας μας.
Και η νύχτα μεταμορφώνετε
σε φως της χαράς.

Πόσο αδύναμη γίνομαι
στον έρωτά σου....

Αθανασία Δαμπολια


Πύλη εισόδου (του Νίκου Σουβατζη)


Εξόριστοι απ' τον αιώνα τους
σαν παραγνωρισμένοι προφήτες
διασχίζουν την κόλαση
με χιλιάδες χειμώνες
στις αποσκευές τους

Άοπλοι πολιορκούν
τα τείχη μιας άψυχης πολιτείας
αναζητώντας μια καταποντισμένη Ιθάκη

Ανώνυμοι πεσόντες
ενός ακήρυχτου πολέμου
παραδομένοι στη λήθη

Τάξη και ασφάλεια
επικρατούν στο βασίλειό σας
μα οι νεκροί
που δεν βρήκαν την Ιθάκη τους
επιστρέφουν ακολουθώντας
τα ίχνη του αίματος και της φωτιάς

Νίκος Σουβατζης


Δευτέρα 30 Μαρτίου 2020

ΜΙΣΉ ΑΝΟΙΞΗ (της Εύας Γεωργίου)



 Παράθυρο ανοιχτό
ίσως κάποια  ξεχασμένη
πυγολαμπίδα
από το  κρησφύγετο της
φτερουγίσει
να φαντάξει η νύχτα
Ανύπαρκτη μυρωδιά
Το ζουμπούλι
δεν αναστήθηκε
ούτε η γαρδένια
Μισή  Άνοιξη!
Ορφάνεψε ο χρόνος..
Ξέμειναν  τα πεφταστέρια
σε άγνωστους ουρανούς
Λίγη  θάλασσα
Περίλυπα λιγοστά
χελιδόνια μόνο  στο φως της μέρας
Λειψά τα  μαγιάτικα στεφάνια
Θα πενθήσει πάλι η  Πρωτομαγιά
Κι οι  ποιητές  έγκλειστοι
στην απόγνωση  της χαμένης  άνοιξης…

Εύα Γεωργίου



Δε ντρέπεσαι; (της Χρυστάλλας Κοσμά)




Άνθρωπε δε ντρέπεσαι;
Δε ντρέπεσαι τον ουρανό που σε φυλάει, αυτή τη γη που την πατάς;
Δε ντρέπεσαι τον ήλιο, το φεγγάρι, τ' άστρα, μυριάδες μάτια να σε κοιτούν;
Δε ντρέπεσαι νερό, φυτά και ζώα, όλα που εσένα σε συντηρούν;
Δε ντρέπεσαι τα δέντρα που ρουφάνε το δηλητήριο που εσύ ξερνάς;
Δε ντρέπεσαι, τέλος, όσα συμβάλουν σ' αυτή τη γη για να πατάς;

Χρυσταλλα Κοσμά


Κυριακή 29 Μαρτίου 2020

ΠΡΟ ΤΩΝ ΠΥΛΩΝ (του Χρήστου Κουκουσουρη)




Βαριά μου πέσαν στο φτερό τούτα τα νέα μέτρα

σαν ποντικός που βρέθηκα στη φάκα με τυρί,

κι όπως μπουκώνει το μυαλό γίνεται στείρα πέτρα

κι η γλώσσα μετατρέπεται σε σιδερά σφυρί.

Στη νοητή μου φυλακή δεσμώτης δίχως μπάλα

δεκάξι βήματα κι εκεί ο τοίχος μου γελά

περιδιαβαίνω ανήσυχος, δωμάτιο με σάλα

κι ούτε στο μπαλκονάκι μου μη βρω κα να μπελά.

Στενό κολάρο ο φόβος που, σαν τον οδοστρωτήρα

σαρώνει τις ελπίδες μου μαύρο πυκνό χαλί

σ’ αυτή τη ζήση πρόλαβα να δώσω μα δεν πήρα

αργά που το κατάλαβα ειμ’ εύθραυστο γυαλί.

Μικρά τα περιθώρια σε τούτη τη σκακιέρα

λίγες κινήσεις μου ‘μειναν π’ έχω κυκλωτικές

να περιζώσω τον εχθρό να ‘ρθει της νίκης μέρα

να γράψω στίχους μ’ έπαρση και νότες επικές.

Ν’ ακούσω εμβατήρια και σήμαντρα στους δρόμους

να ξεχυθούν οι άνθρωποι ποτάμι χαρωπό

να ξεχαστούνε τα δεινά που κουβαλάει στους ώμους

σαν να ‘ταν ένα διάλειμμα, ένα αναγκαίο ρεπό.

Ετούτη εδώ την άνοιξη η φύση μας χλευάζει

τόση ομορφιά ανέγγιχτη, χρώματα, μυρωδιές

τα στήθια γίναν φυλακή που η ψυχή στενάζει

και τα τραγούδια που άκουγα λυπητερές ωδές.

Χρήστος Κουκουσουρης