Παρασκευή 24 Αυγούστου 2018

Άτιτλο (της Πολυξένης Ζαρκαδούλα)


Κοίτα ψηλά στον ουρανό
τ άστρα μέτρα ως απάνω
γίνε κύμα,γίνε έρωτας
φωτιά στο κορμί να βάλω!

Πλημμύρισέ με με ηδονή
να φωνάξουμε με μια φωνή.
Με τον έρωτά σου περιέλουσέ με
ως το πιο φωτεινό αστέρι ανέβασέ με!


Πολυξένη Ζαρκαδούλα




Τετάρτη 22 Αυγούστου 2018

Όνειρα (της Καλλιόπης Τσουχλη)

Κι ήταν τόσα πολλά εκείνα που ονειρευόταν να κάνει, βιαζόταν λες και ο χρόνος της τελείωνε… Ήθελε κι επέμενε να κάνει τόσα πολλά πράγματα μαζί… Πολλοί ήταν εκείνοι που αναρωτιόντουσαν πως μπορεί, πότε προλαβαίνει και κυρίως γιατί ζει με τέτοιο ρυθμό… Στις ερωτήσεις τους δεν απαντούσε, χάριζε ένα χαμόγελο και γύριζε την πλάτη… Βλέπεις, το χαμόγελο ήταν η άμυνα της, μια άμυνα που την βοήθησε να θωρακίσει την καρδιά της, ώστε να μην πληγωθεί ξανά… Όμως δεν ήταν πάντα εφικτό, έκρυβε τόση αγάπη μέσα της, ζούσε τόσο έντονα την στιγμή λες κι οι δείκτες του ρολογιού σταματούσαν έκπληκτοι κι αυτοί να την κοιτάζουν… Λάτρευε να αγαπάει, είχε την θέληση και πάντα έβρισκε και τον τρόπο… Ξέρεις τι αγαπούσε πιο πολύ; Ν’ αντικρίζει πρόσωπα χαρούμενα, χαμογελαστά… Έκανε το παν για να χαμογελούν οι γύρω της… Νύχτα και μέρα πάλευε γι’ αυτό κι ας ήταν κουρασμένη κι ας ήταν διαλυμένη κι ας ήταν περασμένα μεσάνυχτα… Δεν την ένοιαζε, μοχθούσε και επένδυε στην χαρά εκείνων που αγαπούσε… Δεν το έκανε από ανάγκη, αλλά γιατί εκείνη διάλεξε να αγαπήσει όσους διάλεξε η καρδιά της, άρα όφειλε να στηρίξει το συναίσθημα και την επιλογή της… Όφειλε να χαρίζει την χαρά, τον ενθουσιασμό… Ξέρεις τι είναι να μην έχεις τίποτα και να γεμίζει η ψυχή σου από χαρά, κάνοντας κάποιον άλλον να χαίρεται; Ξέρεις τι είναι να κουρνιάζεις το βράδυ πάνω στο μαξιλάρι σου, αφότου όλοι πια κοιμούνται και στον απολογισμό της μέρας σου, να μετράς χαμόγελα; Έτσι έκανε εκείνη, ή τουλάχιστον προσπαθούσε... Κάθε βράδυ όταν ερχόταν αντιμέτωπη με τον εαυτό της, μετρούσε χαμόγελα... Μισούσε τον πόνο, μισούσε και τα θλιμμένα πρόσωπα… Αγαπούσε τα όνειρα κι ας μην τολμούσε η ίδια να