Δευτέρα 21 Οκτωβρίου 2019

Ο Ηλιος μου (της Λουκίας Παπαδοπούλου)


Στο ονειρο αγγελοι φτερουγιζουν
οταν οι αχτιδες σου χαιδευουν τα μαλλια μου
με τα χρυσα φτερα τους με αγγιζουν
καθως με αγαπη αγκαλιαζεις την καρδια μου
Ειναι θυσια μα κι ευλογια για μια γυναικα
που απαρνιεται τα πολλα και τα εγκοσμια
γινεσαι ηλιος που ανδριευει τη θωρια της
και σ αγαπαει ταπεινα μα και παγκοσμια
Απ την μορφη σου ξεπροβαλλουν στεναγμοι
οταν τα ματια σου φεγγιζουν σαν ελπιδα
μου εταξες ανημερο φιλι
και η υπαρξη σου της ζωης θερμοκοιτιδα
Ζωγραφισες χαμογελα ψυχης
και μια φλογα που γεννα την τυραννιδα
κι εγω σεληνη που γυρναει μοναχη
εγινες ηλιος μου οταν σε πρωτοειδα
Εισαι το κυμα που χαιδευει τη ζωη
πρωινη μου αυρα και καυτη μου ηλιαχτιδα
μη σβησεις και ποτε μη μ' αρνηθεις
θα τρεξει αιμα στην ψυχη μου σαν λεπιδα
Οι φλεβες καινε και τα κυτταρα δονουν
απ τη ματια σου η καρδια με ανασες γερνει
Ηλιος της μερας και της νυχτας μου Εσυ
μονο κοντα σου η ζωη αξια παιρνει......




Κυριακή 20 Οκτωβρίου 2019

Ο κινηματογράφος των αναμνήσεων (της Ιωάννας Πιτσιλλή)


Κάθε χρόνο την ίδια μέρα συναντιόμαστε στον κινηματογράφο των αναμνήσεων. Μπαίνουμε στη μεγάλη σκοτεινή αίθουσα με τα βελούδινα καθίσματα αφού πρώτα πληρώσουμε το αντίτιμο στο γκισέ της ζωής.
Βολευόμαστε στις κόκκινες αναπαυτικές πολυθρόνες μας και παρακολουθούμε στο τεράστιο πανί τη σχέση μας από την αρχή της γνωριμίας μας μέχρι τους τίτλους τέλους. Στη συνέχεια οδηγούμαστε με τα κεφάλια μας σκυφτά και την ψυχή κομμάτια προς την έξοδο. Μπαίνουμε σε χωριστά αμάξια αμίλητοι και φεύγουμε με κατεύθυνση τη γνώριμη κενή ζωή  μας.
 
Ήταν φορές που ευχήθηκα η έξοδος να ήταν κλειδωμένη. Κάποιος να μας κρατούσε μέσα στο δωμάτιο, έτσι για την πλάκα του. Για να μπορέσουμε επιτέλους να πούμε τις αλήθειες μας. Μα φοβάμαι πως το σενάριο αυτό θα παραήταν τολμηρό και θα ήθελε  ήρωες με κότσια που εμείς δυστυχώς ποτέ δεν είχαμε.




Σάββατο 19 Οκτωβρίου 2019

Την είδε κανείς; (της Αθανασίας Δαμπολιά)


Ήμουν εδώ. Το ήξερες.
Και είμαι εδώ. Μα δεν το βλέπεις.
Ίσως έγινα περιττή στις χαρές.
Μόνο για λύπες ήμουν.
Τώρα ταξιδεύεις αλλού.
Καλοτάξιδο το διάβα σου με όλη μου την καρδιά.
Κι αν γυρίσεις το κεφάλι, πίσω σου θα `μαι.
Θα με δεις. Άγγελό σου και προστάτης σου.
Όσο μπορώ.....
Έδωσα την καρδιά μου σε στιγμές που χρειαζόσουνα.
Δεν ξέρω τώρα που πήγε.
Μήπως την είδες ;
Ψάχνομαι.
Την είδε κανείς ;




