Δευτέρα 30 Δεκεμβρίου 2019

Δύο ψυχές (της Λένας Σαρή)

Ούρλιαζε απόψε η ψυχή μου.
Πράξεις ανύπαρκτες
μου καταλόγισες.
Πέταξε η σκέψη μου
στο παρελθόν
Έζησα και δεν έζησα
μαζί σου
Δεν κρατώ τίποτα από
εσένα στη θύμιση μου.
Για να μπορώ να επιβιώσω
θα ξεχάσω...
Μόνο δύο ψυχές που ανάστησα κρατώ....
αυτές μου ανήκουν.


Λένα Σαρή



Ο τοίχος (της Κικής Κωνσταντίνου)

Από εκείνο το σημείο, μέχρι εκείνο το σημείο,
υπάρχει μια μεγάλη
διαφορά
Χάσμα το λένε, χάσμα
Απόκρυφος και ειρωνικός,
ο κόσμος που διαλύθηκε εχθές.
Με δίχασαν, οι στέψεις και οι δολιοφθορές
Δολοπλόκος έγινα,
πρώτος οργάνωσα την διαφωνία.
Μέσα σε επουράνιους σκοπούς, έχτισα ένα τοίχος.
Το τοίχος το ακυβέρνητοΝ.
Η Ελευθερία σθεναρά αντιστέκεται, μα εγώ πρώτος, μακρυγορω και επιμένω.
Έλα μαζί μου,
σκότωσε την κοπέλα με τα υγρά μάτια.
Γίνε πόλεμος
και χτίσε τον τοίχο, ξανά.
Μη μαρτυράς τον κόσμο,
ανώφελο είναι
Θαμπός, τριγύρω ο νους.
Έγινα ζώνη
Ανώφελη ζώνη, περιοδεύον μάχης, εχθρικής.
Σώσε με.

Κική Κωνσταντίνου





Κυριακή 29 Δεκεμβρίου 2019

Mε ξέχασες (της Ιωάννας Πιτσιλλη)



Με έχωσες μέσα στης λήθης το βελούδινο κουτί.

Με έριξες με δύναμη στον πάτο μιας θάλασσας θυμωμένης. Μια νύχτα με φεγγάρι ολόκληρο που μύριζε έντονα πληγωμένα «γιατί».

Εγώ όμως εξακολουθώ να έρχομαι που και που στον ύπνο σου ακάλεστη

και να σου θυμίζω στιγμές.

Και ύστερα να χάνομαι, σαν δραπέτης με το πρώτο φως της μέρας.

Αφήνοντας στο μαξιλάρι σου απαλά μια μαργαρίτα από του παραδείσου τον κήπο.

Ιωάννα Πιτσιλλη

 Από την Ποιητική Συλλογή «Ράβδοι πλαστελίνης».


Άτιτλο (της Μαρίας Νάντη)

Μα Τον Θεό,
αν ήμουν Τυφλή,
θα ορκιζόμουν ότι είστε
λυσσασμένα σκυλιά

έτσι όπως σας ακούω
να τρώγεστε μεταξύ σας ...

Όμως τώρα που βλέπω,

μετά λύπης μου γνωρίζω
πως είσαστε άνθρωποι ...


Μαρία Νάντη



Σάββατο 28 Δεκεμβρίου 2019

Η ζωγραφιά της λίμνης (της Σοφίας Τριανταφυλλίδου)



Πήγαμε στην λίμνη.
Η μαμά επέμενε. Ήμασταν τέσσερις.
Εγώ, η μαμά, ο missa το αγαπημένο μου αρκουδάκι και εκείνος που στο σπίτι
τον φώναζα ''πατέρα".
Ο missa δεν συμφώνησε ποτέ μ' αυτό το όνομα, ήθελε να  τον φωνάζουμε
"τρόμο", ίσως επειδή εκείνος τον κλώτσαγε και τον έβριζε κάθε φορά, που τον συναντούσε μες στο σπίτι.
Εμένα δεν μ' ακούμπησε ποτέ, η μάνα φρόντιζε να με κρύβει πολύ καλά...
Οταν εκείνος γύρναγε στο σπίτι και μύριζε ποτό, εκείνη κατέληγε πάντα με μεγάλες μελανιές στο σώμα της και σημάδια από τις παλάμες του στο πρόσωπό της.
Όταν εκείνος κοιμόταν εκείνη έκλαιγε ασταμάτητα και όταν την ρωτούσα;
_ "Γιατί κλαις; Γιατί έχεις σημάδια;"
Εκείνη  μου έλεγε ότι ο μπαμπάς είναι μεγάλος ζωγράφος και την ζωγραφίζει, τίποτα δεν είναι αληθινό από όλα αυτά, σκιές και χρώματα είναι, ακόμη και τα δάκρυα ψεύτικα είναι.
Εκείνη την μέρα στην λίμνη, ο πατέρας κωπηλατούσε κατσουφιασμένος,
εκείνη δεν έβγαζε άχνα και εγώ κρατούσα το αρκουδάκι μου σφιχτά στην αγκαλιά μου.
Ξαφνικά ακούγεται ένας δυνατός θόρυβος, εκείνος πέφτει στην λίμνη και βυθίζεται.
Η μητέρα πετά με δύναμη στην λίμνη το βαρύ αντικείμενο που  κρατούσε, από αυτό  είχε ακουστεί ο κρότος.
Αρπάζει τα κουπιά και αρχίζει να κωπηλατεί ασταμάτητα, κοιτώντας μόνο μπροστά.
Εγώ κοιτώ κάτω από την βάρκα. 
Η σκιά του πατέρα που κωπηλατεί θυμωμένα είναι ακόμα εκεί.
Σήμερα ζωγράφισε η μαμά!

Σοφία Τριανταφυλλίδου