ονειρευτεί… Όσες φορές ονειρεύτηκε, τόσες φορές γκρεμίστηκαν όλα σαν χάρτινος πύργος… Μόνο που μαζί με τον πύργο κάθε φορά γκρεμιζόταν κι εκείνη απ’ το σύννεφο που με κόπο απογείωνε στα μάτια της… Κάποια στιγμή τα μάτια της, στέγνωσαν κι αυτά… Μια Θάλασσα γέμιζαν τα δάκρυα της, μια Θάλασσα και δυο ανάσες… Μια για όσα έζησε και μια για όσα μες στην ψυχή της κλείδωσε… Κι ήταν σκληρός εκείνος ο απολογισμός, οδυνηρός για εκείνην, διότι εκείνη γονάτιζε στο παγωμένο δάπεδο και μετρούσε κάθε νύχτα, μες στην στάχτη του τσιγάρου τις πνοές της… Ξέρεις, θέλει κουράγιο να πονάς και να τολμάς, να γελάς ενώ αιμορραγείς και να μην αφήνεις κανέναν να κοιτάξει τις κηλίδες… Εκείνες οι κηλίδες, που πάντα έμεναν κλειδωμένες στο υπόγειο… Λάτρευε το φως, καρδιοχτυπούσε για να δει μια όμορφη Ανατολή, ακόμα κι αν η νύχτα που είχε διανύσει, είχε αφήσει πονεμένα αποτυπώματα… Εκείνη τα στόλιζε τα αποτυπώματα, έδινε φως, χάριζε λάμψη, έδινε ζωή στα άψυχα κι εμψύχωνε το άλλοθι… Δύσκολα νοθεύεται το άλλοθι, ήξερε καλά να μετατρέπει το κόκκινο χρώμα του κρασιού, στο λευκό της ευτυχίας… Έγραφε το κυρίως θέμα, όσο καλύτερα μπορούσε, γιατί ήθελε ο επίλογος, να είναι αντάξιος των προσδοκιών της… Φρόντιζε πάντα να εμπιστεύεται το ένστικτο της, ήταν ο συνεπιβάτης της στο ταξίδι της ζωής… Κάπου προς το τέλος θα το άφηνε κι αυτό, θα συνέχιζε μόνη αγκαλιά με την ψυχή της, μέχρι να τερματίσουν οι παλμοί… Θαλασσωμένα όνειρα σ’ ένα ταξίδι εκπληκτικό… Δεν την φόβιζε η μοναξιά, μα ούτε κι ο επίλογος… Ζούσε, τολμούσε κι αγαπούσε στον υπερθετικό βαθμό… Δεν άλλαζε για τίποτα και για κανέναν… Εκείνη κρατούσε τα ζάρια, εκείνη και τα πιόνια… Ξέρεις, αν χαμογελάς στην Ζωή, εσύ φέρνεις τις εξάρες κι η Ζωή σε κοιτάζει έκπληκτη… Κι αν όλα πήγαιναν στραβά, ο Δικαστής της, πάλι θα την περίμενε… Ο δικός της Δικαστής, μα και παράλληλα το δικό της φυλαχτό… Δίκαζε και δικαζόταν πάντα μόνη, μπροστά σε μια Θάλασσα… Μακριά από μάρτυρες και προσωπεία… Κι όταν η Θάλασσα χαμογελούσε εκείνη μονολογούσε, Μου χρωστάει ένα ταξίδι η Ζωή…
Καλλιόπη Τσουχλη