Παρασκευή 18 Οκτωβρίου 2019

Το Βαλς (της Κικής Κωνσταντίνου)


Και πάνω από τη ζωή της, κρεμόταν σαν πέπλο μυστηρίου, 
το φιλί της Ευκαρπίας.
Το μόνο που της ζητήθηκε - από ένα ανίερο ον - ήταν ένα βαλς. 
Το βαλς του θανάτου.
Μέρα
Νύχτα
Όλα έμοιαζαν στάσιμα
Εβδομάδες
Μήνες
Χρόνια
Όλα νεκρά
Τα λεπτά, τα δευτερόλεπτα, εξαφανίστηκαν.
Ο χρόνος, πλέον γηραιός εχθρός που αποκρούστηκε νοερά, από μια "αδέξια" φύση.
Εκείνη, "ντυμένη' θλιμμένη πριγκίπισσα.
Εκείνος, ρακένδυτος πιλότος.
Ένα βαλς και μια ευκαιρία.
Κάθε βήμα και πιο κοντά στο χάος, στον τελευταίο σταθμό.
Εκείνη την μέρα, στην αποβάθρα του αγωνιστικού πάλκου που θα γέμιζε αθέμιτες φιγούρες, μια κοπέλα με μαύρο τούλι γέννησε ελπίδες. Δεν έπρεπε να βρίσκεται εκεί. Λες και από άλλον κόσμο εισήλθε.
Της εναντιώθηκαν, ενίκησε.
Ως εξευγενισμένο ον, ενίκησε.
Οι αγώνες χορού δεν έγιναν ποτέ.
Σε ένα κάρο, ο ιππότης εβρέθηκε.
Μόνος, φωταυγής​ σαν κεράκι που άναψε.
Κεράκι εσωτερικό, δέσμιο• αναίμακτα αλληγορικό.
Σε μια παλιά αποθήκη, εμφανίστηκε η Πληγή και το Κύμα. Δεν είχαν χρόνο αυτή τη φορά. Δεν αρκούσε, ούτε μια περιστροφή. Η Μαύρη Γοργόνα, εκεί δεξιά, τους υποσχέθηκε πως θα έρθει σύντομα η σειρά τους, να βγουν μπροστά, στο δικό τους προσκήνιο... Την επίστεψαν και το Κύμα αναζήτησε το τρένο.
Ανήκουστο.
Πως να ζήσει ένα Κύμα στη στεριά;
Πως να ανατραπεί η ιστορία;
Οι κόσμοι, συνηγόρησαν.
Η θυσία δεν άργησε να έρθει.
Η αμετανόητη αράχνη ρίχτηκε στη φωτιά... μόνο που δεν ήτανε αράχνη.. ήτανε η Πληγή, ντυμένη νύφη.
Αλλότρια πυροδότηση, ανήκουστη μακαριότητα, προσβολή της ανθρώπινης φύσης. Κανείς δεν αναγνωρίζει τον εαυτό του στη λάσπη.
Λοιπόν;
Θα χορέψεις με τον απρόθυμο εαυτό σου, βαλς;




Πέμπτη 17 Οκτωβρίου 2019

ΑΠΟΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΣ (της Λένας Σαρή)


Δεν φταίει που φεύγουν οι μέρες
Δεν είναι που φεύγει ο καιρός
Είναι που μένουν οι μνήμες
σαν ένας θάνατος αργός

Είναι που όλα τελειώσαν
μιας Κυριακής πρωινό
και την καρδιά μου σκορπίσαν
σαν φύλλο φθινοπωρινό

Είναι τα λόγια μαχαίρια
ματώσαν τη δόλια καρδιά
Είναι τα δυό σου τα χέρια
που δεν μ' αγγίζουνε πιά

Αντίο η καρδιά μου σου στέλνει
βότσαλο που σπά και σκορπά
σαν πλοίο η αγάπη που φεύγει
σαλπάρει κι αποχαιρετά

Λένα Σαρή