Σάββατο 18 Αυγούστου 2018

Μες από τα χρόνια (της Ελένης Ταϊφυριανού)


Πέρασα μες από τα χρόνια
σαν ξυπόλητο παιδί,
κλωτσώντας τα χαλίκια στο δρόμο
και πληγώνοντας τα δάχτυλα,
πατώντας πάνω
στα σπασμένα γυαλιά της νιότης
ματώνοντας τα πέλματα,
λαβώθηκαν τα γόνατα
στις γονυκλισίες του πόνου,
μούσκεψε το μαξιλάρι
με δάκρυ και ιδρώτα αλμυρό,
κι εκείνο το φώς στα μάτια
όσο πάει και λιγοστεύει...

Πέρασα μες από τα χρόνια
σαν ξεχασμένη άνοιξη,
Ψάχνοντας απελπισμένα έναν κήπο
να τον στολίσω
με χρώματα κι αρώματα,
σαν αδέσποτο βέλος
ψάχνοντας καρδιά να καρφωθεί,
Κι αφού δεν βρήκα άλλη
καρφώθηκα στη δική μου...

Κι από τότε γυρίζω αιμορραγώντας
ψαχνοντας λευκές ανεμώνες
να τις βάψω κόκκινες,
και δύο χέρια σπλαχνικά
να αποθέσω το τραύμα μου...


Ελένη Ταϊφυριανού



Τετάρτη 15 Αυγούστου 2018

Οι άνθρωποι μας (της Καλλιόπης Τσουχλη)

Οι ωραίοι άνθρωποι δεν χρειάζονται την υπερπαραγωγή μες στην ζωή τους… Οι ωραίοι άνθρωποι μυρίζουν σεβασμό, εμπνέουν εμπιστοσύνη, κερδίζουν αγάπη, μοιράζουν χαμόγελα… Οι ωραίοι άνθρωποι δεν κοστολογούν την ζωή τους μέσα σ’ ένα πορτοφόλι, δεν ξοδεύουν την ψυχή τους στην μιζέρια, δεν το βάζουν κάτω όταν βρέχει… Λατρεύουν την βιοπάλη μέσα στο μπουρίνι, άλλωστε το χαμόγελο τους, γονατίζει και την μπόρα… Οι ωραίοι άνθρωποι λένε την καλημέρα τους αλλιώτικα, στέλνουν την καληνύχτα τους ιδιαίτερα… Κάνουν ξεχωριστές τις λέξεις, δίνουν νόημα ακόμα και στην τελεία που κλείνει την πρόταση κι ανοίγει την πόρτα για το όνειρο… Οι ωραίοι άνθρωποι, δεν κάθονται στην πρώτη σειρά, μα στην τελευταία, ακτινοβολούν σαν τ’ αστέρια από τα ψηλά πατώματα… Οι ωραίοι άνθρωποι, όταν σου πουν πως σ’ αγαπούν, το νιώθουν και το εννοούν… Δεν μαγαρίζουν τις κουβέντες στον αέρα και τα χάδια στα λεπτά… Οι ωραίοι άνθρωποι, όταν μας δουν γονατιστούς, απλώνουν ένα χέρι να μας σηκώσουν… Με το ίδιο χέρι μας αγκαλιάζουν… Χωρίς καν να το ζητήσουμε, χωρίς να απολογηθούμε… Οι ωραίοι άνθρωποι λιγόστεψαν, μα ακόμα υπάρχουν… Δυσεύρετοι σαν τα ρουμπίνια, πολύτιμοι σαν τα σμαράγδια… Αγαπάω τους ωραίους ανθρώπους και την ελευθερία που μαρτυράει το χαμόγελο τους… Οι ωραίοι άνθρωποι δεν μιλάνε, μοναχά χαμογελάνε…





Τετάρτη 8 Αυγούστου 2018

Ματισιά (της Καλλιόπης Τσουχλη)


Είν το σκαρί που σκούριασε κι η ματισιά βελόνι, είναι το μπότζι το βαρύ και που κοιτούν πια μόνοι, μήτε αστρολάβο πια θωρούν μήτε την αμφιλύκη, κρατούν πορεία δυτική και στον βυθό σταλίκι. Πάει καιρός π’ αλάργεψε η αφρισμένη κλίνη, εκείνη που λογάριαζε ανέμους και την δίνη, κι είναι το φως το νοερό και το στουπί που πλέει, κι ο ναύτης που δεν γνώρισε πατρίδα και που κλαίει. Την ειμαρμένη καρτερούν τα χρόνια τους να ζήσουν, τα σπιτικά που τ’ άφησαν να μην τα λησμονήσουν, και ξενερίζει απ’ το νερό της άγκυρας το νύχι, κι ο ναύτης αναστέναξε για την δική του τύχη. Είν η αλμύρα έρωτας για πούθε και τον πάει, σε μέρη π’ ονειρεύτηκε σ’ εκείνη π’ αγαπάει, τα δυο του μάτια θάλασσα και η καρδιά κοχύλι, στον στεναγμό τα χέρια του και του φιλάει τα χείλη. Καλλιόπη Τσουχλη